Κάτι που μου κανε κλικ…Εσάς..??, 

Άνθρωποι του πνεύματος γράφουν για την αγάπη τους..στην αγάπη τους

Οι περισσότεροι από εμάς γνωρίζουμε πόσο εύκολο είναι για τους συγγραφείς και τους καλλιτέχνες να εκφράζονται μέσα από τα έργα τους. Ποιες όμως ερωτικές λέξεις χρησιμοποίησαν οι μουσικοί, οι διανοούμενοι, οι ζωγράφοι, οι συγγραφείς για να το εκφράσουν τον έρωτα; Βρήκαμε ερωτικές επιστολές κάποιων από αυτούς που φανερώνουν την δύναμη των λέξεων όταν το ερωτικό πάθος, τους πλημμυρίζει.

1.Ζέλντα προς Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ: « Το στόμα μου είναι δικό σου»

Εδώ πρόκειται για μία πραγματική «ερωτική σκηνή» μέσω αλληλογραφίας, της δεκαετίας του ’30, μεταξύ των ζευγαριού-συμβόλου της Τζαζ Εποχής. Για την Ζέλντα, πρώτη σύζυγο του διάσημου συγγραφέα Σκοτ Φιτζέραλντ, τα κύρια προβλήματα δεν έγκειτο μόνο στις δυσκολίες στη σχέση του ζευγαριού, αλλά κυρίως στην ασθένειά της, στο κόστος του εγκλεισμού της σε ψυχιατρική κλινική, όπου και πέθανε εξαιτίας μίας πυρκαγιάς, οκτώ χρόνια μετά το θάνατο του συζύγου της από καρδιακή προσβολή. «Σκοτ, είσαι πράγματι πολύ ανόητος – Πρώτον, δεν έχω δώσει σε κανένα το φιλί του αποχαιρετισμού και δεύτερον, κανείς δεν έφυγε, το ξέρεις, αγάπη μου, ότι σε αγαπώ πάρα πολύ για να θέλω κάτι τέτοιο. Εάν είχα μία έντιμη ή ανέντιμη επιθυμία να φιλήσω κάποιον άλλον θα το είχα κάνει. Δεν θα μπορούσα όμως ποτέ να θέλω κάτι τέτοιο-το στόμα μου είναι δικό σου. Ας υποθέσουμε ότι το κάνω – να ξέρεις όμως ότι δεν σημαίνει απολύτως τίποτα. Δεν καταλαβαίνεις ότι εκτός από εσένα και την αγάπη σου, τίποτα άλλο δεν έχει σημασία για μένα; Θα ήθελα να βιαστείς να έρθεις να με κάνεις δική σου, έτσι θα καταλάβεις-μερικές φορές σχεδόν με απελπισία- πόσο θέλω να σε κάνω να νοιώθεις ασφαλής. Τόσο ασφαλής ώστε κανείς δεν θα μπορεί ποτέ να σε κάνει να αμφιβάλεις, όπως εγώ».
2. Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ στη «νεαρή κοπέλα»:  «Η μόνη αλήθεια της ζωής»

Τον Μάϊο του 1943 ο Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ, συγγραφέας του Μικρού Πρίγκηπα, πήγε στο Αλγέρι για να επανενωθεί με τις δυνάμεις της γαλλικής αεροπορίας. ( Ο Σαιντ -Εξυπερύ ώς γνωστόν ήταν ικανότατος αεροπόρος). Εκεί, σε ένα τρένο γνώρισε μια κοπέλα 23 χρόνων, υπάλληλο του Ερυθρού Σταυρού. Παρά το γεγονός ότι ήταν παντρεμένη, ο συγγραφέας την ερωτεύτηκε, μίλησε μαζί της και αλληλογραφούσε για περίπου ένα χρόνο (την αποκαλούσε «νεαρή μου κοπέλα»). Ηταν η τελευταία του αγάπη και ιδού μία οδυνηρή μαρτυρία του έρωτά του:
« Με μελαγχολία έχω ανακαλύψει οτι ο εγωϊσμός μου δεν είναι τόσο μεγάλος, δεδομένου ότι έχω παραχωρήσει σε άλλους τη δύναμη να με κάνουν να υποφέρω. Νεαρή μου κοπέλα, το να δίνεις αυτήν την εξουσία είναι μία γλυκειά αίσθηση. Είναι όμως πολύ μελαγχολικό να βλέπεις να την χρησιμοποιούν. Ετσι φτιάχνονται τα παραμύθια. Ενα πρωί ξυπνάς και λες: « Ηταν απλά ένα παραμύθι». Χαμογελάς με τον εαυτό σου. Κατά βάθος όμως δεν χαμογελάς καθόλου. Γνωρίζεις καλά οτι τα παραμύθια είναι η μόνη αλήθεια της ζωής»
3. Φρίντα Κάλο στον Ντιέγκο Ριβέρα:  «Αγάπησε με λίγο, εγώ σε λατρεύω»

