Κατά γενικό κανόνα, με την λέξη «Βία» εννοούμε τον εκβιασμό, τον καταναγκασμό ( αναλόγως της περίπτωσης ), την παραβίαση, τον εξαναγκασμό και όχι μόνο, που επιβάλλεται σε κάποιον ή σε κάποιους.

Μάλιστα δε και  εάν καταβληθεί  τυχούσα  αντίδραση  ή αντίσταση αυτών ,  μπορεί να κατηγορηθούν  ότι ενεργούν παράνομα.

Γι αυτό, η επιβολή της θελήσεως του ισχυρού, χωρίς το νόμιμο δικαίωμα για την  δυνατότητα αντίδρασης προς  αποκατάσταση της αδικίας, δεν μπορεί να μη θεωρείται ,  αυτή η πράξη, ως  καταναγκασμός ή εξαναγκασμός.

Επίσης, «βία» είναι η χρησιμοποίηση της δυνάμεως κάποιου ή κάποιων για την επιβολή θελήσεως.

Επομένως και το «κούρεμα» του ποσού των λαμβανόντων την σύνταξη των , στον ιδιωτικό τομέα, από αυτόν ή αυτούς που έχουν την δύναμη(!), οποιασδήποτε μορφής δύναμη, να το επιβάλλουν (ενώ θα μπορούσε να αποφευχθεί αυτό δι άλλων τρόπων, όπως π.χ από έσοδα των ταμείων με εναλλακτικούς τρόπους που είναι και  ο εσωτερικός δανεισμός, ας πούμε, για πληρωμές των συντάξεων άνευ περικοπών και χωρίς να κινδυνεύει  η μείωση των περιουσιών των ασφαλιστικών οργανισμών, περί ου ο λόγος )  , ανεξαρτήτως των όποιων επικαλουμένων, τάχα απ αυτούς, λόγων, ως δικαιολογία των , για να προβαίνουν εύκολα και  αβασάνιστα μάλιστα σ αυτήν την ενέργεια του «κουρέματος», χωρίς την σύμφωνη γνώμη των δικαιούχων, είναι μια αναμφισβήτητη  συνέπεια μείωσης του μέχρι τότε, και κάθε φορά, δικαιούμενου ποσού, που εκ του νόμου  καταβαλλόταν σ αυτούς  ως σύνταξη.

Η προβολή του δικαιώματος δέσμευσης χρηματικών  ποσών, από το  κράτους  και από τους  ασφαλιστικούς οργανισμούς, επειδή  είναι ΝΠΔΔ και κατά καιρούς μπορεί να  ενισχύονται οικονομικά  από αυτό, παραβλέποντας όμως ότι και  το κράτος, ενισχύθηκε απ αυτούς αρκετές φορές, δεν πρέπει να  παγιοποιηθεί    αυτή η δικαιολογία. Όμως, υποστηρίζεται ότι το κράτος δικαιούται, δια του παραπάνω λόγου, να προβαίνει σε ενέργειες μείωσης των περιουσιακών στοιχείων (χρήματα)  των ασφαλιστικών οργανισμών και όχι μόνο αυτών, όταν επικαλείται δικές του ανάγκες. Όμως, αυτό πρέπει να έχει και συνέχεια για ολοκλήρωση. Δηλαδή, να υποχρεούται το κράτος  στην επιστροφή εντόκως μάλιστα των δεσμευμένων  χρημάτων των  ΝΠΔΔ.

Εάν αυτό δεν γίνει τότε επιβάλλεται εμμέσως  και μια άλλη επιπλέον  φορολόγηση των συνταξιούχων, δι άλλου τρόπου, απαράδεκτου, αφού τους μειώνονται τα νομίμως κατοχυρωμένα  συνταξιοδοτικά δικαιώματα και χωρίς αποκατάσταση των.

