Οι πασχαλινοί επισκέπτες στα ορεινά χωριά του βοίου, σίγουρα θα μελαγχολήσαν βλέποντας την εγκατάλειψη σε πολλά σπίτια, αρκετά μισογκρεμισμένα, όλα με χορταριασμένες αυλές και μεγάλα λουκέττα στις ξύλινες εξώπορτες. Σε αρκετά χωριά ακουσαν τις καμπάνες να τους καλούν σε ώρες ασυνήθιστες και όχι τις καθιερωμένες… για τον Επιτάφιο ή την Ανάσταση
Σε κάποια χωριά δεν βρηκαν ούτε τα παραδοσιακά καφενεδάκια .
– Ποιός να τα λειτουργήσει, αφού το ίδιο το κράτος τα στραγγάλισε;
-Από που να εισπράξουν οι άνθρωποι, απο ποιά πελατεία;
-Τα δυό τρια γεροντάκια που πίνουν ένα καφέ;
Τι κι αν το καφενείο ήταν επιπλέον το ταχυδρομείο ή το ιατρείο του χωριού, και διατίθονταν δωρεάν για την εξυπηρέτηση των λίγων κατοίκων; Αυτοί που παίρνουν τις αποφάσεις, έχουν επισκεφθεί τα καφενεδάκια των χωριών για να ξέρουν πώς λειτουργούν;
Αντί να δώσουν κίνητρα για αυτά τα καφενεία,τα ωθούν στο κλείσμο, αδιαφορώντας αν…«χωριό χωρίς καφενείο, είναι χωριό χωρίς κοινωνική ζωή»…
Οσοι ομως βρέθηκαν παρά τις οικονομικές δυσκολίες στα χωρία του βοίου περασαν τις αγιες αυτές μέρες, με αγαπημένα τους πρόσωπα και με κινηματογραφική ταχύτητα αναπώλησαν το παρελθόν που τα χωριά εσφυζαν από ζωή. Από την άλλη πλεύρα οι γιαγιάδες και τους παππούδες, που παραμένουν στην πάτρωα γή, δεν χορταιναν την ευτυχία να έχουν έστω και για λίγες ημέρες κοντά τους παιδία και εγγονια και εδιναν συνεχώς συμβουλές και ευχές…
Τα σπίτια που για λίγο γέμισαν κόσμο ξαναγύρισαν στην καθημερινότητα και την μοναξιά τους.
Τα χωρία του βοίου και πάλι άδειασαν και περιμένουν καρτερικά το καλοκαίρι για να ξαναζωντανέψουν από τις παιδικες φωνές.
Ανεβαίνω το κεντρικό δρόμο του χωριου μου της Κορυφης. Το καφενείο κλειστό ψυχή πουθενά, σαν ένα χωριό- φάντασμα που αναπολεί τις παλιές καλές μέρες.
Έζησα τα ανεξίτηλα παιδικά μου χρόνια και θυμάμαι πολύ έντονα την κοινωνία αυτή, αλλά και πολλά πράγματα
μέσα από την καθημερινότητά της.
Τέτοια ώρα ο δρόμος αυτός ήταν γεμάτος φωνές, τσιρίδες ,χαμόγελα τώρα …σιωπή και πέτρα παντού. Πέτρινες εκκλησιές, πετροχτιστό σχολείο, μεσοχώρι, βρύσες ξωκλήσια . Πέτρα και στους ψηλούς αυλόγυρους των σπιτιών που ομορφοδένονται σε περίτεχνές μεγάλες ξύλινες πόρτες σωστά στολίδια, πραγματικά έργα τέχνης. Τώρα που άλλαξαν οι καιροί ήρθε η ερήμωση, σκόρπισεο κόσμος, στράβωσαν οι μεγάλες κλειδαριές και σκούριασαν οι μεντεσέδες, οι εξώπορτες των σπιτιών γέρασαν, σκέβρωσαν , φύραναν κι έρεψαν οι σανίδες τους, κι άφησαν
χαραγματιές . Απόμειναν ξεδοντιασμένες από στολίδια και σιδερικά. Τα ανεμοβρόχια, οι ζέστες και τα χιονιά τις έκαναν αγνώριστες. Ο χρόνος όμως δεν τις νίκησε έμειναν ορθιες, έστω και σακατεμένες, να μολογούν στους περαστικούς την ιστορία του αρχοντικού.
Εμένα όμως οι παλιές τεράστιες αυλόπορτες με αγγίζουν στην καρδιά! μιλούν βαθιά στην ψυχή μου, γιατί πίσω από τις κλειστές πόρτες βλέπω τους ανθρώπους που ζούσαν εκεί , νοικοκυρές και νοικοκυραίους;
Όποιος δεν ξέρει και δεν τις νιώθει τις προσπερνά. Όποιος τις αγαπά, πιάνει εύκολα κουβέντα μαζί τους!
Περνώ και τις χαιρετώ! Τους μιλάω και απαντούν.
Ξέρουν ότι τις πονώ και τις νοιάζομαι κι ίσως αυτές
εμένα. Γιατί για μένα οι κλειστές εξώπορτες έχουν ψυχή. Με καλημερίζουν το πρωί, με καλωσορίζουν σαν
φθάνω στο χωριό και με ξεπροβοδίζουν όταν φεύγω
Ο ξένος τις περιεργάζεται με περιέργεια αλλά αδιάφορα..
