Την Τετάρτη, 6 Μαρτίου 2019 ο Μ.Ο.Σερβίων πραγματοποίησε εκδήλωση μνήμης για το Ολοκαύτωμα των Σερβίων και τιμής για τους αγώνες των Συμμάχων εναντίον των εισβολέων κατά τον Απρίλιο του 1941. Καλεσμένοι στην εκδήλωση ο Επιτετραμμένος της Πρεσβείας της Αυστραλίας, κ. Andrea Biggi, και ο Επίτιμος Γενικός Πρόξενος της Ν. Ζηλανδίας κ. Κων/νος Κοτσιλίνης, οι οποίοι και μας τίμησαν με την παρουσία και το λόγο τους. Την εκδήλωση τίμησαν οι Ιερείς μας, ο Βουλευτής Ν.Κοζάνης κ. Γιώργος Κασαπίδης, ο Δήμαρχός μας, εκπρόσωποι Στρατιωτικών Αρχών, της Αστυνομίας και της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και πολλοί πολίτες, ένα λεωφορείο Σερβιωτών της Θεσσαλονίκης, από Κοζάνη και από τη γύρω περιοχή.

Χαιρετισμό απηύθυναν η πρ. Υπουργός, κ. Άννα Διαμαντοπούλου και ο βουλευτής Κοζάνης ο κ. Γιάννης Θεοφύλακτος.

Αρχικά παρουσιάστηκε το ιστορικό του Ολοκαυτώματος της 6ης Μαρτίου 1943 και οι μάχες των Συμμάχων, κυρίως Αυστραλών και Νεοζηλανδών με τους Γερμανούς, σύμφωνα με μαρτυρίες στρατιωτικών, από το υπό έκδοση βιβλίο του Θανάση Τσαρμανίδη. Το αποτέλεσμα αυτών των μαχών καταγράφεται στα δύο παρακάτω συμπεράσματα:

«…Η μάχη των Σερβίων στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι ήταν ένα σημείο καμπής αυτής της εκστρατείας, διότι οι Ούννοι μην μπορώντας να περάσουν από εδώ διέλυσαν την πολιορκία τους κάνοντας υπερκέραση από το φαράγγι των Τεμπών…

«Όποιο και αν είναι μελλοντικά το αποτέλεσμα, τα Σέρβια θα έχουν μια σημαίνουσα θέση στην ιστορία αυτής της εκστρατείας, γιατί σε όλες τις έως τώρα επιχειρήσεις του ο Αδόλφος Χίτλερ δεν συνάντησε ποτέ τέτοια αντίσταση εναντίον των στρατευμάτων του όσο σε αυτό το ορεινό πεδίο μάχης.

Τονίστηκε επίσης η ολοσχερής καταστροφή της πόλης των Σερβίων κατά το ολοκαύτωμα, οπότε ισοπεδώθηκε με την αποτέφρωση 1100 κατοικιών, με πάνω από πενήντα νεκρούς κατά τις ημέρες του ολοκαυτώματος και ανυπολόγιστο αριθμό κατά την διετία που είχε κηρυχθεί νεκρά ζώνη και οι άνθρωποι ζούσαν σε τρώγλες και σπήλαια, ανοίγοντας λάκκους με τα χέρια τους για να θάβουν τα παιδιά τους. Επί πλέον χάθηκε ένας ολόκληρος πολιτισμός, χάθηκε πολύτιμο ανθρώπινο οικοσύστημα που χρειάστηκε ίσως αιώνες για να διαμορφωθεί, σχέσεις και δραστηριότητες πολύμορφες που αναπτύχθηκαν στα πλαίσια της πόλης, της γειτονιάς, της οικογένειας …Τα Σέρβια φημίζονταν για την αρχοντιά τους, την αρχοντιά των νοικοκυριών και την αρχοντιά των ανθρώπων. Αυτά χάθηκαν μέσα στις φλόγες. Κάηκαν όλα τα αρχεία της πόλης, τα οικογενειακά κειμήλια. Οι κατακτητές δε σεβάστηκαν ούτε τις εκκλησίες ούτε τα βυζαντινά μνημεία.