Αυτή μαθήτρια του, αυτός διάσημος ζωγράφος: γνωρίστηκαν, παντρεύτηκαν, μετά αυτός άρχισε να την απατά, αλλά και αυτή στροβιλίστηκε σε παράλληλες σχέσεις. Χώρισαν, ξαναπαντρεύtηκαν, για να ξαναβρεθούν στο τέλος, στο θάνατό της, το 1954. Μία θυελλώδης σχέση! Ιδού ένα δείγμα της τρομερής της ζήλειας:

«Γιατί πρέπει να είμαι τόσο ανόητη και ευαίσθητη και να μην καταλαβαίνω ;oτι τα γράμματα, οι ίντριγκες, οι δασκάλες των … αγγλικών, οι τσιγγάνες-μοντέλα, οι ενδιαφερόμενες της «καλής θέλησης», αυτές που ψάχνουν την «τέχνη της ζωγραφικής» και οι πληρεξούσιες μεγάλων αποστάσεων, όλα αυτά είναι μόνο περιπέτειες και ότι βασικά εγώ και εσύ παρά τις αμέτρητες περιπέτειες, τις κλειστές πόρτες, τις ύβρεις και τους θρήνους, συνεχίζουμε να αγαπάμε ο ένας τον άλλον. (…)
«Αγάπησε με λίγο, εγώ σε λατρεύω»
Victor Hugo «Σας αγαπώ, φτωχέ μου άγγελε, το ξέρετε πολύ καλά και παρόλο αυτό, θέλετε να σας το γράψω. Έχετε δίκιο. Πρέπει ν’ αγαπιόμαστε και μετά πρέπει να το λέμε ο ένας στον άλλο και πρέπει να το γράφουμε και μετά χρειάζεται αυτό το φιλί, στο στόμα, στα μάτια και παντού… Έτσι, αγαπημένη μου, όταν είμαι λυπημένος, σας σκέφτομαι με τον ίδιο τρόπο που τον χειμώνα σκεφτόμαστε τον ήλιο και όταν είμαι χαρούμενος, σας σκέφτομαι με τον ίδιο τρόπο που στον ήλιο σκεφτόμαστε τη σκιά. Βλέπετε, σας αγαπώ με όλη μου τη ψυχή. Μοιάζετε μ’ ένα παιδί και έχετε τη σοβαρή όψη μιας μητέρας, έτσι μαζί με αυτά τα δυο, σας αγκαλιάζω και σας αγαπώ»…

Μαρία Πολυδούρη στον Κώστα Καρυωτάκη

«Πώς δε θα μ’ένιωθε; δε θα συμπονούσε;»

Για τον λυρικότατο έρωτα των δυο ποιητών του μεσοπολέμου μπορούν να γραφτούν πολλά, αλλά οι αναλύσεις και τα λόγια ωχριούν μπροστά στην αυθεντική αποτύπωση της νοηματοδότησης της ύπαρξης μέσω του άλλου, όπως μας δίνεται στην επιστολή της Μαρίας Πολυδούρη στο Κώστα Καρυωτάκη:

