Ένα μείζον ζήτημα που κατά περιόδους αναδύεται στην επικαιρότητα είναι αυτό της παραγωγικής ανασυγκρότησης της Περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας. Ο γεωγραφικός αυτός χώρος περιλαμβάνει τέσσερις νομούς και κατοικείται από περίπου 300.000 κατοίκους. Ταυτόχρονα συνορεύει με δύο χώρες ενώ δε βρέχεται από θάλασσα. Επιπρόσθετα η παραγωγική διαδικασία της Περιφέρειας (Κοζάνη, Φλώρινα) έχει συνδεθεί άμεσα και σχεδόν μονοδιάστατα με τη λειτουργία της ΔΕΗ και κατ’επέκταση με τα ενεργειακά, χαρακτηριζόμενη από πολλούς ως η «ενεργειακή καρδιά» της Ελλάδας. Συγκεντρωτικά, αυτά τα γεωγραφικά και παραγωγικά χαρακτηριστικά δημιουργούν ιδιόμορφες συνθήκες σχετικά με τα στάδια της παραγωγικής ανασυγκρότησης της περιφέρειας.

Τους τελευταίους μήνες έχει προκύψει ένα νέο ζήτημα που αφορά στη συγχώνευση του Πανεπιστημίου με το ΤΕΙ Δ.Μακεδονίας, γεγονός που γεννά ερωτήματα τόσο για το μέλλον αυτών των ιδρυμάτων, όσο και για το ακαδημαϊκό μέλλον της περιφέρειας. Την ίδια στιγμή ξεκινά και μία αναπόφευκτη συζήτηση για το ποιος πρέπει να είναι ο ρόλος του πανεπιστημίου εκτός μητροπολιτικών κέντρων, καθώς και οι ευκαιρίες που προκύπτουν από μία τέτοια μεταρρυθμιστική διαδικασία.

Είναι σαφές ότι ως χώρα έχουμε συνδέσει την τριτοβάθμια εκπαίδευση με την αγορά εργασίας. Έτσι, ανέκαθεν, υπήρχαν «καυτές» και πρωτοκλασάτες σχολές, που έδιναν και δίνουν ακόμα ως ένα βαθμό τη σιγουριά στους σπουδάζοντες ότι θα απορροφηθούν από την αγορά εργασίας ακαριαία. Επιπλέον, υπάρχουν και οι σχολές πυροτεχνήματα που απευθύνονται σε ένα συγκεκριμένο ανθίζοντα κλάδο που παρουσιάζει τεράστια απορρόφηση εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού, αλλά με άγνωστο χρόνο κορεσμού (οικονομικά, παιδαγωγικά). Τέλος, υπάρχουν και οι σχολές φαντάσματα, απαξιωμένες τόσο σε επίπεδο φοιτητών και κοινωνίας, όσο και σε επίπεδο επαγγελματικής αποκατάστασης.

Είναι ύψιστης σημασίας λοιπόν, να εξετάσουμε το χώρο του πανεπιστημίου και την παραγωγική ανασυγκρότηση ταυτόχρονα και συνθετικά. Οι αλλαγές στα τριτοβάθμια ιδρύματα της περιοχής θα πρέπει να διαμορφωθούν και να καθοδηγηθούν από τις ανάγκες της τοπικής οικονομίας. Θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψιν η δυνητική γνωστική υπεραξία που παράγεται σε αυτό το χώρο και να συντονιστεί με τις ανάγκες και τις προοπτικές της εδώ κοινωνίας, τόσο σε επίπεδο δημιουργίας ανταγωνιστικών αποφοίτων, όσο και σε αυτό της αξιοποίησης νέας τεχνογνωσίας και καίριας επιστημονικής αντίληψης.

