Ικτός απού τα γνουστά πιδιά απ΄ τ΄γειτουνιά, σιγά-σιγά γίνγκαμι κι φίλ΄ κι μι άλνους, άλλ΄ απού ΄ν Κόζιαν και άλλ΄απ΄τα γύρου χουριά. Απού ‘ν Κόζιαν ήταν ου Μάρκους ου Μπουμπόναρς απ΄τ΄Γιτιά, ου Τάκης ου Καράτζιας απού τα Γκατζουγιαννάθκα, ικεί κουντά ρά, στ΄ς σαράντα μάρτυρις, αν δεν θυμάστι του σπίτ΄τ΄Γκατζουγιάνν΄. Ου Νίκους ου Ντάλλας απ΄ τς Σκ΄ρκα, ου Νίκους ου Βουβουνίκους απ΄ τα Κατσ΄κάθκα, ου Λάζους ου Λάτσκους απ΄τα Λουτρά.

Απ΄τα χουριά έρχουνταν πουλλά πιδιά κι αναγκάζουνταν να νοικιάσν δουμάτια σην πόλ’ γιατί όσου κι κουντά να ήταν τα χουριά τς, που ήταν η συγκοινουνία να παέν κι να έρχουντι;
Πουλλοί απ ΄ ΄ν τάξη μας κι παραπάν αυτοί που ήταν απού τα χουριά Νίσβουρου*, Γενη-Κιόϊ*, Πορτοράζ΄*, Βιλίστ΄*, Κάλλιαν΄* , απ΄τς Βάντσις΄*, Γκόμπλιτσα, απ΄του Κοτζιά Ματλί,νοίκιαζαν στου Κιρμαργιό κι σ΄τς γύρου μαχαλάδις, Μπουντανάθκα, Τζαμάρα. Τα πιδιά που έρχονταν απού τα χουριά: Λαμνήδις, Καραγάτς΄*, Ερτομούς*, Χαϊνταρλή* κι Τζιουμά* νοίκιαζαν στς απάν μαχαλάδις, όπους σν Νιάπουλ΄, στα Ηπειρώτ΄κα. Ιγώ δίνου ,ν ιξήγησ΄, κι παραπάν για τα πιδιά απ΄έρχουνταν απού τα χουριά σιακάτ απ΄Κόζιαν΄, οι πατιράδις στς προυτιμούσαν αφνούς τς μαχαλάδις γιατί οι άνθρωπ΄ έρχουνταν κάθι Σαββάτου στου παζάρ΄ίφιρνιν κι πράγματα άφηναν κι τα ζώα όξου απ΄τα σπίτια π΄κάθουνταν τα πιδιά, διαφουριτικά που να πιρνάς απ’ του κέντρου μι φουρτουμένου του ζώου! Απ΄ του Βιλίστ΄ είχαμι τρία ξαδέρφια μι του όνουμα Δραγώγιας, ο Μανώλτς, ου άλλους ου Μανώλτς κι ου Γιάντς, αν βάλτς κι του άλλουν Μανώλ΄, μας φκιάν΄τέσσιαρς. Ου τιλιφταίους ήταν κάνα δυό χρόνια τρανύτιρους κι πάεινιν στου Γυμνάσιου. Αυτός είνι ου σημιρνός τρανός ζουγράφους, Μανώλης Δραγώγιας. Αυτοί κάθουνταν σ΄ ιένα σπίτ΄παραπάν απού τουν Καραδήμου. Απ΄αυτό του χουριό ήταν κι ου Τσιβούλτς* ου Δουγαλής. Ου Μάρκους ου Τσιρέκας απ΄κάτ ήταν, απ΄ ΄ν ουπάν τ΄Βάντσα ήταν, δεν θυμούμι ντίπ. Αυτός κάθουνταν σ΄ίένα σπίτ΄ σ΄ν ουδό Πατρόκλου, αυτό του στινό μι του γκαλντιρίμ΄* που αρχινούσιν απ΄του σπίτ΄τ΄Κόμπου (είχαν λατουμεία, γλέπου τουν Θόδουρου όσις φουρές ανιβαίνου σην Κόζιαν΄, χρόνια κι αυτός έβαλιν πλάτις για του φανό τ΄Κιρμαργιού παλιά κι τώρα ακόμα στουν φανό του Πηγάδ΄ του Κεραμαριού) κι έβγινιν στου λάκκου. Του σπίτ΄ήταν δίπλα απού του σπίτ΄ τ΄ Πατιά. Τώρα αρκιτά ουνόματα έγραψα να μην σας λουσγιάσου παραπάν . Αλλά δεν μι παέν΄ η καρδιά ρα να μην γράψου κι τς άλνους. Τα τς γράψου αρά κι ας είνι του κείμινου όλου ονόματα! Τι στου καλό ρά, συμμαθητές ήταν κι αυτοί! Τώρα βέβια δεν θυμούμι κι καλά τα χουριά τ΄ς αλλά τα προυσπαθήσου. Ήταν ου Ηρακλής ου Παπαδόπουλους απ΄ τς Λαμνήδις, τι είχαμι πάθ΄μι του Ηρακλή, αυτός ανακατόνουνταν μι τ΄μπάλα κι μας καλνούσιν στου χουριό τ΄να παένουμι να παίξουμι, αυτάϊα σν τρίτ΄κι τιτάρτ΄τάξ΄. Ποιοί πάειναμι; αυτοί που δεν διαβαζάμι κι πολύ.

