«Κλέφτης ποδηλάτων» (Βιτόριο ντε Σίκα), όχι, «Κλέφτης ροδακίνων» (Βέλο Ράντεφ), ούτε, κλέφτης λογοτεχνικών περιοδικών, ναι. Μια Κυριακή μικρής αποκριάς πριν 3 περίπου δεκάδες χρόνια μαζί με τον Αλέξανδρο Β. κλέψαμε τεύχη της Ν. Εστίας από το κοινοτικό Γραφείο Λευκοπηγής τα οποία εκεί οδηγούνταν σε βέβαιη απώλεια. Γεμίσαμε δύο μαύρες σακούλες σκουπιδιών. Με τον αξέχαστο (;) Χρήστο Μπέσα, από φίλο του Συμβολαιογράφο κι ενώ αυτός τον απασχολούσε υπογράφων συμβόλαιον – ήμουν και δικηγόρος του! – «χτύπησα» 3 δεμένους τόμους του περιοδικού «Εποχές» (προχτές έδινε το ΒΗΜΑ το 1ο συλλεκτικό τεύχος των.) Ξεφυλλίζοντάς το είδα μια κριτική παρουσίαση του Σπύρου Πλασκοβίτη για το βιβλίο τού από καταγωγή Κοζανίτη αλλά Θεσσαλονικέα κατά βίον και δημιουργία, συγγραφέα Παύλου Παπασιώπη, «Αίθουσα», διηγήματα, Θεσσαλονίκη 1962. Μεταξύ άλλων σημείωνε: «Ποιό είναι το σημαντικότερο επίτευγμα του βιβλίου; Είναι η πνευματικότητα του… Μια πνευματικότητα που διαχέεται μέσα απ’ το συγκινησιακό του πεδίο. Ο συγγραφέας ελευθερώνει τους ήρωές του, και ελευθερώνεται έτσι κι ο ίδιος, από τις υλικές αντιστάσεις των θεμάτων του με μια διαλογική κατά βάθος μέθοδο, που όμως δεν έχει τίποτα το απαθές. Το αντίθετο μάλιστα: οι ήρωές του, κάτω από μια νευρική υπερένταση, που η ταραχή της μεταδίδεται και στον αναγνώστη εξοικειώνεται, διανοητικά και συνειδησιακά, τόσο πολύ με το μέγα επεισόδιο του Θανάτου κι με το μέγα επεισόδιο του Ερωτα, ώστε τέλος «ουδετεροποιούνται» απέναντί του και η στυγνότητα του προβλήματος μηδενίζεται». Αυτά στην πρώτη κιόλας εμφάνισή του.
Πριν πεθάνει ο Π. Παπασιώπης άφησε ένα ντοσιέ με ανέκδοτα χειρόγραφα – δακτυλόγραφα κείμενά του στον φίλο του τότε Χρ. Μπέσα. Εβλεπα το φάκελλο στο σπίτι του Χρ. για καιρό αλλά δεν αποφάσιζα να τον πάρω (κλέψω δηλαδή) να τον σώσω από την απειλούμενη ανυπαρξία. Μας πρόλαβε ο χρόνος, χάθηκαν οι άνθρωποι και ο φάκελος με τα ύστερα ανέκδοτα κείμενα του Π.Π. Το έχω σαν πένθος με μια ενοχή ανάμικτη.
Την «Επιθεώρηση Τέχνης» ένα διάστημα μάζευα και μαζί με τον αλήστου μνήμης Κυριάκο Σιδηρόπουλο. Εκείνος την είχε ολοκληρώσει. Εμένα μου λείπαν μερικά τεύχη. Ο Γιάννης Γργρδς μου είχε δώσει ήδη κάποια. Ακόμα θα υπάρχουν και δικά μου τεύχη στο πατρικό του στο Μαυροδένδρι όπως και 4-5 τχ. της «Κριτικής» περιοδικό του Μανόλη Αναγνωστάκη. Πριν ένα χρόνο «είδα» τον Κ.Σ., τον τάφο του δηλαδή, και ξαναμπήκα για λίγο στην αλησμόνητη αύρα (ή ομίχλη;) της ύπαρξής του.
– Μεγάλωσες πλέον για να επιχειρείς κλοπές περιοδικών και βιβλίων αν και δεν είναι αμάρτημα όπως μου είπε κάποτε ο μητροπολίτης Διονύσιος (Ψαριανός) αν σκοπός είναι η σωτηρίας τους. Αλλά και τι νόημα πλέον έχουν όλα αυτά;
Βέβαια κάποια έχουν ψηφιοποιηθεί εξ ολοκλήρου η έκδοσή τους αλλά το χάρτινο σώμα τους και η αίσθησή του είναι ομοία με το άγγιγμα των ανθρώπινων σωμάτων παρά μόνον από τη νοσταλγία τους.
Τι κατάλαβα με αυτά και με δεκάδες άλλα που μάζεψα; Το περιοδικό «Παρέμβαση» 32 χρόνια του βίου μου σε 182 τχ. Θα βρεθεί κάποιος στο μέλλον να κλέψει κάτι απ’ αυτήν; Τις προάλλες είδα ένα τεύχος της στο βιβλιοπωλείο του ΜΙΕΤ Θεσσαλονίκης (Τσιμισκή 10) στις χάρτινες κούτες με τις παλιές εκδόσεις εκεί που αυτές διατίθενταν αντί ευτελούς τιμήματος· σχεδόν χάρηκα!