Με το Mundial σε πλήρη εξέλιξη, με το βλέμμα προς τις καλοκαιρινές διακοπές, αλλά και με την επικαιρότητα στραμμένη σε σημαντικά γεγονότα (εθνικά και δημοσιονομικά), ίσως είναι λίγο άχαρο να ασχολούμαστε με το μακροχρόνιο σχεδιασμό του αγροτικού μας τομέα και κατά συνέπεια με τη παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας μας. Επειδή όμως τα παραπάνω ενδιαφέροντα δεν αποτελούν ούτε πρώτη, ούτε καν δεύτερη προτεραιότητα, ειδικά αυτή τη χρονική περίοδο και ακόμη πιο ειδικά για τη συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα (αγρότες και κτηνοτρόφους), νομίζω ότι αξίζει να ασχοληθούμε με το θέμα. Οι υποχρεώσεις εξάλλου για τη παραγωγή και την επιβίωση αποτελούν πιο σημαντικές αξίες για τους αγρότες.

Και για να ρθούμε στο θέμα μας, όταν λέμε μακροχρόνιο σχεδιασμό αναφερόμαστε στη ΝΕΑ ΚΑΠ (Κοινή Αγροτική Πολιτική) της Ευρωπαικής Ένωσης για μετά το 2020 και το συμβούλιο υπουργών της Ε.Ε. που πραγματοποιήθηκε τη περασμένη Δευτέρα.

Οι συζητήσεις όχι μόνο βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο, αλλά έχουν πλέον διαμορφωθεί οι στόχοι και οι άξονες, ενώ έχουν δοθεί στη δημοσιότητα τα περιγράμματα των επιμέρους μέτρων πολιτικής.

Εκείνο που δεν έχει αποφασιστεί ακόμη είναι, οι διαθέσιμοι πόροι. Τα χρήματα δηλαδή που θα έχει στη διάθεσή της η Ευρωπαική Επιτροπή για την υλοποίηση των μέτρων πολιτικής.

Αυτά όμως για τους τεχνοκράτες των Βρυξελών και για τις ηγεσίες των αντίστοιχων υπουργείων των χωρών-μελών. Για τους αγρότες μας όμως το ενδιαφέρον εστιάζεται στη δύσκολη καθημερινότητα και πραγματικότητα. Τα προβλήματα είναι πολλά, λίγο πολύ γνωστά, τα περισσότερα των οποίων εστιάζονται σ’ αυτή την έρμη έννοια της παγκοσμιοποίησης. Που μυαλό για το αύριο. Η επιβίωση στο σήμερα είναι κυρίαρχο ζήτημα.

Κι όμως, τα συλλογικά όργανα των αγροτών, οι συντεταγμένοι φορείς της υπαίθρου δεν έχουν λόγο μόνο το χειμώνα, στις κινητοποιήσεις. Οφείλουν και πρέπει να έχουν ρόλο και λόγο και όλη τη διάρκεια του έτους και τώρα μάλιστα που σχεδιάζονται πράγματα που τους αφορούν για τα οποία δε θα πρέπει να είναι απόντες. Εν κατακλείδι, οι Έλληνες αγρότες θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα ανήσυχοι για τις εξελίξεις που συνδέονται με την Κοινή Αγροτική Πολιτική, προκειμένου να αποτραπεί ένα πιο νεοφιλελεύθερο μοντέλο στήριξης του αγροτικού τομέα, που προσπαθούν κάποιες χώρες να επιβάλλουν.

Η χώρα μας και πιο συγκεκριμένα το Υπουργείο Γεωργίας παρακολουθεί από κοντά τα τεκταινόμενα και έχει μάλιστα κάνει και τις συμμαχίες του σε επίπεδο Ευρωπαικής Ένωσης. Συγκεκριμένα, έξι (6) χώρες, οι έξι υπουργοί γεωργίας, της Ελλάδας της Γαλλίας, της Πορτογαλίας, της Ισπανίας, της Φινλανδίας, και της Ιρλανδίας, έχουν συμμαχήσει και διεκδικούν τη διατήρηση των πόρων για τον αγροτικό τομέα στα ίδια επίπεδα με τη προηγούμενη περίοδο, σε αντίθεση με κάποιες άλλες χώρες που πιέζουν για μείωση των πόρων και τη κατανομή τους σε άλλους τομείς.

Αν υλοποιηθεί η απόφαση για μείωση των πόρων, θα μειωθεί το εισόδημα των αγροτών μας κατά 16-20%, σε μια περίοδο μάλιστα που η βιωσιμότητα των αγροτικών εκμεταλλεύσεων, κυρίως των κτηνοτροφικών, συμπιέζεται δραματικά.

Αυτά σχετικά με τα δημοσιονομικά. Όσον αφορά τα νέα μέτρα που εισάγονται, σύμφωνα με τα κείμενα που έχουν δημοσιευτεί μέχρι στιγμής:

  • Εισάγεται ένας νέος όρος, του Αυθεντικού Αγρότη (Genuine Farmer), σαν συνέχεια του «κατά κύριο επάγγελμα» αγρότη ή του «ενεργού» αγρότη, που συνηθίσαμε ν’ ακούμε στο παρελθόν. Το κάθε κράτος-μέλος θα πρέπει να δώσει τον δικό του ορισμό, καθώς θα είναι αυτός που θα δίνονται οι άμεσες ενισχύσεις, θα πραγματοποιεί μεταβιβάσεις δικαιωμάτων, κ.α..
  • Οι κανόνες της περιβαλλοντικής προστασίας θα γίνουν πιο αυστηροί, καθώς η κατανομή των ενισχύσεων για τη «πολλαπλή συμμόρφωση» θα είναι πλέον για λίγους.
  • Η μεταφορά πόρων από τις άμεσες ενισχύσεις προς την αγροτική ανάπτυξη είναι μια πιθανή εκδοχή, εφόσον μειωθούν οι συνολικοί πόροι για τον αγροτικό τομέα. Σ’ αυτή τη περίπτωση θα μειωθούν κι άλλο οι επιδοτήσεις των αγροτών.

Για όλα αυτά και για ακόμη περισσότερα οι συλλογικοί φορείς των αγροτών θα πρέπει να έχουν άποψη, καθώς άποψη θα πρέπει να έχουν και για τις εθνικές πολιτικές και για το παραγωγικό πρότυπο της κάθε περιφέρειάς. Να μη αφήσουν σε άλλους να σχεδιάζουν και να αποφασίσουν για αυτούς.

Σε κάθε περίπτωση η στρατηγική για τη χώρα μας δεν μπορεί να είναι άλλη, εκτός από τη στήριξη της πραγματικής παραγωγής και η ενίσχυση της παραγωγικότητας του αγροτικού τομέα, με στόχο την ανταγωνιστικότητα των προιόντων, την διατροφική επάρκεια του πληθυσμού και τη τόνωση των εξαγωγών.

ΜΙΜΙΚΟΣ ΚΩΣΤΑΣ

Γεωπονος τ.ε.