Η μακαριστή Άννα Καραγκούνη ήταν μια χαρισματική γυναικεία μορφή. Όσοι την γνώριζαν διαπίστωναν χωρίς δυσκολία τις πολλές ικανότητές της να συντονίζει διάφορες πρωτοβουλίες, να εμπνέει τους συνεργάτες της να συμμετέχουν, να πείθει τους συνομιλητές της να συνεισφέρουν, να αναζητεί νέες προτάσεις και κατά το δυνατόν να τις εφαρμόζει.

Είχε ηγετικά χαρακτηριστικά που στην εποχή της την καταξίωναν στον στενότερο κύκλο της αλλά και ευρύτερα στην κοινωνία όπου ζούσε και της έδιναν δυνάμεις για να συνεχίζει το έργο, στο οποίο είχε συνειδητά αφοσιωθεί.

Η φροντίδα της για τα κοινά, το ενδιαφέρον της για τα προβλήματα της γενέτειράς της Κοζάνης και της περιφέρειάς της που είχε οργώσει ως υπάλληλος της Προνοίας στις δύσκολες μεταπολεμικές δεκαετίες, ο παλλόμενος από συναίσθημα, επιχειρήματα και εγρήγορση λόγος της, η ευρύτερη αποδοχή της οποίας έχαιρε, θα μπορούσαν να την είχαν αναδείξει μία έντιμη πρωτοποριακή γυναίκα πολιτικό, ευεργετική για την τοπική κοινωνία.

Ομοίως οι αδιασάλευτες αρχές που στηρίζουν τη σταθερότητα, τη συνοχή και την πρόοδο σε μία οικογένεια, τις οποίες πίστευε και με σαφήνεια, σύνεση αλλά και πάθος μετέδιδε στις νεαρές συζύγους και μητέρες θα είχαν καταξιώσει και την ίδια ως μία υποδειγματική μητέρα και σύζυγο.

Όμως η χαρισματική Άννα Καραγκούνη ακολούθησε τις επιλογές του Απ. Παύλου και με τόλμη αποφάσισε «να μεριμνά τα του Κυρίου». Και διοχέτευσε τον ενθουσιασμό, την εργατικότητα, τις γνώσεις, την ευρηματικότητα της σε έργα πρόνοιας, περίθαλψης, κοινωνικής αρωγής. Ίσως στο σημείο αυτό θα έλεγε κανείς ότι ήταν μία αποτελεσματική εθελόντρια δραστήρια κοινωνική λειτουργός, στηριγμένη σε ανθρωπιστικά ιδεώδη ή σε μια μονομερή αντίληψη του χριστιανισμού με κοινωνική μόνον διάσταση.

Η σεβαστή θεία Άννα, όπως πολλοί νεώτεροι την αποκαλούσαμε, είχε βαθειά πίστη στον Χριστό, σε Αυτόν είχε παραδώσει τη ζωή της και Αυτόν διακονούσε. Η ζωή της ήταν συνυφασμένη με τη θεία λατρεία της Εκκλησίας μας, τη μετοχή στη θεία ευχαριστία, την κατά μόνας προσευχή, τη μελέτη της Αγίας Γραφής και των βιβλίων πνευματικής οικοδομής.

Η πνευματική μητέρα, αδελφή, θεία, φίλη Άννα Καραγκούνη, που σήμερα τιμούμε τη μνήμη της, σε συνδυασμό με τη μεγάλη Δεσποτική και Θεομητορική εορτή της Υπαπαντής του Χριστού, διακρινόταν για την πηγαία ευλάβεια που συναντά κανείς στα μέλη του εκκλησιαστικού πληρώματος της τοπικής Εκκλησίας της Κοζάνης. Ήταν φιλακόλουθη, αναφερόταν με σεβασμό συχνά στον «πάππο Αη Νικόλα» της Κοζάνης και στον Άγιο Νικάνορα της ενορίας της, τηρούσε τα έθιμα που ήταν συνυφασμένα με τη ζωή της Εκκλησίας.

Πέρα όμως από αυτή τη θρησκευτική προπαιδεία, η μαθητεία της στα νεανικά της χρόνια κοντά στον πνευματικό της διδάσκαλο αοίδιμο Μητροπολίτη Σερβίων και Κοζάνης και μετέπειτα Πατρών Κωνσταντίνο Πλατή της άνοιξε την οριζόντια διάσταση του Σταυρού του Χριστού στη μεταπολεμική κοινωνία. Κοντά του, παράλληλα με την πνευματική οικοδομή, την οποία εξασφαλίζει η συμμετοχή στα ιερά μυστήρια της Εκκλησίας μας, η εξομολόγηση, η θεία κοινωνία, ο αδιάλειπτος εκκλησιασμός και η μελέτη των ιερών κειμένων, εμπέδωσε καλά ότι η βίωση του Ευαγγελίου συμβαδίζει με τη μαρτυρία του μέσα στον κόσμο: με λόγια και με έργα. Και τούτο διότι ο Κύριός μας είναι σαφής: το κριτήριο της πίστης μας στον πρόσωπό του και στο κοσμοσωτήριο έργο του περνά από τη μέριμνά μας για τον ελάχιστο πάσχοντα αδελφό του, τον οποίο ταυτίζει με το ίδιο του τον εαυτό.