Τα Σέρβια είναι από τις πλέον μαρτυρικές πόλεις της Ελλάδος, έτσι που και μετά δέκα χρόνια το 1953 ο τότε Υπουργός Ανδρέας Ν. Στράτος που τα επισκέφθηκε να πει. «Ομολογώ ότι ουδέποτε ανέμενον εγκατάλειψιν τοιαύτης εκτάσεως»

Φυσικά θυμόμαστε αυτά τα γεγονότα όχι με διάθεση ρεβανσισμού, ούτε καν έχθρας προς τους υπεύθυνους, αλλά με διάθεση αυτοκριτικής και προβληματισμού για το μέλλον. Η γνώση της ιστορίας και μάλιστα της τοπικής ιστορίας οδηγεί ασφαλέστερα στην αυτογνωσία.

«Ειδικότερα σήμερα, τονίστηκε, από όλα αυτά τα δεινά που αναφέραμε θα κρατήσουμε τη δυνατή συμμαχία και φιλία που δημιουργήθηκε με τις δύο χώρες, την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία, απόδειξη της οποίας είναι και η σημερινή παρουσία των δύο επισήμων καλεσμένων μας. Είναι άκρως συγκινητικό που ο Επιτετραμμένος της Αυστραλιανής Πρεσβείας είναι ιταλικής καταγωγής και είναι απόψε μαζί μας, θέλοντας μάλιστα να μάθει καλύτερα τα γεγονότα, αποδεικνύοντας έτσι ότι η φιλία των λαών στηρίζεται στην αλήθεια και στη σωστή γνώση της ιστορίας.

Χαιρετισμός του Επιτετραμμένου της Αυστραλιανής Πρεσβείας

Κατόπιν κλήθηκε στο βήμα ο κ. Andrea Biggi ο οποίος και είπε τα εξής αφού ευχαρίστησε για την πρόσκληση:

«…Είναι τιμή μου να βρίσκομαι εδώ. Είναι τιμή, επειδή είναι μια ευκαιρία να προβληματιστούμε για τα τρομερά γεγονότα που έλαβαν χώρα στην πόλη σας στις 6 Μαρτίου 1943 και να αποτίσουμε φόρο τιμής στα θύματα. Ως Αυστραλός ιταλικής καταγωγής, η μνήμη για την καταστροφή των Σερβίων έχει – φυσικά – πρόσθετο νόημα.. . Εκδηλώσεις μνήμης όπως αυτή που γίνεται απόψε συμβάλλουν στο να διατηρήσουν ζωντανή τη μνήμη αυτών των γεγονότων και να τη μεταδώσουν στις νέες γενιές. Επαινώ τις προσπάθειές σας. Και ανυπομονώ να ακούσω από εσάς τις ιστορίες προσωπικών δεινών που ακολούθησαν αυτά τα γεγονότα.

Σε μια εποχή που τα σκοτεινά σύννεφα του απολυταρχισμού συγκεντρώνονται στον ορίζοντα και τα νεοναζιστικά κινήματα φαίνεται να επανέρχονται από το χρονοντούλαπο της ιστορίας, δεν είναι μόνο έγκαιρο, αλλά και ηθικό καθήκον για όλους εμάς, να θυμόμαστε τις φρικαλεότητες που μπορούν να διαπραχθούν όταν χάνουμε τον σεβασμό των δημοκρατικών αρχών, της ανθρωπιάς και της συμπόνιας.

Εδώ ο κ. Biggi αναφέρθηκε στα ιστορικά γεγονότα τονίζοντας ότι «οι Αυστραλοί στρατιώτες πολέμησαν γενναία για την υπεράσπιση της δημοκρατίας και υπέρ της Ελλάδας κατά τον Β ‘Παγκόσμιο Πόλεμο. Μερικοί από αυτούς το έκαναν ακριβώς εδώ στα βουνά γύρω από τα Σέρβια.»