«Τίποτε δεν έχει ενδιαφέρον για μένα που δεν είναι από σένα, που δεν μιλεί για σένα, Τάκη. Ετοιμαζόμουν για να βγω έξω, στον καθρέφτη δε βλέπω το δικό μου, βλέπω το δικό σου πρόσωπο·  κατεβαίνω τη σκάλα, στέκω, μου φαίνεται πως σε βλέπω να ανεβαίνεις· στο δρόμο συναντώ έναν γνωστό μου, με σταματά και μου μιλεί, γελώ, και σε μια στιγμή που τον κοιτάζω φεύγει το κεφάλι του, και το δικό σου πηγαίνει στη θέση του… Γελάς; Τα ψηλά δέντρα, ο ουρανός, η θάλασσα, μόλις φθάνουν να χωρέσουν την εικόνα σου· όταν τρώω, βρίσκω ευκαιρία να καταπιώ και λίγα δάκρυά μου. Τάκη, με θυμάσαι καμιά φορά; Πες μου, πονείς λίγο στη σκέψη ότι η αγάπη μου σε σένα είναι μεγάλη σαν ένας μεγάλος πόνος; Γιατί όχι; Πώς μπορεί; Η ψυχή η δική σου, που είναι όμοια πονεμένη με τη δική μου, πώς δε θα μ’ένιωθε; δε θα συμπονούσε;»


Virginia Wolf στον Vita: «Ξεπέρασε τον εαυτό σου, λέω, και έλα.»


«Κοίτα εδώ Vita – ξεπέρασε τον εαυτό σου, και εμείς θα πάμε στο Hampton Court και θα δειπνήσουμε στο ποτάμι μαζί και θα περπατήσουμε στον κήπο στο φως του φεγγαριού και θα έρθουμε στο σπίτι αργά το βράδυ με ένα μπουκάλι κρασί και θα μεθύσουμε, και εγώ θα σου πω όλα τα πράγματα που έχω στο μυαλό μου, εκατομμύρια, μυριάδες
– Δεν θα αναδεύονται με τη μέρα, μόνο με τις σκοτεινές όχθες του ποταμού.
Σκέψου το. Ξεπέρασε τον εαυτό σου, λέω, και έλα.
Αν με φτιάξεις, θα σε φτιάξω.

Σιμόν ντε Μποβουάρ προς τον Ζαν Πολ Σαρτρ: «Αγαπημένε μου, που είναι τόσο γλυκό να σ’ αγαπώ» 

 Σε ηλικία 21 ετών, η Μποβουάρ έγινε η νεότερη καθηγήτρια φιλοσοφίας της Γαλλίας και μπήκε στον κύκλο σπουδών φιλοσοφίας με ιδρυτή το Ζαν Πολ Σαρτρ. Έκτοτε έγιναν δύο εκρηκτικοί εραστές, σωματικά και πνευματικά μέχρι το θάνατο του τελευταίου. Η ερωτική επιστολή της Μποβουάρ που παραθέτουμε εδώ είναι γραμμένη όταν εκείνη ήταν στο Παρίσι και ο Σαρτρ στην Αμερική. Τον παρακαλά να γυρίσει κοντά της, και εκείνος δέχεται….:

