Από το 2015 ο Νόμος 4342 εναρμόνισε την ελληνική νομοθεσία με την Οδηγία 2012/27/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου της Ευρώπης, ενσωματώνοντας τις κατευθύνσεις για την Ενεργειακή Απόδοση. Έχει θεσπιστεί πλαίσιο μέτρων για την προώθηση και εφαρμογή των Εθνικών Σχεδίων Δράσης για την Ενεργειακή Απόδοση καθώς και τα αντίστοιχα Καθεστώτα Επιβολής Υποχρέωσης Ενεργειακής Απόδοσης. Από την 1η Ιανουαρίου 2017 θεσπίζεται καθεστώς επιβολής της υποχρέωσης ενεργειακής απόδοσης.  Με τον τρόπο αυτό  εξασφαλίζεται ότι οι διανομείς ενέργειας ή/ και οι εταιρείες λιανικής πώλησης ενέργειας που ορίζονται ως υπόχρεα μέρη,  και λειτουργούν στην Ελληνική Επικράτεια, επιτυγχάνουν έναν σωρευτικό στόχο εξοικονόμησης ενέργειας στην τελική χρήση έως τις 31 Δεκεμβρίου 2020.

Αναφορικά με τον Κτιριακό Τομέα, η Διεύθυνση Ενεργειακών Πολιτικών και Ενεργειακής Αποδοτικότητας της Γενικής Γραμματείας Ενέργειας και Ορυκτών Πρώτων Υλών του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, έχει την ευθύνη σύνταξης έκθεσης μακροπρόθεσμης στρατηγικής, καθώς και την κατεύθυνση σε κινητοποίηση επενδυτικών δράσεων για την ανακαίνιση του κτιριακού αποθέματος (κατοικίες, εμπορικά κτίρια, δημόσια κτίρια και ιδιωτικά).

Στο γενικότερο παραπάνω πλαίσιο και με τις υποχρεώσεις που απορρέουν, αρκετές Περιφέρειες έχουν εντάξει στο Επιχειρησιακό τους Πρόγραμμα συγκεκριμένες Δράσεις-Προσκλήσεις σχετικές με δράσεις βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης των δημοσίων κτιρίων, με παραπομπές σε αντίστοιχους Άξονες Προτεραιότητας για την επίτευξη Ειδικών και Θεματικών Στόχων.

Τέτοιες Δράσεις-Προσκλήσεις έχουν στόχο την ενεργειακή αναβάθμιση των ενεργοβόρων δημοσίων κτιρίων με σκοπό την επίτευξη των εθνικών στόχων που έχουν τεθεί στο Εθνικό Σχέδιο Δράσης για την Ενεργειακή Απόδοση (ΕΣΔΕΑ). Τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα αφορούν κυρίως στη μείωση της ενεργειακής κατανάλωσης, στην παράλληλη μείωση εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα καθώς και στη διείσδυση Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας. Επιλέξιμες Παρεμβάσεις στις συγκεκριμένες δράσεις αποτελούν επεμβάσεις στο κέλυφος (Αντικατάσταση κουφωμάτων, Θερμομόνωση) και στην Αναβάθμιση Συστήματος Θέρμανσης και Κλιματισμού, Τοποθέτηση Διατάξεων Αυτομάτου Ελέγχου, κλπ. Συμπερασματικά οι συγκεκριμένες δράσεις χρηματοδοτούν 100% το σύνολο των ενεργειακών επεμβάσεων.

Από την άλλη, τα τελευταία χρόνια, υπάρχει αυξημένο ενδιαφέρον για την παροχή ενεργειακών υπηρεσιών μέσω ιδιωτικών εταιρειών για την επίτευξη ενεργειακών και περιβαλλοντικών στόχων. Συγκεκριμένα, εταιρείες που παρέχουν ενεργειακές υπηρεσίες στους τελικούς χρήστες ενέργειας, συμπεριλαμβανομένης της προμήθειας και εγκατάστασης ενεργειακά αποδοτικού εξοπλισμού ή / και της ανακαίνισης του κτιρίου, άρχισαν να λειτουργούν στην ευρωπαϊκή αγορά.