« Ακολούθησαν πράξεις εξαιρετικού ηρωισμού, καθώς οι Αυστραλοί στρατιώτες προσπάθησαν να επιβραδύνουν τη γερμανική προέλαση μέχρι την Καλαμάτα. Καθώς μνημονεύουμε τα δεινά του παρελθόντος, πρέπει να συλλογιστούμε τους δεσμούς που δημιουργήθηκαν, ίσως όχι προσχεδιασμένα, αλλά από την κοινή προσπάθεια και τον αγώνα. Και πρέπει να κοιτάξουμε το μέλλον ελπίζοντας ότι μπορούμε να το αντιμετωπίσουμε με την υποστήριξη των φίλων που κάναμε στο παρελθόν.

Η κληρονομιά των Αυστραλών στρατιωτών που ήρθαν στην Ελλάδα κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο είναι η βάση της φιλίας που συνδέει την Αυστραλία και την Ελλάδα σήμερα. Οπουδήποτε πηγαίνω στην Ελλάδα, με εντυπωσιάζει το μέγεθος της αγάπης για την Αυστραλία. Κανείς δεν έχει ξεχάσει εκείνους τους νέους που ήρθαν από την άλλη πλευρά του πλανήτη να υπερασπιστούν την Ελλάδα – να αντιμετωπίσουν «μεγάλους κινδύνους για καλό σκοπό».

Αξίζει να ειπωθεί ότι πολλοί από εκείνους τους νεαρούς Αυστραλούς που έφθασαν στην Ελλάδα το 1941 είχαν ελάχιστες γνώσεις σχετικά με τη χώρα και τους ανθρώπους που ήρθαν να υπερασπιστούν. Βρίσκονταν σε ευάλωτη θέση, αλλά μπορούσαν να βασιστούν στους πολλούς Έλληνες που διακινδύνευσαν τη ζωή τους για να τους βοηθήσουν. Ο αλτρουισμός και η υποστήριξη των Ελλήνων ήταν μία από τις πιο εντυπωσιακές πτυχές των εκστρατειών της Ελλάδας και της Κρήτης. Στην Ελλάδα, οι Αυστραλοί μαγεύτηκαν από έναν πολιτισμό με αρχαίες καταβολές.

.Οι Αυστραλοί δε μιλούσαν την ίδια γλώσσα ούτε μοιράζονταν την ίδια κουλτούρα με τους Έλληνες, αλλά εντυπωσιάστηκαν από το έντονο αίσθημα αφοσίωσης που επέδειξαν οι Έλληνες. Οι Αυστραλοί σεβάστηκαν τις αξίες και τα έθιμα του ελληνικού λαού. Μέσα από τις αλληλεπιδράσεις τους, οι Αυστραλοί και οι Έλληνες θεωρήθηκαν μεταξύ τους, όχι μόνο σύμμαχοι αλλά αδέρφια. Σφυρηλάτησαν μια πολύ στενή σχέση φιλίας που ενσωματώθηκε στην κοινωνική συνείδηση ​​των εθνών τους. Είμαστε όλοι κερδισμένοι από αυτό.»

Χαιρετισμός του Επιτίμου Προξένου της Ν. Ζηλανδίας

Στη συνέχεια κλήθηκε για ένα χαιρετισμό ο Επίτιμος Γενικός Πρόξενος της Νέας Ζηλανδίας ο κ. Κωνσταντίνος Κοτσελίνης, ο οποίος, αφού ευχαρίστησε για την πρόσκληση, είπε::

«… Στον δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο η συμμετοχή των στρατευμάτων της Νέας Ζηλανδίας στην Ελλάδα ήταν πολύπλευρη. Από τη μία, συμμετείχαν στην αποχώρηση των συμμαχικών δυνάμεων που ξεκίνησε στη Βόρεια Ελλάδα, και που τελείωσε με τη Μάχη της Κρήτης και την εκκένωση από το Νησί, λαμβάνοντας μέρος σε πολλές μάχες κατά την διαδρομή αυτή.