«Αγάπη μου.. μου είχες πει κάποτε ότι μ’ αγαπάς επειδή με κάνεις ευτυχισμένη (ίσως να μην το θυμάσαι, λες τόσα πολλά ανόητα πράγματα) λοιπόν αυτή την στιγμή θα πρέπει να μ’ αγαπάς πολύ, γιατί μ’ έκανες ακόμη πιο ευτυχισμένη. Υπερκέρασες ακόμη και το πόσο δυστυχισμένο έκανα τον εαυτό μου εξ’ αιτίας σου. Σ’ ευχαριστώ, είναι τόσο γλυκό να σ’ αγαπάει κανείς, σήκωσες ένα βάρος από την καρδιά μου και τώρα αρχίζω πάλι να ταξιδεύω προς το μέρος σου αργά αλλά σταθερά. Η σκέψη να νοικιάσουμε ένα εξοχικό σπίτι μ’ αρέσει πάρα πολύ. Θα είμαι τόσο ευγενική και καλή, θα δεις, θα σφουγγαρίζω το πάτωμα, θα σου μαγειρεύω όλα τα γεύματα, θα γράφω το βιβλίο σου μαζί με το δικό μου, θα σου κάνω έρωτα δέκα φορές κάθε νύχτα κι άλλες τόσες κάθε μέρα, ακόμη κι αν αισθάνομαι λίγο κουρασμένη. Αγάπη μου… είμαι σίγουρη ότι ποτέ δεν έκανες κάποιον τόσο ευτυχισμένο όσο έκανες εμένα. Μπορείς να είσαι περήφανος. Φαίνεσαι πια τόσο κοντά, αν γυρίσω το κεφάλι μου θα σε δω αναπαυτικά ξαπλωμένο στο κρεβάτι μου, μισοκοιμισμένο και ζεστό, μου φαίνεται ότι μπορώ όποτε θέλω, να πάω να ξαπλώσω δίπλα σ’ αυτό το ζεστό και δυνατό σώμα. Το λαχταρώ. Αγαπημένε μου, που είναι τόσο γλυκό να σ’ αγαπώ».

Διαβάζοντας κανείς την ερωτική επιστολή της Σιμόν ντε Μποβουάρ στον Ζαν Πολ Σαρτρ, ίσως παραξενευτεί, γιατί πολλοί έχουν την εντύπωση ότι η Μποβουάρ ήταν μια χειραφετημένη και ανεξάρτητη γυναίκα που δεν αφέθηκε ποτέ στον έρωτα και τις εντάσεις του. Παρ’ όλα αυτά, η Σιμόν ντε Μποβουάρ στην προσωπική της ζωή ήταν και εκείνη μια γυναίκα που είχε ανάγκη από έρωτα και αγάπη. Η ένθερμη αλλά εξαρχής αντισυμβατική σχέση τους, υμνήθηκε από πολλούς μοντέρνους διανοητές. Εφαρμόζοντας τις φιλοσοφικές αντιλήψεις του Σαρτρ περί απόλυτης ελευθερίας του ατόμου, δεν παντρεύτηκαν ποτέ, ούτε καν συγκατοίκησαν, πλην συντομότατων περιόδων, δεν τεκνοποίησαν ποτέ, ενώ σύνηψαν πολυάριθμες ερωτικές σχέσεις. Έγιναν το πιο γνωστό αντισυμβατικό ζευγάρι διανοουμένων στον πλανήτη.
» Έρωτας  είναι ο παράφορος πόθος δύο σωμάτων και η αγωνιώδης αναζήτηση δύο ψυχών» έλεγε ο Σαρτρ. «Αν θέλει να ξεχάσει κανείς μπορεί, πρέπει όμως, να θέλει» έλεγε η Σιμόν.


Oscar Wilde στον Λόρδο Alfred Douglas: «Δε θα μου λείψεις ποτέ για όσα κάνουμε, αλλά γι’ αυτό που είμαστε μαζί.»

Το σονέτο σου είναι υπέροχο κι είναι θαύμα που αυτά τα κόκκινα, τριανταφυλλένια χείλη σου δεν είναι λιγότερο φτιαγμένα για την τρέλα της μουσικής από ό,τι είναι για την τρέλα του φιλιού. Η λεπτή, αρμονική ψυχή σου περπατά ανάμεσα στο πάθος και την ποίηση. Ξέρω ότι ο Υάκινθος που αγαπήθηκε τόσο τρελά από τον Απόλλωνα την εποχή των αρχαίων Ελλήνων ήσουν εσύ”.
«Δεν είμαστε εραστές λόγω του έρωτα που κάνουμε, αλλά για την αγάπη που έχουμε…
Δεν είμαστε φίλοι, λόγω των γέλιων που ξοδεύουμε, αλλά για τα δάκρυα που μαζεύουμε…
Δεν θέλω να είμαι κοντά σου για τις σκέψεις που μοιραζόμαστε, αλλά για τις λέξεις που δε χρειάζεται ποτέ να πούμε…
Δε θα μου λείψεις ποτέ για όσα κάνουμε, αλλά γι’ αυτό που είμαστε μαζί.»