Αυτές οι εταιρείες ενεργειακών υπηρεσιών (ESCO), διαφορετικά από τους παραδοσιακούς συμβούλους ενέργειας ή τους προμηθευτές εξοπλισμού, μπορούν επίσης να χρηματοδοτήσουν ή να οργανώσουν τη χρηματοδότηση της λειτουργίας και η αμοιβή τους να συνδέεται άμεσα με την εξοικονόμηση ενέργειας που επιτυγχάνεται.

Ως εκ τούτου, οι ESCO αποδέχονται κάποιο βαθμό κινδύνου για την επίτευξη βελτιωμένης ενεργειακής απόδοσης σε εγκατάσταση χρήστη και έχουν την πληρωμή τους για τις υπηρεσίες που παρέχονται με βάση (είτε στο σύνολο, είτε εν μέρει) την επίτευξη αυτών των βελτιώσεων ενεργειακής απόδοσης.

Τα τρία κύρια χαρακτηριστικά μιας ESCO είναι:

  • Οι ESCO εγγυώνται εξοικονόμηση ενέργειας ή / και παροχή του ίδιου επιπέδου ενεργειακής υπηρεσίας με χαμηλότερο κόστος. Μια εγγύηση καλής εκτέλεσης μπορεί να λάβει διάφορες μορφές. Μπορεί να περιστρέφεται γύρω από την πραγματική ροή εξοικονόμησης ενέργειας από ένα έργο, μπορεί να ορίσει ότι η εξοικονόμηση ενέργειας θα είναι επαρκής για την αποπληρωμή του μηνιαίου κόστους εξυπηρέτησης του χρέους ή ότι το ίδιο επίπεδο ενεργειακής εξυπηρέτησης παρέχεται για λιγότερα χρήματα.

  • Η αμοιβή των ESCO συνδέεται άμεσα με την εξοικονόμηση ενέργειας που επιτυγχάνεται.

  • Οι επιχειρήσεις ESCO μπορούν να χρηματοδοτήσουν ή να βοηθήσουν στην οργάνωση χρηματοδότησης για τη λειτουργία ενός ενεργειακού συστήματος με την παροχή εγγύησης εξοικονόμησης.

Δυστυχώς ακόμα στην Ελλάδα οι Eταιρείες Ενεργειακών Υπηρεσιών (ESCO) δεν βρήκαν το πεδίο της αγοράς που δυνητικά θα τους αναλογούσε και αυτό επικεντρώνεται στην Έλλειψη Εξοικείωσης στην αντιμετώπιση κινδύνων, στην Έλλειψη προσιτής και κατάλληλης τεχνολογίας και στην Έλλειψη πρόσβασης σε κεφάλαιο χρηματοδότησης και πίστωσης. Επιπλέον το υψηλό κόστος επεμβάσεων καθώς και η επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής της επένδυσης (πάνω από δέκα χρόνια) καθιστά οποιαδήποτε σκέψη για επένδυση άκυρη.

Εμπειρία στον ευρωπαϊκό χώρο δείχνει πως η μεταβίβαση του επενδυτικού κινδύνου, εν μέρει στον ιδιοκτήτη, έχει θετικά αποτελέσματα.

Μία πρόταση που θα μπορούσε να εξεταστεί είναι η χρηματοδότηση, μέσω Περιφερειακών Επιχειρησιακών Προγραμμάτων, παρεμβάσεων όχι στο σύνολο τους, παρά μόνο σε ένα ικανοποιητικό ποσοστό, για παράδειγμα 70% σε επιλέξιμες παρεμβάσεις μόνο στο κέλυφος του Κτιρίου, αφήνοντας το υπόλοιπο 30% στη δυνατότητα σύμπραξης με των ιδιωτικό τομέα (ESCO).

Έτσι ενεργοποιείται η εύρεση ιδιωτικών κεφαλαίων, κινείται η αγορά και επιτυγχάνεται Μόχλευση. Μόχλευση σαν διασπορά του κεφαλαίου σε διαφορετικές επενδύσεις και όχι σαν μέσo κερδοφορίας από το τίποτα.

Δημοσιεύθηκε στο Energypress

Αντώνης Δημητρίου

Διπλ Μηχανολόγος Μηχανικός & Αεροναυπηγός