Πολλοί, πού δεν κατάφεραν να φύγουν με τα πλοία της εκκένωσης, και δεν πιάστηκαν αιχμάλωτοι, πήραν τα βουνά και βοήθησαν τους αντάρτες να συνεχίσουν τον πόλεμο ενάντια στον εχθρό. Στην Κρήτη ακόμα μιλούν για τα κατορθώματα του Dudley Perkins ή Κάπταν Βασίλη, όπως τον ονόμασαν.

Στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, στην Ελλάδα σκοτώθηκαν περίπου 970 στρατιώτες της Νέας Ζηλανδίας ενώ άλλοι, περίπου 5.000 τραυματίστηκαν η αιχμαλωτίστηκαν..

Για τις μάχες πού έλαβαν μέρος στην περιοχή των Σερβίων, συμμετείχαν, από πλευράς Νέας Ζηλανδίας, αρχικά η 4η Ταξιαρχία η οποία μετά υποστηρίχτηκε από το 26ο Τάγμα. Οι μάχες στην περιοχή κράτησαν 3-4 μέρες αλλά η έλλειψη εφοδίων και μεταφορικών μέσων και οι κακές συνθήκες των επικοινωνιών μεταξύ των διαφόρων στρατευμάτων τελικά ανάγκασαν την αποχώρηση των στρατευμάτων της Νέας Ζηλανδίας και της Αυστραλίας προς το Δομοκό.

Η επίσημη ιστορία της Νέας Ζηλανδίας αναφέρει, με λεπτομέρεια, σε 4 σελίδες, τις κινήσεις των στρατευμάτων της Νέας Ζηλανδίας στην περιοχή κατά τις μέρες αυτές.

Οι απώλειες της Νέας Ζηλανδίας στην Ελλάδα θα ήταν πολύ περισσότερες εάν τα στρατεύματά τους δεν είχαν την αμέριστη βοήθεια του λαού της Ελλάδας. Αυτό αναγνωρίστηκε από τον Πρωθυπουργό της Νέας Ζηλανδίας, Peter Fraser, και τον Αρχηγό των Ενόπλων Δυνάμεων, Στρατηγό Freyberg, …»

Και ο κ. Πρόξενος συνέχισε ότι η πρώτη επαφή που είχε με το θέμα ήταν πριν από 65 χρόνια περίπου όταν ο πατέρας του μετανάστης στη Ν.Ζηλανδία δεν έχανε ευκαιρία να ασχοληθεί με θέματα που είχαν σχέση με την Ελλάδα και είχε αρκετές συναντήσεις με βετεράνους που πολέμησαν στην Ελλάδα. Και συνέχισε

«…ένα από τα πράγματα που κάνουν εντύπωση, είναι το γεγονός ότι, αφού γύρισαν στη Νέα Ζηλανδία, ελάχιστοι θέλησαν να μιλήσουν δημοσίως για αυτά που έκαναν και αυτά που έζησαν. Δεν θεώρησαν ότι έκαναν τίποτα παραπάνω από το καθήκον τους και δεν ήθελαν να ξαναθυμηθούν τις μέρες αυτές. … Πριν φύγουν αισθάνθηκαν την ανάγκη να καταγράψουν τις εμπειρίες τους.

Κάθε χρόνο, βετεράνοι του πολέμου στην Ελλάδα, ερχόντουσαν από την Νέα Ζηλανδία να τιμήσουν τους νεκρούς συναδέλφους, να ξαναδούν τα μέρη που πολέμησαν και να ξανασμίξουν με παλιούς Έλληνες φίλους.

