Η αναδιάρθρωση της ανώτατης εκπαίδευσης στη χώρα μας τέθηκε ως θεωρητική συζήτηση πριν από 15 χρόνια περίπου. Πλέον, έχουν ωριμάσει οι συνθήκες για τη μετατροπή αυτής της συζήτησης σε πρακτικές ενέργειες, όπως φάνηκε από την ίδρυση του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής. Στο παραπάνω πλαίσιο, ξεκίνησαν σε όλη την Ελλάδα και προωθούνται από την πολιτεία το τελευταίο διάστημα οι σχετικές συζητήσεις για συνέργειες μεταξύ των Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων και των Πανεπιστήμιων. Ήδη έχουν προωθηθεί προς ψήφιση στη Βουλή νομοσχέδια που αφορούν συνέργειες Πανεπιστημίων και ΑΤΕΙ (Ιονίου Πανεπιστημίου – ΑΤΕΙ Ιονίων Νήσων και Πανεπιστημίου Ιωαννίνων – ΑΤΕΙ Ηπείρου), αναμένεται το σχέδιο νόμου για τα ιδρύματα ανώτατης εκπαίδευσης στην Περιφέρεια Θεσσαλίας και έχει κατατεθεί το πόρισμα της Επιτροπής διερεύνησης συνεργειών μεταξύ του Διεθνούς Πανεπιστήμιου και των ΤΕΙ Κεντρικής Μακεδονίας και Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης. Στην Περιφέρειά μας έχει συγκροτηθεί με Υπουργική απόφαση Επιτροπή Διερεύνησης συνεργειών, αποτελούμενη από εκπροσώπους των 2 Ιδρυμάτων και μέλη ΔΕΠ άλλων Ιδρυμάτων, η οποία έχει καταθέσει την πρότασή της στην ηγεσία του Υπουργείου.

Οι διοικητικοί υπάλληλοι του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας, ως ένας από τους βασικούς πυλώνες του Πανεπιστημίου και σημαντικό μέρος του στελεχιακού δυναμικού του Ιδρύματος και ως άμεσα ενδιαφερόμενοι, τόσο για την εξέλιξη του Πανεπιστημίου και την ανάπτυξη της περιοχής, όσο και για την επαγγελματική τους σταθερότητα και σταδιοδρομία, συζήτησαν την προοπτική συνέργειας μεταξύ των δύο ιδρυμάτων σε Γενική τους Συνέλευση και κατέληξαν στο εξής κείμενο σημείων:

1) Η μετεξέλιξη των δύο εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων σε ένα, βασιζόμενη στο ρητό «η ισχύς εν τη ενώσει», θέτει τις βάσεις για τη δημιουργία ενός αξιόλογου, δυναμικού, υψηλού κύρους με αναβαθμισμένο status επιστημονικού και ερευνητικού πόλου, ο οποίος θα δημιουργήσει συνθήκες περαιτέρω ανάπτυξης στην περιοχή μας. Το νέο Πανεπιστήμιο με τη δυναμική, που θα διαθέτει ως συνέχεια των δυο υπαρχόντων Ιδρυμάτων, θα μπορέσει να αναπτύξει περαιτέρω την επιστημονική έρευνα και καινοτομία για τους φοιτητές του και επιπρόσθετα θ’ αποτελέσει μοχλό ανάπτυξης και μεταφοράς γνώσης και στους παραγωγικούς φορείς της Δυτικής Μακεδονίας. Ακόμη, η λειτουργία των διετών κύκλων σπουδών τεχνικής εξειδικευμένης εκπαίδευσης θα καλύψει την ανάγκη της τοπικής αγοράς εργασίας για επαρκές καταρτισμένο ανθρώπινο δυναμικό με πιστοποιημένους τίτλους σπουδών.

2) Η λειτουργία ενός ισχυρού και με προοπτική ανάπτυξης Πανεπιστημίου, που θα παρέχει επιστημονική γνώση και εξειδίκευση σε τομείς, στους οποίους τα λειτουργούντα επί σειρά ετών τμήματά του έχουν καταξιωθεί, αλλά και σε αντικείμενα σχετικά με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και τη δυναμική της Περιφέρειας, θα καλύψει πάγια αιτήματα των τοπικών και κοινωνικών φορέων της περιοχής.