Για να επιτευχθεί αυτό θα πρέπει να υπάρξει προσεκτικός σχεδιασμός, χωρίς κοντόφθαλμες αντιλήψεις και ιδεοληπτικά εμπόδια. Το Πανεπιστήμιο της Κρήτης, όπως και το Δημοκρίτειο στη Θράκη αποτελούν λαμπρά παραδείγματα περιφερειακών ιδρυμάτων που ανταπεξήλθαν σε τέτοιου είδους προκλήσεις. Αφενός, χρειάζεται προσεκτική τοποθέτηση τμημάτων σε πόλεις, έτσι ώστε να υπάρχει συγκέντρωση τμημάτων ανά ευρύτερο επιστημονικό πεδίο, π.χ. ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες, πολυτεχνικά τμήματα κ.ο.κ. ώστε να διασφαλίζεται η ροή γνώσης διατμηματικά, ανά επιστημονικό πεδίο. Κατ’ αυτόν τον τρόπο θα διευκολυνθεί η σύγχρονη διαδικασία έρευνας, η οποία πλέον προσανατολίζεται στη διεπιστημονικότητα, όπως φάνηκε κι από το νόμπελ οικονομίας του 2018, που απονεμήθηκε στους Γ. Νορντχάους και Π. Ρόμερ για την εισαγωγή των εννοιών της κλιματικής αλλαγής και της τεχνολογικής καινοτομίας στην οικονομική θεώρηση. Η επιτυχία ενός τέτοιου εγχειρήματος σχετίζεται σημαντικά με τη δημιουργία ή τη διατήρηση ενός δυνατού τμήματος που θα αποτελεί σημείο αναφοράς (benchmark) για τα τμήματα που θα λειτουργήσουν δορυφορικά. Έτσι, δημιουργούνται θερμοκοιτίδες παραγωγής γνώσης που εν δυνάμει θα προσελκύσουν τόσο ερευνητές, όσο και ερευνητικά προγράμματα και κονδύλια. Επίσης, θα μπορέσουν να δημιουργηθούν μεταπτυχιακά προγράμματα ιδιαιτέρως ελκυστικά ακόμα και για αλλοδαπούς φοιτητές. Αφετέρου, πρέπει να αναθεωρηθούν και να προσδιοριστούν εκ νέου τα γνωστικά κενά και οι εν γένει επιστημονικές ανάγκες της περιοχής, κάτι που θα μειώσει σημαντικά τη διαρθρωτική ανεργία.

Τέλος, ο νομός καθώς και η περιφέρεια είναι αναγκαίο να προετοιμαστούν για την επερχόμενη μεταλιγνιτική περίοδο. Η τριτοβάθμια λοιπόν εκπαίδευση πρέπει όχι απλά να παρακολουθήσει τις αλλαγές που θα προκύψουν, αλλά να διαδραματίσει ενεργό ρόλο, με στόχευση στον εμπλουτισμό της υπάρχουσας τεχνογνωσίας, αλλά και στην παραγωγή νέας γνώσης, γύρω από τα ενεργειακά δρώμενα και να αποτελέσει έτσι την αφετηρία για την προσαρμογή της περιοχής στις νέες παραγωγικές διαδικασίες στο χώρο της ενέργειας.

Συνοψίζοντας, είναι καταφανέστατο ότι στην περιφέρειά μας πρέπει να επαναπροσδιοριστούν οι παραγωγικές διαδικασίες τόσο βραχυπρόθεσμα, όσο και μακροχρόνια. Ένας από τους πυλώνες πάνω στον οποίο μπορεί και πρέπει να στηριχθεί μία τέτοια διαδικασία είναι ο θεσμός του Πανεπιστημίου. Είναι λοιπόν μια μοναδική ευκαιρία, μέσω των νέων μεταρρυθμίσεων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, να προσδιοριστούν εκ νέου οι ανάγκες της περιοχής σε επιστημονικό δυναμικό, έχοντας ως στόχο τη διαρκή ροή επικαιροποιημένης, εμπεριστατωμένης και κυρίως εναρμονισμένης με τις ανάγκες του τόπου γνώσης.

*Ο Μάντζιαρης-Ζαφείρης Στέργιος είναι απόφοιτος του τμήματος Διεθνών Οικονομικών σχέσεων και Ανάπτυξης του ΔΠΘ με μεταπτυχιακές σπουδές στην Πολιτική και Οικονομία σύγχρονης Ανατολικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης και στη Λογιστική και Χρηματοοικονομική του ΠΑΜΑΚ