Προυτού προυχουρήσου στου Β κιφάλιο, τα πρέπ΄να ξικαθαρίσου μι τ΄λέξ΄ Κιρμαργιό. Του Κιρμαργιό είνι μια γειτουνιά (μαχαλάς ιτότι) τ΄ς Κόζιαντς . Οι Κιρμαργιώτις παλιά τ΄ν ίλιγαν Κιρμαργιό κι όχ΄ Κιραμαργιό. Τώρα τα μι πείτι, απού πού βγαίν΄ του Κιρμαργιό; Ίλιγαν οι παλιότιρ΄, ότ΄ ικεί γύρου ήταν ιένα Κιραμουποιείου, αλλά δεν είπιν καένας που κουντά βρίσκουνταν , έτσ΄,του άγνουστου αυτό κιραμουποιείου γίνγκιν σ΄ν ντουπιουλαλιά κιραμαργιό, αλλά ιπειδή μας αρέζ΄ να τρώμι τα φουνήιντα έφαγαν του α ανάμισα απ΄του ρου κι του μου κι του΄παν Κιρμαργιό. Τα νέα πιδιά ξανάβαλαν του α σ΄θέση τ΄κι ξαναγίνκιν Κιραμαριό. Όπους λέν σήμιρα οι νέοι Σκούρκα. Δεν τ΄ς έφτανιν αυτό όμως κι ιπειδής έκατσαν σι αυτήν τ΄ γειτουνιά κι άλλ΄ άνθρουπ΄ απού άλλα μέρη του διόρθουσαν σι Κεραμαριό. Όπους λέμι π.χ. Φανός απ΄ του Πηγάδ΄του Κεραμαριού. Ου Λάζους ου Κουζιάκ΄ς στου βιβλίου τ΄ «Άκ΄σα, μ΄είπαν κι έγραψα…»* στου κιφάλιου «Ου Θέρους», αναφέρν΄ στ΄σιλίδα 30, σειρά 10 «…κι σ΄ν ανακατουσιά ου Λιόλιους απ΄του Κιραμαριό.» , σ΄ν ίδια σιλίδα, σειρά 23. γράφ΄, «…ήταν κι καμόσ΄ Κιρμαριώτ΄.» στ΄ σειρά 26, γράφ΄ «…αντάμα κι ου Λιόλιους απ΄του Κιρμαριό.» Ακόμα κι η αδελφή του Θωμά Αδ. σε σχόλιο ανάφερε ότ΄ οι παλιοί του ΄λιγαν Κιρμαργιό.

Στα τιλιφταία χρόνια τ΄ς δικαϊτίας του ΄40, στου τρίγουνου που σχηματίζ΄ν οι ουδοί, Κ. Δαβάκη, 3ης Σιπτιμβρίου κι λίγου χαμπιλότιρα απ΄τ΄ν ουδό Αλκέτα (ιτότι δεν υπήρχιν), ικεί που έχν τουν νουντά τ΄ς, ου σύλλουγους «Το Πηγάδ΄του Κεραμαριού» κι όλ΄η πλιβρά προς του σημιρνό Ουδείου, δεν είχιν σπίτια ικεί, ήταν ιένα κιραμουποιείου που έφκιανιν κιραμίδια Βυζαντινού τύπου κι πλιθιά μι άχυρου, είχαν καλούπια, κι τ΄άπλουναν να στιγνώσν. Αλλά η ουνουμασία υπήρχιν, μήπους παλιότιρα ήταν ικεί καένα κιραμοποιείου; Άγνουστου!!

Τώρα μιάν κι μας απάσχολτσιν του όνουμα, να πούμι που βρίσκιτι κι η συνοικία, η γειτουνιά!! Τόσ΄ ξέν΄ διαβάζν, να μην ξέρν που πέφτ΄; Κι αν θέλουμι να πιριγράψουμι του χώρου που πιάν΄ θα του ιπειχιρήσουμι χουρίς να είμιστι πουλιοδόμ΄ή υπεύθυν΄, είνι η εικόνα που έχουμι για τ΄γειτουνιά δίχους να έχουμι τ΄ν απουκλιστικότητα κι χουρίς να έχουμι κι του αλάθητου!! Όσ΄ χαλέβν μπουρούν να μας γράψν αυτά που π΄στέβν!! Η γειτουνιά τ΄Κιραμαργιού είνι στου Νότιουδυτικό μέρους τ΄ς Κόζιαντς. Απού ικεί που φσούν οι αέρδις, πουνεντουγάρμπης, Γαρμπής κι Ουστριουγάρμπης. Τα σας πώ παρακάτ΄ γιατί τα γράφου κατά κάποιουν τρόπου «ναυτικά» ! βρίσκιτι ικεί, απού κεί πού έρχιτι κι του σύννιφου τ΄Γαντιά.