3) Η δομή και τα τμήματα του νέου Πανεπιστημίου θα πρέπει να αποτελούν το επιστέγασμα της αξιολόγησης των πραγματικών ακαδημαϊκών και αναπτυξιακών αναγκών και όχι τη συγκυριακή αντιμετώπιση προσωπικών, πολιτικών και συντεχνιακών προσδοκιών και μεγαλεπήβολων σχεδίων, ώστε το νέο Ίδρυμα να συμβάλλει στη συγκράτηση του επιστημονικού και φοιτητικού δυναμικού και στην οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική ανάπτυξη της Περιφέρειας.

4) Η διελκυστίνδα και ο «φόβος» τυχόν απώλειας «κεκτημένων», στην περίπτωση της συνέργειας των δύο Ιδρυμάτων, χρειάζεται να παραμεριστεί, καθώς τα οφέλη των συνεργασιών και των συνεργειών είναι περισσότερο σημαντικά από τη μοναχική πορεία. Ακόμη και Ιδρύματα μεγάλου μεγέθους καταφεύγουν σε αλληλεπίδραση και ώσμωση με άλλα Ιδρύματα. Η δημιουργία ενός μεγάλου και δυναμικού Ιδρύματος, το οποίο θα διαθέτει ένα ευρύτερο σχέδιο στρατηγικής ανάπτυξης, θα μεγιστοποιούσε τα πλεονεκτήματα. Τελικά, η αξία του νέου ιδρύματος θα είναι μεγαλύτερη από το απλό άθροισμα των αξιών των επί μέρους Ιδρυμάτων, υιοθετώντας τις καλύτερες πρακτικές τους, καλλιεργώντας εμπιστοσύνη και αφοσίωση στο προσωπικό και τους φοιτητές και ωθώντας σε ένα νέο brand, σε ένα νέο πανεπιστήμιο υψηλού κύρους.

5) Η δημιουργία ισχυρών Ιδρυμάτων προτάσσεται πλέον από τις συνθήκες της αγοράς, της οικονομίας, αλλά και από την εξέλιξη των επιστημών. Η επιβίωση των εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων κρίνεται από το κατά πόσο θα ανταποκριθούν στις απαιτήσεις των νέων, για ευέλικτη εκπαιδευτική μεθοδολογία, για υψηλής ποιότητας προγράμματα σπουδών σε κλάδους αιχμής, τα οποία θα καλύπτουν μεγάλο εύρος επιστημονικών πεδίων και θα προσφέρουν έναν αναγνωρισμένο και αξιόπιστο τίτλο σπουδών.

6) Στην πιθανή συνεργασία των δύο ιδρυμάτων θα πρέπει να ληφθεί ως δεδομένο η διατήρηση των οικονομικών απολαβών και δικαιωμάτων, των εργασιακών συνθηκών και των υπαρχόντων θέσεων εργασίας για τους διοικητικούς υπαλλήλους. Η οποιαδήποτε μετακίνηση προσωπικού θα πρέπει γίνει με τη συγκατάθεση του μετακινούμενου και δεν θα γίνει αποδεκτή οποιαδήποτε πιθανή απώλεια εισοδήματος. Επίσης, ιδιαίτερη μέριμνα πρέπει να δοθεί από την πολιτεία στο θέμα της «εργασιακής ομηρίας» των υπαρχόντων συμβασιούχων υπαλλήλων, οι οποίοι με συσσωρευμένη τεχνογνωσία και εμπειρία απασχολούνται με συμβάσεις έργου ή εργασίας εδώ και χρόνια, στελεχώνουν διοικητικές, τεχνικές και άλλες δομές παρέχοντας διοικητικό, διαχειριστικό, τεχνικό έργο και καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες στο Πανεπιστήμιο και ΑΤΕΙ Δυτικής Μακεδονίας, πολλοί δε από
αυτούς για πάνω από 10 χρόνια.

Τασσόμαστε υπέρ ενός μεγάλου και δυναμικού Ιδρύματος με προοπτικές ανάπτυξης για την περιοχή μας και για τη χώρα μας. Είναι βέβαιο ότι το εγχείρημα είναι περίπλοκο και κρύβει ακόμη περισσότερες δυσκολίες που θα αντιμετωπιστούν σε βάθος χρόνου. Αλλά πρόκειται για σπουδαία πρόκληση και ευκαιρία και όπως αναφέρει ο Θουκυδίδης «Τοις τολμώσιν η τύχη ξύμφορος».