O Mozart προς Constanze: «Αγαπημένη μικρή γυναίκα της καρδιάς μου!
Λίγο πριν από τον ξαφνικό θάνατό του, σε μια επιστολή τον Σεπτέμβριο του 1790, βρέθηκε στο «Love Letters of Great Men» (δημόσια βιβλιοθήκη) – μια συλλογή ρομαντικής αλληλογραφίας από τους Λόρδο Byron, F. Scott Fitzgerald, James Joyce, Voltaire, Leo Tolstoy, εραστές των γραμμάτων. Ο Μότσαρτ έγραφε στη Constanze από τη Φρανκφούρτη, όπου είχε πάει αναζητώντας αμειβόμενη απασχόληση για να φτιάξει την την οικογενειακή οικονομική τους κατάσταση:
«Αγαπημένη μικρή γυναίκα της καρδιάς μου! Αν είχα μόνο μια επιστολή από εσάς, όλα θα ήταν καλά …
Χαίρομαι, δεν έχω καμία αμφιβολία ότι θα πάρω κάτι εδώ, αλλά δεν θα είναι εύκολο, όπως σκέφτεστε εσείς και μερικοί από τους φίλους μας. – Είναι αλήθεια, είμαι γνωστός και σεβαστός εδώ.  – Όχι – ας δούμε τι θα συμβεί. – Εν πάση περιπτώσει, προτιμώ να πάρω την ασφαλή οδό, γιατί θα ήθελα να ολοκληρώσω αυτή τη συμφωνία με το Χ … γιατί θα έβγαζα κάποια χρήματα, χωρίς να χρειαστεί να πληρώσω τίποτα. Το μόνο που θα έπρεπε να κάνω μετά είναι να δουλεύω, και θα ήμουν πολύ χαρούμενος να το κάνω για τη μικρή μου γυναίκα.»
Περνώντας μερικά πρακτικά ζητήματα που αναφέρει στην επιστολή του, συμπληρώνει:
«Ενθουσιάζομαι σαν παιδί όταν σκέφτομαι πως είμαι μαζί σας πάλι – Αν οι άνθρωποι μπορούσαν να δουν μέσα στην καρδιά μου, θα ένιωθα σχεδόν ντροπιασμένος. Όλα είναι κρύα για μένα – παγωμένα. – Αν ήσαστε εδώ μαζί μου, ίσως θα έβρισκα τις ευγενικές συμπεριφορές που εισπράττω από τον περίγυρό μου πιο ευχάριστες, – αλλά όλα είναι τόσο άδεια. – Αντίο – αγαπημένη μου – είμαι για πάντα ο Μότσαρτ σας που σας αγαπά με όλη του την ψυχή.»
Αλλά ακόμα πιο όμορφη από την υπογραφή είναι το κομμάτι που έρχεται μετά από αυτό. Ο Μότσαρτ παραβιάζει με τους πιο διασκεδαστικούς τρόπους τον κανόνα του Lewis Carroll σχετικά με τα υστερόγραφα και γράφει:
«ΥΓ: – Ενώ γράφω την τελευταία σελίδα, δάκρυα έπεσαν στο χαρτί. Αλλά πρέπει να ευθυμίσω.- Στέλνω έναν τεράστιο αριθμό φιλιών – Βλέπω ένα πλήθος από αυτά – Χα! Χα! … Μόλις έπιασα τρία – Είναι νόστιμα … Σας φιλάω εκατομμύρια φορές.»
Αυτό το στολίδι από το «Love Letters of Great Men» και άλλα αριστουργήματα του είδους, συμπεριλαμβανομένων των εξαιρετικών γραμμάτων του Vladimir Nabokov στη σύζυγό του Véra, της Violet Trefusis στην Vita Sackville-West, της Vita Sackville-West στη Virginia Woolf, της Frida Kahlo στο Diego Rivera και του Franz Kafka στη Felice Bauer.

Επιμέλεια άρθρου Γιακουμή Καλλιόπη
Πηγή Απε-μπε