Τώρα ας φκειάσου του πιρίγραμμα τ΄ς γειτουνιάς. Αρχινώ απ΄τ΄διαστραύρωσ΄ τ΄ς οδού Νίκ΄τ΄ Κασομούλ΄(σήμιρα Γκέρτσου) μι τ΄ν Ιωάνν΄ Τράντα , προυχουρώντας στρίβουμι αριστιρά τ΄Χειμάρρας, εκεί που γίνιτι τώρα ου φανός μπουντανάθκα (Μπουγδανάθκα) στρίβουμι διξιά τ΄Μητρουπουλίτ΄ Φουτίου, προυχουρούμι ίσια σιαπάν κι στρίβουμι αριστιρά τ΄Ξινουφώντους, πιρνούμι τ΄Παύλ΄ Μιλά κι συνιχίζουμι στ΄ουδό Μαλούτα, στρίβουμι διξιά τ΄Γ. Τιάλιου, προυχουρούμι κι στρίβουμι αριστιρά τ΄ Κίτσιου, τ΄Φλωρίνης (Εκεί ήταν κάτ΄χαλάσματα κι πιρνούσαμι απού του σπίτ΄τ΄ Κουτσουνίκου), κατέβινάμι αριστιρά του λάκκου (Ζήσ΄Γιαχνίκα) κι διξιά τ΄ν Αμφιλουχίου.*** Στου σημείου αυτό δηλαδή η διασταύρωση λάκκου κι Αμφιλουχίου, είνι του τριεθνές που αναφέρου στου κείμινό μ΄ «Ου Απόιρας» ικεί αριστιρά ήταν του σπίτ΄ τ΄Σταύρη που απ΄όξου άφινιν τ΄χαμάλα τ΄κι τ΄ν πήριν ου απόιρας του ΄51. Η σημιρνή ουδός Αμφιλουχίου ήταν σι τρανό σημείου τ΄ς η μάντρα, «τι μάντρα ρά;» ε, ρά τοίχους, «τι τοίχους ρά;» έ, ρά κι σύ, μι ζάλτσις, ντ΄βάρ΄! «έτσια πέ ρά ,ντ΄βάρ΄»,»ε, ντ΄βάρ΄! «** , του μιγάλου κήπου και του σπιτιού τ΄ Θάνου. Μι τ΄ν ιφαρμουγή του σχέδιου πόλης άλλαξαν λίγου οι τουπουθισίις, ιδώ του ντ΄βάρ΄ ήταν πίσου απ΄ τα σπίτια τ΄ς διξιάς πλιβράς τ΄ς οδού Αμφιλουχίου. Όσου για του «τριιθνές», που σας είπα παραπάν, του λιέου έτσια γιατί ικεί συναντιούντι η γειτουνιά τ΄ Κιρμαργιού, η γειτουνιά τ΄ς Σκ΄ρκας κι η γειτουνιά τ΄ Άη Νικάνορα. Συνιχίζουμι τ΄ν ουδό Ηρουδότου στουν πάτου στρίβουμι ΄ν Ψαρών, μιτά τ΄Δαβάκ΄ , αριστιρά ΄ν Ουλιμπιάδους είνι βέβια κι του γήπιδου μέσα, στρίβουμι αριστιρά ΄ν Αντρέα Παπαντρέου, προυχουρούμι κι στρίβουμι διξιά τ΄ν ουδό Πτουλιμαΐδας, ικεί που είνι ου φούρνους τ΄ Γιουργάκα, ιτότις ήταν οι πλάτις απού του γκαράζ΄ τ΄ν Νουμουμηχανικού, έβαναν μέσα βαρέλια μι άσφαλτουν, ουδουστρουτήρις, γκρέιντιρ, αυτουκίνητα κι άλλά μηχανήματα, έστριβάμι αριστιρά, αφινάμι τουν υπόνουμι διξιά κι έφτανάμι στου σημείου που αρχίντσαμι. Ούτι, πώς του λιέν αρά, αυτόια που του βάντς κι σι ουδηγάει εκεί απ΄ θέλτς να σι παέν, να ήμαν!
Τώρα βέβια μι τ΄θκίμ τ΄ν ικδουχή, πώς να πείς όμους αφνούς που είνι δίπλα απού τ΄ς γραμμές που έβαλα ιγώ, δεν είνι Κιρμαργιώτις; άμα όμους ισθάνουντι έτσ΄ τι να τ΄ς πώ ιγώ,ας είνι Κιρμαργιώτ΄.