Η νεαρή ταλαντούχα θυγατέρα του Δημάρχου Στέργιου Καραγκούνη, στις αρχές της δεκαετίας του ’50, διοχέτευσε τον ενθουσιασμό της ηλικίας της, τις οικογενειακές της καταβολές για τα κοινά, τα προσωπικά της χαρίσματα στη διακονία της Εκκλησίας, πολύτιμος βοηθός κοντά στον τότε Επιχώριο Επίσκοπο και πνευματικό της οδηγό: στα κατηχητικά σχολεία, στους κύκλους των νεαρών μητέρων, στη μέριμνα για τους πάσχοντες και τις κατασκηνώσεις.

Όταν ο αοίδιμος Μητροπολίτης Σερβίων και Κοζάνης κυρός Κωνσταντίνος μετετέθη στην Ιερά Μητρόπολη Πατρών, το ποιμαντικό του έργο κλήθηκε να συνεχίσει ο τότε Ιεροκήρυκας της Μητροπόλεως Αρχιμανδρίτης Απόστολος Παπακωνσταντίνου, που γρήγορα καθιερώθηκε ως ο αγαπητός σε όλους πάτερ Απόστολος, ή κατά το τοπικό γλωσσικό ιδίωμα, «ου θκος μας πάτιρ Απόστουλος».

Τα μεταπολεμικά χρόνια ήταν εξαιρετικά δύσκολα, η ανέχεια μεγάλη, το ρεύμα της μετανάστευσης έντονο και το κηρυκτικό, διδακτικό και πνευματικό έργο του Ιεροκήρυκα διευρύνθηκε με τη δημιουργία των μαθητικών οικοτροφείων και την ανάπτυξη των εντευκτηρίων και των κατασκηνώσεων για τη δυνατότητα μόρφωσης και την πνευματική οικοδομή της νεολαίας.

Η μακαριστή Άννα Καραγκούνη μαζί με τις άμεσες συνεργάτιδές της και τα μέλη από τις ομάδες προνοίας, μελέτης της Αγίας Γραφής, κύκλους γυναικών, στήριξαν με όλες τους τις δυνάμεις ένα έργο αγάπης που ενσάρκωνε τις επιταγές του Ευαγγελίου σε μία συγκεκριμένη εποχή κατά τις απαιτήσεις της και στο συγκεκριμένο τόπο κατά τις ανάγκες του. Ακολουθώντας το όραμα του νεαρού τότε Ιεροκήρυκα π. Αποστόλου επί τα ίχνη του Χριστού.

Η αποτίμηση αυτού του έργου είναι γραμμένη στον νου, την καρδιά, τη σκέψη, το χαμόγελο, στη μνεία του ονόματος των εμπνευστών του μακαριστών Επισκόπων Κωνσταντίνου και Αποστόλου, της Άννας Καραγκούνη που σήμερα κατ’ εξοχήν μνημονεύουμε και πολλών συνεργατών τους ἐν σκηναῖς δικαίων ἀναπαυομένων, αλλά και ἐν τῷ μέσω ἡμῶν. Όμως εξίσου εύγλωττη μαρτυρία δίνουν και τα έργα ποιμαντικής υποδομής που άφησαν και οι νεώτεροι τα χρησιμοποιούν για να προσφέρουν τον πνευματικό τους οβολό στην ξηρασία της εποχής μας. Με τη χάρη πάντοτε του Θεού και τις δικές τους μεσιτείες.

Γνώρισα την Άννα Καραγκούνη ένα μεσημέρι στον Λόγγο του Αγίου Διονυσίου στη Ζάκυνθο στις 2 Αυγούστου του 1972. Μόλις είχαμε φτάσει με τη συμφοιτήτριά μου στη Φιλοσοφική Σχολή Ελένη Τσιτσιρίκη για ομαδάρχισσες. ‘Επλαθε «σαλιάρια» με τη μακαρίτισσα Ελένη Νάτσινα στην τραπεζαρία κοντά στη θάλασσα και με ένα πλατύ χαμόγελο και βλέμμα αστραφτερό μας προϋπάντησαν.

Έκτοτε, κοντά στον μακαριστό πνευματικό μου πατέρα και διδάσκαλο της ιεράς παιδείας Μητροπολίτη Πολυανής και Κιλκισίου κυρό Απόστολο τον από Ζακύνθου, μέχρι την ώρα που παρέδωσε το πνεύμα του στον ηγαπημένο του Ιησού, συνεργαζόμασταν για τα κατασκηνωτικά προγράμματα στο Φτελιό.

