Μια από τις νεώτερες ρυθμίσεις του νέου Νόμου για την τοπική αυτοδιοίκηση (Κλεισθένης) είναι η διενέργεια δημοτικού δημοψηφίσματος, αντικείμενο του οποίου μπορεί να αποτελέσει κάθε θέμα, ακόμη και αν δεν υπάγεται στην αρμοδιότητα των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Εξαιρούνται ζητήματα που λόγω της φύσης τους δεν μπορούν να τεθούν στην κρίση των εκλογέων, γιατί αφορούν βασικά και αδιαπραγμάτευτα ανθρώπινα δικαιώματα ή υπάγονται στις εξουσίες των κρατικών ή αυτοδιοικητικών οργάνων. Δεν μπορούν δηλαδή να αποτελέσουν αντικείμενο δημοτικού δημοψηφίσματος και να τεθούν σε λαϊκή κρίση, ζητήματα τα οποία είναι συνταγματικώς κατοχυρωμένα και νομικώς κεκτημένα, όπως ζητήματα εξωτερικής, μεταναστευτικής πολιτικής, θρησκευτικής συνείδησης και δημοσιονομικής διαχείρισης.

Πρωτοβουλία για τη διεξαγωγή δημοτικού δημοψηφίσματος μπορεί να αναλάβει είτε το δημοτικό συμβούλιο με τα 2/3 του συνόλου των μελών του είτε να αποφασισθεί κατόπιν αίτησης ποσοστού 10% τουλάχιστον εγγεγραμμένων εκλογέων του Δήμου. Από το Νόμο προβλέπονται χρονικοί περιορισμοί και προϋποθέσεις προκειμένου κυρίως να μην αποβεί καταχρηστική ή αναποτελεσματική η διεξαγωγή του, όπως ο περιορισμός ότι δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου αυτοδιοικητικών ή εθνικών εκλογών. Το ερώτημα – αντικείμενο του δημοψηφίσματος πρέπει να είναι σαφές, αμερόληπτο και αντικειμενικό προκειμένου να εξυπηρετεί τον δημοκρατικό βασικά σκοπό, για τον οποίο θα πραγματοποιηθεί και για την όλη διαδικασία για τη διεξαγωγή του ακολουθούνται οι βασικές αρχές των εκλογικών διαδικασιών προκειμένου να διασφαλίζεται η γνησιότητα του αποτελέσματος. Να σημειωθεί ότι στο δημόσιο διάλογο σχετικά με το ερώτημα που θα τεθεί για ψηφοφορία έχουν τη δυνατότητα να συμμετέχουν πολιτικά κόμματα, δημοτικές παρατάξεις, συνδυασμοί που έλαβαν μέρος στις εκλογές ακόμη και επαγγελματικές και συνδικαλιστικές οργανώσεις.

Το δημοψήφισμα μπορεί να έχει αποφασιστικό ή συμβουλευτικό χαρακτήρα και δικαίωμα ψήφου έχουν όσοι μετέχουν στις δημοτικές και περιφερειακές εκλογές.

Ο θεσμός του δημοψηφίσματος θα μπορούσε να συντελέσει σημαντικά στον εκδημοκρατισμό της τοπικής αυτοδιοίκησης εισάγοντας τους δημότες στη διαδικασία συμμετοχής λήψης αποφάσεων που αφορούν σημαντικά ζητήματα. Στο Δήμο Κοζάνης για παράδειγμα θα μπορούσε να τεθεί σε δημοψήφισμα το Σχέδιο Βιώσιμης Αστικής Κινητικότητας. Όμως κάθε Δημοτική Αρχή με την ανάληψη των καθηκόντων της καλείται να αντιμετωπίσει μια σειρά χρόνιων καθημερινών προβλημάτων και το δημοψήφισμα απαιτεί πέραν της γραφειοκρατικής διαδικασίας ικανοποιητικό χρόνο και αντικειμενική πληροφόρηση των πολιτών καθώς και επιχειρήματα υπέρ και κατά, ώστε οι δημότες να μπορούν να αποφασίσουν μετά λόγου γνώσεως. Εξαιτίας αυτής της πολυπλοκότητας κινδυνεύει να καταστεί ένας θεσμός αναξιοποίητος.

Η ρύθμιση του νέου νόμου για τη δυνατότητα του 10% των εκλογέων να κινήσουν διαδικασία για δημοψήφισμα δίνει ίσως την προοπτική σε μια ευρεία δραστήρια κοινωνικά και πολιτικά ομάδα ενός Δήμου να διαμορφώσει αποφασιστικά μια νέα κατάσταση. Σ’ αυτή την περίπτωση θα μπορούσαμε να μιλάμε ίσως για ιδανική μορφή δημοψηφίσματος, διότι εδώ οι πολίτες δεν αποφασίζουν απλά , αλλά οι ίδιοι κινούν τη διαδικασία της διεξαγωγής δημοψηφίσματος και αποφασίζουν ποιο θα είναι το ερώτημα. Με τον τρόπο αυτό οι δημότες ενεργοποιούνται προκειμένου να επιλυθούν ζητήματα που ενδεχομένως έχουν παραμεληθεί και χρήζουν άμεσης και αποτελεσματικής αντιμετώπισης.

Να σημειωθεί πάντως ότι τα τελευταία χρόνια η χρήση δημοψηφισμάτων χάνει οπαδούς ακόμη και σε σκανδιναβικές χώρες, στις οποίες παρατηρείται διαχρονικά μεγάλη εφαρμογή διαβουλευτικών και συναινετικών διαδικασιών, επειδή υπάρχει ο κίνδυνος αν δεν σχεδιαστεί και υλοποιηθεί σωστά να αποτελέσει εργαλείο προώθησης λαϊκιστικών και τοπικιστικών πολιτικών.