Πώς να πείς τώρα τ΄Marela, που κάθονταν σ’ν άλλ΄ τ΄ μιρά στουν άλλουν λάκκου, σ΄ν Μιτρουπουλίτου Φουτίου, αλλά κι όλνους αφνούς απού τ ΄γουνία τ΄ς οδού Χειμάρρας μέχρι του σπίτ΄τ΄Τραντάφυλλ΄ απ΄δούλιβιν σ΄ν καθαριότητα του Δήμου, απέναντι απ΄του σπίτ΄ τ΄ Λιόλιου τ΄ Γκιθώνα, δεν είνι Κιρμαργιώτις; Αλλά, όταν διαχουρίιζ΄ κάτ΄, τα υπάρξ΄ κι παράπλιβρις απώλειις ΄ όπους τ΄ς λέν΄. Αυτήν η πλιβρά ανήκ΄ στ΄ γειτουνιά Μπουντανάθκα. Υπάρχ΄ πουλλές τέτχις πιριπτώσεις.
Τα πρέπ΄να πώ ιδώϊα να προυσέξ΄ πουλύ ου στοιχιουθέτς όταν στοιχιουθιτεί του κείμενου για να του τυπώσουμι μι τυχόν κι κάμ΄ κάναν αλάθουν κι γράψ΄ αντί για Μπουντανάθκα τίπουτας άλλου κι αντί για Marela, Mareva, κι έχουμι καμιά ταραχή παραπάν. Να έχουμι τίπουτα ντράβαλα, φτάν΄ ου Καψιώχας, Καψουχάς ,Καψώχας πώς τουν λέν αρά, είνι κι απ΄του Νιχώρ΄ η καταγουγή τ΄, του χουριό που πιρνούμι να παένουμι για μπάνιου, στουν Λούρου, που τάβαλιν μι τουν Κούλη κι τουν απουκάλισιν θιουριτικό τ΄φασισμού σαν να άκουγιν, έτσ΄λιέει, τουν Σέρτζιο Πανούτσιο! Τι ήταν αυτός αρά Αργιντίνους ή Ιταλός πουδουσφιριστής; γιατί αστόϊσα , πέρασαν κι τόσα χρόνια, τ΄ς Μίλαν ήταν ή τ΄ς Γιουβέντους;

Ου Σουτηράκς απ΄τ΄ν άλλ΄μιρά, αυτός αρά ου παραπάν, Σουτηράκ΄τουν λιέν, αντάμα μ΄αυτήν που του παίζ΄ Μαρία Ριζάν, απέρασιν κι δεν ακόλτσιν,κάθι μέρα απ΄τ΄ν ικπουμπή «Σέκοντ Λούκ», ξιρνούν φουτιές σαν τα πουλιβόλα τ΄Καζάκου, στου έργου τ΄Φώσκουλου, «Κονσέρτο για πολυβόλα».
Άϊντι ρά, μι΄αυτάϊα κι μι΄αυτάϊα κι μι του Κιρμαργιό, ξέφυγα απ΄του θέμα μ΄. άλλά του είχα μέσα μ΄για του Κιρμαργιό κι έπριπιν να του γράψου, ιδώϊα μι δώθκιν η ιφκιρεία κι το ΄γραψα Τα λέμι αρά!!

* » Άκ’σα, μ΄είπαν κι έγραψα…» Βιβλίο του Λάζαρου Μ. Κουζιάκη. Κοζάνη 2008
** Ντ΄βάρ΄ του (ΟΥΣ): πέτρινος τοίχος : ντουβάρι
Το** του Χρ.Αστ.Χ(ί) του Κ( ου)- Λ(ου)τ(ου)Κ.Ι.
Τι είνι αυτάϊα τα ιιρουγλιφικά απ΄μας γράφς αρά, ακούου τουν Χαριλάκ΄, να λιέει!! Ε, ρά «πέτου κι έτσια» ακούου κι γώ να λιέει ου «τα πάντα όλα», Νikualifantov (Έδεσσα. 3 Ιαν., 1939), ποδοσφαιριστής, προπονητής, σχολιαστής
*** Αμφιλουχίου, πρόκειται για την οδό Αμφιλοχίου. Αμφιλόχιος, Επίσκοπος Ικονίου.
Σημ. Η πρόταση «έτσια πέ ρά, ντ΄βάρ΄, «ε ντ΄βαρ΄»σημαίνει: έτσι πέσμου, ντουβάρι, και απευθυνόμενος σε μένα με αποκαλεί, «ντουβάρι»!!

Μήκας Ελίμειος
19 Σεπτ., 2018