Για τον κόσμο της κατασκήνωσης η επιβλητική υπεύθυνη Άννα Καραγκούνη, άλλοτε δημιουργούσε ένα δέος με τον αυταρχισμό της, συνακόλουθο του γενικότερου κλίματος εκείνης της εποχής που υπήρχε στην παιδεία, τη διοίκηση, στην οικογένεια και άλλοτε μία ασφάλεια και εμπιστοσύνη με τη στοργή, την κατανόηση και τη φροντίδα της. Και όλα αυτά ανακεφαλαιώνονταν στην προσφώνησή της με το επίθετό της, που περιείχε, τον σεβασμό, την αναγνώριση αλλά και την οικειότητα: η Καραγκούνη! Εξ ου και οι φωνές των παιδιών στην Πλατεία Χαράς του Φτελιού: Ούνη –Ούνη –Ούνη, να η Καραγκούνη. Αντιστοίχως ήταν και η Τρανή ή ακόμη και η Δεσποινίς, σύμφωνα με την παλαιότερη προσφώνηση των μη εγγάμων γυναικών. Σε μία προκατασκηνωτική συνάντηση αποφασίσαμε να τη μετονομάσουμε σε «Σούπερ», λόγω της βενζίνης που κυκλοφορούσε για πρώτη φορά στις αρχές της δεκαετίες του ‘70, αλλά και «θεία» από τη γνωστή τότε διαφήμιση : η θεία Όλγα ξέρει. Και το ομαδαρχείο που προετοιμαζόταν για τη Ζάκυνθο είχε καταλήξει πως για οποιαδήποτε δυσκολία, θα ρωτούσε επί τόπου την κ. Καραγκούνη . Διότι η θεία Άννα ξέρει!

Η μακαριστή Άννα Καραγκούνη ήταν άρρηκτα δεμένη με τον τόπο της και δεν έπαυε να δηλώνει με θαυμασμό ότι ήταν γέννημα θρέμμα της Κοζάνης. Για το ποιμαντικό έργο της Εκκλησίας ο σεβασμός των τοπικών συνηθειών και η γνώση της νοοτροπίας των ανθρώπων μιας δεδομένης κοινωνίας διανοίγουν αγωγούς, για να προσληφθεί ευκολότερα το μήνυμα του Ευαγγελίου. Πρόκειται για μία θεμελιώδη ποιμαντική αρχή που ιδιαίτερα μου τόνιζε ο μακαριστός διδάσκαλός μου και ο ίδιος εφάρμοζε. Γι αυτόν τον λόγο συχνά μνημόνευε με ευγνωμοσύνη τους σοφούς δημογέροντες Αστέριο Καραγκούνη και Ιωάννη Νάτσινα που τους συμβουλευόταν με προσοχή στα πρώτα χρόνια της διακονίας του στην Κοζάνη. Τον ίδιο ρόλο εν πολλοίς επιτελούσε και η θυγατέρα του δημάρχου Καραγκούνη Άννα. Στα πρώτα χρόνια της μαθητείας μου κοντά στον πεφιλημένο δάσκαλό μου, ύστερα από χρόνια σπουδών εντός και εκτός της χώρας μας, βιώνοντας τη μεταβαλλόμενη κοινωνία και τις απαρχές της παγκοσμιοποίησης, κάποια στιγμή με απορία ρώτησα τον Δεσπότη: Μα γιατί τόση επιμονή στην παράδοση της γενέτειρας Κοζάνης;

Η απάντησή του ήταν αποκαλυπτική: «ε, το ‘χουν αυτό οι Κοζανίτες! Αγαπούν με πάθος τον τόπο τους. Και δεν έχουν άδικο, γιατί έχει σπουδαία ιστορία. Εσύ όμως να προσέξεις μία άλλη παράδοση που σέβεται και βιώνει». Με παρέπεμψε στις διακόνισσες του 4ου αιώνα και στην κορυφαία ανάμεσά τους Ολυμπιάδα, που πρόσφεραν ανεκτίμητο έργο στο πνευματικό, ποιμαντικό και φιλανθρωπικό έργο της Εκκλησίας και των Επισκόπων της, όπως οι διακόνισσες συνεργοί του Αποστόλου Παύλου που διαβάζουμε στις Πράξεις των Αποστόλων.

Αυτόν τον ρόλο επιτελούσε και η ίδια, αναβιώνοντας το έργο τους μέσα στη δική της κοινωνία. Γι αυτόν τον λόγο ίσως δεν ήταν τυχαίο που συχνά ανάμεσα στην Αγία Γραφή και το προσευχητάρι βρισκόταν στο προσκεφάλι της οι Επιστολές του ιερού Χρυσοστόμου προς την Ολυμπιάδα και ο βίος της.

Σήμερα η Άννα Καραγκούνη σιωπά για να ακούσει τα λίγα που χρόνος μας επιτρέπει να της πούμε. Εμείς βλέπουμε στο πρόσωπό της μια βέρα Κοζανίτισσα, που αφιέρωσε τη ζωή της στο χωράφι του Κυρίου μας εν μέσω θλίψεων, προσπαθειών, αγώνων αλλά και ελπίδος και επιμονής, χαράς και βαθειάς ικανοποίησης για την αγαθή μερίδα που διάλεξε στην πρώτη της νιότη.

Αιωνία η μνήμη της!

Κοζάνη Κυριακή 3 Φεβρουαρίου

Καθηγήτρια Δήμητρα Κούκουρα

Τμήμα Θεολογίας Α.Π.Θ.