Στην Κατοχή, όταν όλα τα ’σκιαζε η φοβέρα, στην Κοζάνη, άναψαν δυο – τρεις φανοί, όπως άναβαν και σ’ όλη την Τουρκοκρατία. Έτσι, οι Κοζανίτες και με τα έθιμά τους αναμετρήθηκαν με το ναζισμό
των Γερμανών, αψήφησαν τις απαγορεύσεις τους σχετικά με την κυκλοφορία των υπό κατοχή κατοίκων (όχι πάνω από δυο κι όχι μετά το σούρουπο), συγκεντρώθηκαν στο δημόσιο χώρο και μετέβαλαν ένα πολιτισμικό γεγονός σε πράξη αντίστασης, τραγουδώντας:
Τα τραγούδια της κλεφτουριάς, εναντίον του τουρκικού ζυγού, ως επιταγή εναντίον κάθε ζυγού. Εκείνα της σάτιρας, ως μεταστροφή του αδύνατου σε δυνατό, ως στηλίτευση προσωπικών αδυναμιών αλλά και κοινωνικών αδικιών. Τα ξεδιάντροπα (νοικοκυρίσια), ως αμφισβήτηση των δεδομένων, ως ανατροπή των επιβεβλημένων. Τέλος, της αγάπης, ως κατάλυση του εγώ κι ένωση με τον άλλον. Η παραδοσιακή μας αποκριά, ως συμφωνημένο υπονοούμενο, άδηλο πέρασμα από τη μια γενιά στην άλλη, συνομιλεί με το παρόν, ζωογονεί το σήμερα, προοιωνίζεται το μέλλον,

Αποτελεί το αντίβαρό μας στη μαζοποίηση, την ομοιομορφία, την υποταγή που απεργάζεται η παγκοσμιοποίηση, Ως ισχυρό στοιχείο της ταυτότητάς μας, διαπερνάει τις παρατεταμένες πληγές του εμφύλιου και διατρέχει τη μεταπολίτευση, στη διάρκεια της οποίας διεφθαρμένες πολιτικές διέψευσαν τραγικά το όραμα της πολιτικής αλλαγής, εξανέμισαν το πρόταγμα της Ευρωπαϊκής ενοποίησης, έσυραν το
λαό σε δεινά και αποχύμωσαν τη δημοκρατία Όμως, η Αποκριά μας ως σημαντικός σταθμός στην ανακύκληση του χρόνου, στη συνέχιση της ζωής, αποτελεί διακριτό εφόδιο στης απόγνωσης τον καιρό, αφού
Το πάθος να νοιαζόμαστε για δημόσια γεγονότα, για κοινά πράγματα, η ικανότητά μας να συνεργαζόμαστε (ανάστατες οι γειτονιές) είναι αντίρροπες δυνάμεις στον ατομισμό και στην αλαζονεία, στην απαξίωση της πολιτικής ως τρόπου καλυτέρευσης της ζωής.
Η αναγκαιότητα να εμπιστευόμαστε είναι αποκατάσταση των ανθρώπινων σχέσεων. Η τάση να στηρίζουμε είναι διάλυση της ψευδαίσθησης της προσωπικής ευτυχίας, δικαίωση της αλληλεγγύης και της προσφοράς στο συνάνθρωπο.

Εάν η αποκριά είναι το ετήσιο σύντομο ανασήκωμα του καπακιού σε ένα καζάνι – κοινωνία που βράζει, με στόχο να σκύψουμε το κεφάλι τον υπόλοιπο χρόνο, τώρα που το καζάνι πήρε φωτιά, η αρχή της ανατροπής, θεμελιώδης αρχή της αποκριάς, έχει τη συνέχειά της για τα κακώς κείμενα.
Στον τόπο μας, ο Δήμος ευνόησε τη διοργάνωσή της αποκριάς, δεν την ποδηγέτησε ,όμως, για να μη χαθούν οι χυμοί της λαϊκής, γνήσιας κοζανίτικης ψυχής.
Τ’ άργανα ( τα όργανα έλεγαν κι όχι τα χάλκινα) βαρούν και πάλι στην Κοζάνη, διατρανώνοντας πως λαός που έχει το κουράγιο να γλεντήσει, έχει και τη δύναμη να ζήσει παλεύοντας.

Κι τ΄χρόν΄
Τάσα Σιόμου