Ξικινούσαμι κατά τς ιννιά τ΄ χαραή τς Κυριακής, έκουβάμι δρόμουν κι απ΄τν Αγία Παρασκιβή έβγινάμι λίγου παρακάτ΄ απ΄του Κλιούνγκ΄*. Ικεί στου ύψους που είνι τώρα η διαστάβρουσ΄ για τα Τιί, απέναντι ήταν κάτ΄αμπέλια, κι τα ΄χαν κι γιρά πιριφραγμένα μι συρματουπλέγματα για να μην μπαίν τα πρόβατα, αλλά κι κάνας σαν κι μας, σέβινάμι μέσα, μι προυσουχή να μην ξισχίσουσι κι κάνα σακκάκ΄ κι έχουμι κι άλλα. Τέτχια ιπουχή ήταν, έβρισκάμι τίπουτα σταφύλια απ΄ τς κουρφές απ΄τα κούτσουρα απ΄ αυτά π΄δεν τα μαζών για να μην ξυνίσ΄του κρασί, ήταν κι σν άκρα καμόσις άγουρις ντουμάτσις απ΄αυτές π΄δεν γίνουντι κάνγκαμιάφρ κάνα μκρό πιπουνάκ΄ χειμουνιάτ΄κου κι κουρόϊδιβάμι ΄ν πείνα μας, γιατί απ΄τ΄βιασύνη μας ποιός κάθουνταν να φάει του προυΐ στου σπίτ΄τ΄!!

Ποιοί πάειναμι; ου Τάκης ου Καράτζιας, ου Νίκους ου Ντάλλας, αυτοί οι δυό πάειναν κι προυπουνιούνταν μι τουν Ουλυμπιακό, τώρα αν τς γράψου όλνους τα σας πώ τι συνέβκιν σν Καστουριά μι αφνούς τς δυό! Ου Νίκους ου Βουβουνίκους, ου Λάζους ου Λάτσκους, ου Μάρκους ου Μπουμπόναρς, ιγώ κι πουλλές φουρές όταν δεν πάεινιν στου χουριό έρχουνταν κι ου Τσιβούλτς ου Δουγαλής.

Έπιζιν ου Ουλυμπιακός φιλικό πιγνίδ΄μι τ΄Ουριστιάδα τς Καστουριάς. Ου Ουλιμπιακός πήγιν μι τα δέφτιρα. Οι ουμάδις τς Καστουριάς , ου Ηρακλής, η Ουριστιάδα κι ου Άρης ήταν κι του Κέλιτρουν αλλά αυτήν ήταν ντίπ για ντίπ, δεν ήταν κι καλές ουμάδις κι στου προυτάθλημα Δυτικής Μακιδουνίας που του διουργάνουνιν η ΕΠΣΒΔ Μακιδουνίας*, έτρουγαν απού τρία γκόλ κι απάν.