Πέρυσι, ένας φίλος μου βετεράνος, στα 97 του χρόνια, ο οποίος είχε έρθει και άλλες φορές στην Ελλάδα, έκανε το τελευταίο του ταξίδι. Δυστυχώς, λίγους μήνες μετά, αφού γύρισε στη Νέα Ζηλανδία, απεβίωσε. … Η αγάπη των βετεράνων για την Ελλάδα δεν περιγράφεται. Ορισμένοι ακόμα έχουν ζητήσει, μετά το θάνατό τους, να σκορπισθεί η τέφρα τους στην Ελληνική γη και θάλασσα.

Κλείνοντας, θα ήθελα να τονίσω τη μεγάλη εκτίμηση που τρέφουν γενικά οι Νεοζηλανδοί για τους Έλληνες και θεωρώ ότι αυτή η εκτίμηση είναι αμοιβαία. Μία εκτίμηση που έχει τις βάσεις της στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και που κρατά ακόμα. Κάθε χρόνο δεκάδες Νεοζηλανδοί, συγγενείς και φίλοι των στρατιωτών που πολέμησαν εδώ, επισκέπτονται την Ελλάδα για να δουν τους τάφους των δικών τους στα Νεκροταφεία της Κοινοπολιτείας, ή να επισκεφτούν τα μέρη που πολέμησαν. Το θεωρούν καθήκον τους να μην ξεχάσουν.»

Σημαντικό Κειμήλιο

Κατόπιν κλήθηκε ο Πρόεδρος της Κοβενταρείου Δημοτικής Βιβλιοθήκης Κοζάνης, ο κ. Παναγιώτης Δημόπουλος, ο οποίος είχε ένα σημαντικό κειμήλιο από κείνη την εποχή. Μία ελληνική σημαία που την είχε πάρει ένας αυστραλός στρατιώτης από το Βαλταδώρειο της Κοζάνης, όπου είχαν διανυχτερεύσει το βράδυ πριν εισβάλουν οι Γερμανοί, για να μη την πάρουν οι εισβολείς και τη στείλουν λάφυρο στην πατρίδα τους. «Αυτή η σημαία φαινόταν τόσο υπερήφανη και προκλητική και αλύγιστη εις την σκόνην και ακαταστασίαν του πολέμου.» «Αυτή η σημαία συνεχίζει, ήτο το έμβλημα της καλής τύχης μου και έφερον αυτήν εις τον ατομικόν μου σάκκον καθ’ όλην την διάρκειαν του αγώνος εν τω Ειρηνικώ Ωκεανώ….και εγώ ως Αυστραλός στρατιώτης με πίστιν εις την Ελλάδα, ως σταθεράν σύμμαχον των Δυτικών Δημοκρατιών … επιθυμώ να επιστρέψω αυτήν την υπερήφανον σημαίαν στο παλαιόν της σχολείον…» «Ρίχνοντας ματιές στο παρελθόν, όταν εταξίδευα στους δρόμους της Ελλάδος, φέρνω εις την μνήμην μου τον ευγενή και αβρόφρονα λαόν της, που μοίραζε το ψωμί του και την στέγη του μαζί μας, πάντοτε ριψοκινδυνεύοντας την ζωήν του προς όφελός μας και διά να φύγωμεν σώοι….» Ο κ. Δημόπουλος αναφέρθηκε και στη βοήθεια που προσέφερε ο λαός της Κοζάνης στους Σερβιώτες πρόσφυγες όταν άστεγοι και κατατρεγμένοι κατέφυγαν στην πόλη τους.

Στη συνέχεια προβλήθηκε φωτογραφικό υλικό από το αρχείο της αυστραλιανής πρεσβείας, που αναφέρεται γενικά στον ελλαδικό χώρο, ειδικότερα στην Αθήνα και από το αρχείο του αειμνήστου Θανάση Τσαρμανίδη, που αναφέρεται στις μάχες στην περιοχή μας.

Η όλη εκδήλωση έκλεισε με τη χορωδία του Ομίλου μας, που παρουσίασε το τραγούδι των Σερβίων και άλλα τέσσερα. Στο πιάνο συνόδευε ο Βαγγέλης Μαραμής

Ακολούθησε μικρή δεξίωση στο φουαγιέ του Πολιτιστικού.