Εργο σκληρό και βαθιά πολιτικό, «Το χέρι του Γιάνος» του Ντάνιελ Ντιμέκο, που παρουσιάζεται αυτές τις μέρες στο Θέατρο του Νέου Κόσμου (σκηνοθεσία Ιουλία Σιάμου, Ζωρζίνα Τζουμάκα), διαδραματίζεται στη Μόσχα του 1938, κατά τη μεγάλη επιχείρηση δίωξης των αντισοβιετικών στοιχείων και των φιλικών προς αυτών ατόμων, μια εποχή που σημαδεύτηκε από συλλήψεις, εικονικές δίκες, εκτελέσεις και εξορία στη Σιβηρία. Στην παράσταση αυτή παίζει και η Ελένη Ζαραφίδου, μια ταλαντούχα νέα ηθοποιός που υποδύθηκε την Ισμήνη στην υπερεπιτυχημένη «Αντιγόνη» (σε σκηνοθεσία του Θέμη Μουμουλίδη) που περιόδευσε σε όλη την Ελλάδα το περασμένο καλοκαίρι. Παράλληλα αποτελεί ιδρυτικό μέλος της ομάδας «3rd person theatre group», η οποία έχει παρουσιάσει δύο εξόχως ενδιαφέρουσες δουλειές, τις παραστάσεις «Peer Gynt, no man’s land», που βραβεύτηκε τον Σεπτέμβριο του 2013 με τη διεθνή υποτροφία Ibsen Scholarship 2013 από τον θεσμό του Ibsen Awards στη Νορβηγία, και «Πόση γη χρειάζεται ο άνθρωπος;», που εγκαινίασε την Παιδική Σκηνή του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά.
Πείτε μας μερικά λόγια για την ηρωίδα που υποδύεστε στην παράσταση «Το χέρι του Γιάνος».
«Η Ματίλντα Ζέβιτ είναι μια γερμανίδα συγγραφέας που ζει στη Μόσχα του 1938 λόγω των πεποιθήσεών της, καθώς είναι κομμουνίστρια. Είναι ένα πλάσμα αινιγματικό, που κουβαλάει ένα αμφιλεγόμενο παρελθόν, έχει έναν πολύ σύνθετο ψυχισμό, αθόρυβη και δυναμική ταυτόχρονα, αποδεικνύει ότι οι μεγάλες πράξεις θάρρους γίνονται συχνά με μια λέξη και μάλιστα πολύ φευγαλέα, τόσο που αν δεν είσαι πολύ παρατηρητικός, μπορεί και να τις προσπεράσεις».

Τι κοινό μπορεί να έχει η Σοβιετική Ενωση του 1938 με την Ελλάδα του 2017;
«Το κοινό σημείο των δύο εποχών είναι ότι πρόκειται για μεταιχμιακές ιστορικές περιόδους. Δεν μπορείς να καταλάβεις καθόλου πώς θα είναι η επόμενη μέρα, δεν μπορείς να σχεδιάσεις τίποτα και ανά πάσα στιγμή μπορούν όλα να ανατραπούν. Αυτή η πραγματικότητα επηρεάζει καταλυτικά την ψυχολογία των ανθρώπων, οι οποίοι γίνονται πολύ ευάλωτοι, καθώς ο φόβος για το αύριο καλύπτει κάθε άλλη σκέψη».
 
Το έργο έχουν συνσκηνοθετήσει δύο γυναίκες. Πώς είναι να καθοδηγούν έναν ηθοποιό δύο άνθρωποι στο θέατρο;
«Εχει αρκετές αρετές η συνσκηνοθεσία. Υπάρχει περισσότερος χώρος για αλληλεπίδραση, χάνεται πιο δύσκολα η ψυχραιμία και μπορείς να δεις τα πράγματα από περισσότερες οπτικές γωνίες. Στη δική μας περίπτωση πρόκειται για δύο γυναίκες, έχει και αυτό τη σημασία του. Διότι το σκηνοθετικό δίδυμο επένδυσε αρκετά στην πειθώ και την υπομονή, χαρακτηριστικά που είναι αρκετά θηλυκά, και προτρέπουν τις δημιουργικές διαδικασίες».

Τι άλλο περιλαμβάνουν τα άμεσα επαγγελματικά σχέδιά σας;
«Αφού ολοκληρωθεί ο κύκλος των παραστάσεων στο Θέατρο του Νέου Κόσμου, θα παρουσιαστεί η καινούργια παράσταση της ομάδας the 3rd person theater group, της οποίας αποτελώ ιδρυτικό μέλος, σε συμπαραγωγή με το ΔΗΠΕΘΕ Κοζάνης πάνω στο «Ασμα Ασμάτων», σε σκηνοθεσία Βαλάντη Φράγκου, σε μια καινούργια μετάφραση του Χαράλαμπου Μαγουλά από τις εκδόσεις Εστία. Είναι μεγάλη η χαρά και η συγκίνηση που θα επιστρέψω στα πάτρια εδάφη για αυτή την παράσταση».
Ποιες είναι οι μεγαλύτερες προκλήσεις που καλείται να αντιμετωπίσει ένας νέος καλλιτέχνης στην Αθήνα τού σήμερα;
«Αυτό που για εμένα μοιάζει με τεράστια πρόκληση σήμερα για έναν καλλιτέχνη που ζει και εργάζεται στην Αθήνα, είναι το πώς θα βρει έναν τρόπο να μιλά μέσω της τέχνης στους ανθρώπους, και αυτό να τους κινητοποιεί και να τους ανοίγει δρόμους. Ενστερνίζομαι μια φράση από την Ελίζαμπεθ Κοστέλο, του Κούτσι, που λέει: «Θέλω να βρω έναν τρόπο να μιλάω στους ανθρώπους, ήρεμο και όχι εμπρηστικό, που θα διαφωτίζει, δεν θα είναι ανταγωνιστικός, και δεν θα προσπαθεί να διακρίνει ανάμεσα σε δικαίους και αδίκους, σε σωζομένους και απολυμένους, αμνούς και ερίφια»».
Μεγαλώσατε στην Πτολεμαΐδα. Ποια είναι η πιο πολύτιμη ανάμνηση που κρατάτε από τη ζωή σας εκεί;
«Η μητέρα μου είχε εμπορικό κατάστημα στην Πτολεμαΐδα. Η ώρα που έκλεινε το μαγαζί της τον χειμώνα, και περπατούσαμε τη διαδρομή προς το σπίτι, με τα χλωμά φώτα της μικρής μου πόλης, το χιόνι και τη μητέρα μου να μου κρατάει το χέρι, είναι χαραγμένα μέσα μου ως το αίσθημα της απόλυτης ευτυχίας και της ελπίδας ότι όλα θα πάνε καλά».
Πηγή http://www.tovima.gr/culture/article/?aid=860426&h1=true