Την είχα κλειδώσει την αγάπη… θυμάσαι που στο είχα πει; Την είχα βρει και την είχα κλειδώσει, αλλά αυτή με τον δικό της τρόπο μου έφυγε, πέταξε πάνω από το πέλαγος, μακριά στο ορίζοντα, εκεί που ο ήλιος βυθίζεται στη θάλασσα και βάφει τα πάντα κόκκινα. Και κάθισα στην άκρη του βράχου ανήμπορη να κάνω οτιδήποτε, αλλά ο αέρας άρχισε να φυσάει με μια άλλη διαφορετική νότα. Βλέπεις το καλοκαίρι εξέπνεε τις τελευταίες του ανάσες δίνοντας υποσχέσεις για την επόμενη συνάντηση και σιγά – σιγά μας άφηνε στην αγκαλιά του φθινοπώρου. Πήρα το δρόμο της επιστροφής, δεν είχε νόημα να αγναντεύω το πέλαγος, άρχιζε ήδη να φουρτουνιάζει. Ξυπόλητη περπάτησα στα σοκάκια των καλοκαιρινών μου στιγμών, το χώμα ήδη άρχιζα να το νιώθω βρεγμένο και τα φωτεινά μπλε παράθυρα των διακοπών μου έκλειναν ένα – ένα για να κρατήσουν φυλαγμένες τις αναμνήσεις του καλοκαιριού.
Κι εκεί που ήμουν μια στιγμή πριν ανταμώσω τη θλίψη, μπροστά μου άρχισε να έρχεται το φθινόπωρο, μέσα από τις μυρωδιές, τα χρώματα και τις γεύσεις και η βόλτα άρχισε να αποκτά ενδιαφέρον. Τα χρώματα του φθινοπώρου κυριαρχούσαν παντού, κίτρινες κολοκύθες στις αυλές των σπιτιών, κόκκινα σταφύλια στα χείλη των κοριτσιών και χρυσό μέλι για να με γλυκάνει ακόμα περισσότερο.

Τα γυμνά πόδια μου ένιωσαν την πρώτη βροχή να πέφτει στο χώμα και αυτή η μυρωδιά μου ξυπνούσε αναρίθμητες αναμνήσεις. Ξέφυγα από το δρόμο, δεν ήθελα να βαδίσω στα ίδια μονοπάτια, τι νόημα έχει άλλωστε να μην αναζητήσω κάτι καινούργιο; Μπήκα στο δάσος, ένα απέραντο χαλί από πορτοκαλοκόκκινα φύλλα στρώθηκε σαν με περίμενε να το διασχίσω. Ο ήχος που έκαναν τα βήματά μου ταίριαζε με τον ήχο της φύσης, αρμονικός και μελωδικός. Και να κάπου εκεί στο ξέφωτο στεκόταν η αγάπη. Με περίμενε άραγε ή απλά την βρήκα γιατί την αναζήτησα;

Γράφει η Δήμητρα Ν. Παπανικολάου. Χημικός – Μηχανικός