Μην κοιτάτι αργότιρα που έφκιασαν ουμάδα Α΄Ιθνικής κι μείς οι έξυπν΄ απόμναμι να παίζουμι μι τα χουριά που ιτότι δεν ήξιραν τι τα πεί πουδόσφιρου. Σ΄ν ουμάδα πήραν κι τουν Τάκη τουν Καράτζια κι τιρματουφύλακαν τουν Νίκου του Ντάλλα. Του μισμέρ΄νουρίς τς παέν τς πουδουσφαιριστάς σι ιστιατόριο να φάν αλαφρύ φαΐ, γιατί αλλιώς πώς τα παίξν μι γιουμάτου του στουμάχ΄. Απ΄λιέτι, στουν πάτου τς είπιν του γκαρσόν΄ μι φεύγιτι γιατί τα σας φέρουμι κι κουμπόστα! Τς παέν ΄ν κουμπόστα, τν είχαν φκιάσ΄κι λίγου σπιτίσια, ν΄κοιτάει ου Ντάλλας ν΄ξανακοιτάει, που είνι η κουμπόστα ρα Τάκη; ιά μπρουστά σ΄ αρά, δεν τ΄γλέπς; Αφτό είνι ξιάφ΄* αρά, τι κουμπόστα μι λιές!
Τουν Νίκου του Κουζιάκ΄ δεν τουν έπιρνάμι γιατί τουν άφηνάμι να διαβάσ΄κι να γράψ΄ τ΄μιτάφρασ΄απ΄΄ν Kαινή Διαθήκ΄που μας έβανιν αυτός ου ξινέρουτους ου καθηγητής τουν Θρησκιφτικών, ου Κοιλανίτς.

Ου Νίκους κάθουνταν μι τ΄θειά τ΄σν Κουσταντίνου Παλιουλόγου, καμιά πινηνταρά μέτρα προυτού βγούμι στου στιαρουπάζαρου σν Παύλου Μιλά. Γλέπτι ου βιράνγκους ου πόλιμος μας είχιν αφήκ΄μούνγκι τς μάνις μας. Ζούσιν μι τ΄ θειά τ΄ που τουν είχιν τρανή αδυναμία κι τουν έκαμνιν όλα τα χατήρια. Τουν είχιν αγουράσ΄ τ΄μιτάφρασ΄, τ΄ Παναγιώτ΄ τ΄Τριμπέλα*,
Του βραδάκ΄έτριχάμι όλ΄στου σπίτ΄τ΄Νίκου για να πάρουμι τ΄μιτάφρασ΄κι να τ΄γράψουμι κι μείς. Ήμασταν πτώματα απού του πήγινέλα, τ΄ς Λαμνήδις, απ΄τ΄μπάλα, ΄ν πείνα, μας τσάκουνιν αργά του βράδ΄, κι απιρνούσιν η ώρα ώσπου να τν αντιγάψουμι τόσα άτουμα κι είχαμι κι του φόβου να μι μας τσακώσν τίπουτα καθηγητές που έφιρναν φούρλις σν πόλ΄, γιατί μιτά απ΄τς ουχτώ απαγουρέβουνταν η κυκλουφουρία των μαθητών δίχους συνουδεία κηδιμόνα.
Η Ιμπουρική Σχουλή είχιν καλή ουμάδα βόλεϋ κι συναγουνίζουνταν του Γυμνάσιου, τς παραπάν φουρές τ΄ς κέρδιζάμι, αλλά αυτοί είχαν καλή ουμάδα μπάσκιτ.
Ας είνι καλά ου Κώστας ου Σκουρδάς κι ου Τάκης ου Σκόρδας. Μην τς μπιρδέψτι, Σκορδάς ου ιένας, απ΄κάθουνταν πίσου απ΄του γραφείου τ΄Ασημάκ΄κι τ΄Γιώργ΄ τ΄Καρότσ΄, δικηγόρους ου ιένας, δικηγόρους κι βουλιφτής ου άλλους, λίγου παρακάτ απού του Ουλύμπιουν τουν κινηματουγάφουν. Ου άλλους ου Σκόρδας σν ουδό τ΄Γιώρ΄τ΄ Τιόλ΄ σ΄Γιτιά, στουν πάτου,κατιβαίνουντας διξιά, κουντά στου σπίτ΄ τ΄ Θόδουρ΄ τ΄Μάρα μι του λιουφουρείου.