Τι σχέση μπορεί νάχει μ’ αυτές; Τι ξέρει για τη ζωή που γενιές ολόκληρες φώλιασε στο σπίτι τους; Τι ξέρει
για τις χαρές και τα ξεχωρίσματα;
Οι τοίχοι των αυλών μισοκρεμίσθηκαν και αυτοί .Τοίχοι φτιαγμένοι από μελετημένα πελεκημένες πέτρες που κατέληγαν σε πέτρινες κολώνες έτοιμες να δεχτούν τίς ξύλινες μεγάλες
πορτες Ανάμεσά τους σιδερένια, διχαλωτά διακοσμητικά. Πόρτες ψηλές επιβλητικές με πλατιές κατακόρυφες δρύινες σανίδες, που ενωνόταν με τεράστια καρφιά, στολισμένες με κλάπες, περίτεχνα χερούλια. Κρατιόνταν με χοντρούς μεντεσέδες από το καφάσωμα και έκλειναν απ’ έξω με μεγάλη σιδερένια κλειδαριά και ‘ένα τεράστιο κλειδί Από μέσα με δύο σιδεριές που με χοντρούς χαλκάδες είχαν φυτευτεί στον τοίχο και έκαναν το άνοιγμα της αδύνατο Δίφυλλές για να μπαίνουν τα ζώα φορτωμένα με τον καρπό ή το άλεσμα της χρονιάς.
Η μια πόρτα ήταν σταθερά κλειστή με τη σιδεριά από πίσω Για να μπεις τραβούσες ένα σκοινί που άνοιγε το ξύλινο μάνταλο.

Στην κορυφή την πόρτα την στεφάνωνε καλοπλανισμένη σκεπή μεγάλη μέσα κι έξω και την προφύλαγε ενώ το καλοκαίρι εκεί απλώνανε οι νοικοκυρές τα κορόμηλα, τα δαμάσκηνα και αλλά φρούτα για να ξεραθούν. Η αυλόπορτα ήταν η επαφή με τον κόσμο, πόρτα και παράθυρο στην μικρή κοινωνία του χωριού. Μέσα από την πόρτα τα μυστικά επτασφράγιστα έξω από αυτήν άλλη ζωή.
Περπατώντας ανάμεσα σε κλειστά η μισογκρεμισμένα σπίτια νοιώθει κανείς να στοιχειώνεται από φαντάσματα που μιλούν με το δικός του τρόπο για τα περασμένα μεγαλεία.
Με πέτρα χτίζεται η αγάπη του ανθρώπου για το σπίτι του , σ΄αυτό στεγάζει τα ονειρα του και απότελέι ασφάλεια
προστασία του. Σέ αυτό κρύβει τις μικρές και μεγάλες χαρές τους, τις λύπες και τούς καημούς. Κλείνοντας την πόρτα,
κλείνει και όλον τον κόσμο έξω. Αλήθεια, πόσο τρομερό πράγμα είναι να εγκαταλείπεις το σπίτι σου;
Πόσος πόνος, φόβος ή απελπισία χρειάζεται για να αναγκαστείς να το παρατήσεις;
Περπατώντας ανάμεσα στα γκρεμισμένα σπίτια νοιώθει κανείς οι τόποι να στοιχειώνονται από φαντάσματα.
Ακούει τις φωνές των ανθρώπων που έζησαν εκεί, το κλάμα των μωρών που γεννήθηκαν, το νανούρισμα της μάνας,
το τραγούδι του ερωτευμένου. Οι άνθρωποι των ορεινών χωριών του βοίου πάλεψαν σε όλη τους τη ζωή με τις δυστροπίες της φύσης και κατάφεραν να εξημερώσουν μέρη άγρια και δυσπρόσιτα. Με μόχθο, ευρηματικότητα και υπομονή κατάφεραν πολλά βασισμένοι σε λίγα. Όταν αυτοί οι άνθρωποι πήραν την απόφαση αν φύγουν από τη γη των
παππούδων τους είχε πια ωριμάσει μέσα τους η ελπίδα πως αλλού θα ζήσουν πιο ανθρώπινα, αυτοί και τα παιδιά τους.
Κατέβηκαν λοιπόν στις πόλεις για να μπορούν να δουλέψουν, τα παιδιά να μορφωθούν, να ξεφύγουν από την αγωνία
της καθημερινής επιβίωσης
Τα χωριά μας ερήμωσαν , τα βουνά αγρίεψαν, οι πέτρες χορτάριασαν, τα χωράφια δάσωσαν, το χώμα αδυνάτισε και όλα πήραν την κάτω βόλτα. Το Ανω Βόιο ζει το δικό του δράμα καθώς αργοπεθαίνει από εγκατάλειψη και ερήμωση και κανείς αρμόδιος δεν φαίνεται να συγκινείται και ασχολείται με την περιοχή παρα μόνο προεκλογικά για υφαρπαγή των ψήφων

Όλοι όσοι έχουν απομείνει στο χωριό γνωρίζουν καλά ότι κάποιος φεύγει δεν αναπληρώνεται από κανέναν. Μια πόρτα , ένα σπίτι που κλείνει ρημάζει και χάνεται. Η γειτονιά σβήνει και η καλημέρα γίνεται δυσεύρετη. Πονάω γι’ αυτήν την απώλεια ! Τ’ αγαπάω τα βουνά και τα θυμάμαι από παιδί ολοζώντανα, γεμάτα , από κυπριά, φωνές, τραγούδια. Τώρα περπατώντας στα χορταριασμένα μονοπάτια του χωριού, οι μυρωδιές από τα «γιαννάκια» , την μέντα το τσάι το δυόσμο, σε πιάνουν απ’ τη μύτη, ενώ πονάει η ψυχή σου βλέποντας τη σημερινή κατάσταση και ερχονται στο μυαλό σου τόσες άλλες βουνίσιες μνήμες, δημιουργώντας σου την ψευδαίσθηση ότι γράφοντας λίγες γραμμές για αυτά που χάθηκαν, τα βουνά θα ζωντανέψουν, θα ανασταλεί ο αφανισμός…