Η ουμάδα απουτιλούνταν απού τουν Στέφανου τουν Τζιαβέλλα, τουν Δίκου τουν Γιάνν΄, τουν Μαντζιάρ΄τουν Βασίλ΄, τουν Τζίκα τουν Φίλιου, τουν Γκατζαβέλλα τουν Γιάν΄ κι τουν Νίκου τουν Τζιουμπάνου. Οι δυό τιλιφταίοι ήταν παλαίμαχ΄ γιατί είχαν σώσ΄ του σχουλειό κάνα χρόνου μπρουστά απ΄του πινήντα. Ακλούτσαν ύστιρα κι νιότιαρ΄, τς θκίζμας σειράς.
Άιντι ρά, τα λιέμι
Λέξις μι *
Νίσβορος ή Ίσβορος= χωριό Λευκόβρυση Γενή-Κιόϊ= χωριό Άργιλλος
Πορτοράζ΄= χωριό Πρωτοχώρι Βιλίστ΄= χωριό Λευκοπηγή
Κάλλιαν΄= Αιανή Βάντσις= χωριά Άνω Κώμη, Κάτω Κώμη
Καραγάτσ΄= χωριό Μαυροδένδρι Ερτομούς= χωριό Ποντοκώμη
Χαϊνταρλή= χωριό Κλείτος Τζιουμάς= χωριό Αμύγδαλα,
Τσιβούλτς= Παρασκευάς
Γκαλντιρίμ΄= η στρώση στενού δρόμου (σοκακιού) με πέτρες ή πλάκες ακόμα και με (σπανίως κυβόλιθους) στερεωμένες με χώμα, με ελαφρά κλίση από τα δύο άκρα προς το μέσον, για την απορροή των νερών.
Κλιούνγκ΄= σωλήνας πήλινος , σπανίως σιδηροσωλήνας. Όνομα που πήρε η Ταβέρνα, από υπάρχοντα σωλήνα με τρεχούμενο νερό, περίπου δύο χιλιόμετρα από την Κοζάνη στο δρόμο για Πτολεμαϊδα και κατ΄επέκταση και η περιοχή.
ΕΠΣΒΔΜ= Ένωση ποδοσφαιρικών Σωματείων Βορειοδυτικής Μακεδονίας. Συμμετείχαν όλα τα ποδοσφαιρικά σωματεία των νομών Κοζάνης, Καστοριάς, Φλώρινας και του νεοσύστατου (1964)νομού Γρεβενών.
Ξιάφ΄= αραιομένη ζάχαρη σε νερό με προσθήκη αποξηραμένων φρούτων: σύκα, δαμάσκηνα, βερύκοκα και σταφίδες και βράσιμο έως ότου μαλακώσουν τα φρούτα.
Συνήθως τρώγεται ως επιδόρπιο και την μεγάλη εβδομάδα, αντί για φαγητό και στις νηστείες.
Παναγιώτης Τρεμπέλας (1886-1977), Θεολόγος καθηγητής Πανεπιστημίου. Μεταφραστής της Καινής Διαθήκης, στην Νεοελληνική.
Σημείωση. Τα πρόσωπα μπορεί να είναι και φανταστικά, τα γεγονότα όμως είναι πραγματικά.
Μήκας Ελίμειος
9 Οκτωβρίου 2018