Έτσι έχουμε και παραβίαση του άρθρου 4 παραγρ. 5  του Συντάγματος της χώρας για συνεισφορά του συνταξιούχου στα δημόσια βάρη  πέραν των δυνάμεων  του. Και αυτό απαγορεύεται. Δηλαδή έχουμε αντισυνταγματική ενέργεια ; 

Εν πάσει περιπτώσει η δια του παραπάνω λόγου μείωση των περιουσιών αυτών των ΝΠΔΔ (των ασφαλιστικών οργανισμών) που συστήθηκαν και ανήκουν υποστηριζόμενα, εν πολλοίς, στους ασφαλισμένους των, δεν μπορεί να μη χαρακτηρίζεται «βιαία» και συνεπώς για τον συνταξιούχο είναι «ανωτέρα βία» η μείωση , χωρίς επιστροφή, του εισοδήματος του, δια εξαναγκασμού(!) αυτής  της ενέργειας που  γίνεται και χωρίς αποκατάσταση της ζημίας του, όπως είπαμε.

Μήπως θα πρέπει αυτές οι ενέργειες, σε βάρος των συνταξιούχων, να θεωρηθούν ως λανθασμένες ενέργειες, μια και  κανείς δεν είναι αλάνθαστος, και να αποκατασταθεί   επιτέλους η αδικία; Αλλά χρειάζεται πρώτα να γίνει κατανοητό και  παραδεκτό  από κάποιους(!)  ότι πρόκειται πράγματι για αδικία που είναι ανάγκη να αποκατασταθεί η βλάβη και μάλιστα απαιτητικά.  Από ποιούς όμως ;

Η Τακτική Γεν. Συνέλευση της Ένωσης Διοικ. Δικαστών με ψήφισμα της την 11/2/2017  (πρόσφατα), με αφορμή το νέο Ασφαλιστικό (ν. 4387/2016) και  μεταξύ των άλλων παραδέχεται και διαμαρτύρεται τονίζοντας : … “Δεν νοείται οι ασφαλισμένοι, οι οποίοι κατέβαλαν τις εισφορές τους κατά τον εργασιακό βίο τους, να καλύπτουν συνεχώς τα ελλείμματα του Ασφαλιστικού Συστήματος…’’. Όλοι οι ασφαλισμένοι.

Αυτά αντανακλούν βέβαια και  στο «κούρεμα» των συντάξεων όλων των ασφαλιστικών οργανισμών του συστήματος και στον ιδιωτικό τομέα, εννοείται. Ό,τι  ισχυριζόμαστε και εμείς, δηλαδή.

Άρα, ο κάθε συνταξιούχος, που εμπίπτει στη διαδικασία αυτή του «κουρέματος», στερείται των δικαιωμάτων του επί του  προγραμματισμένου, απ αυτόν, τρόπου  επιβίωσης και την εκπλήρωση των όποιων υποχρεώσεων του ή μέρος αυτών, έναντι τρίτων, με βάση το ποσόν της σύνταξης του, ως τότε λαμβανομένης, αλλά  και κάθε φορά  από εκεί και ύστερα, ώστε τώρα αυτός, ο συνταξιούχος,  να καθίσταται  έτσι αδύναμος, λόγω των συνεχών  εξαναγκασμών  που του επιβάλλονται και χωρίς να υπάρχει, εν αρχοίς και ως τότε, κάποιος νόμος(!)  που του επέβαλε να συμμορφωθεί  αυτός και να μη εναντιωθεί  στην απαίτηση του ισχυρού, κατά τα ανωτέρω.

Ουδέποτε μάλιστα, κατά την περίοδο της ασφάλισης του στον ασφαλιστικό  οργανισμό, δεν υπήρξε διάταξη νόμου περί της δυνατότητας αυτού, του όποιου οργανισμού , να προβαίνει σ αυτή την πράξη του «κουρέματος», όποτε κρίνει σκόπιμο, προς δικό του όφελος ή αδυναμία πληρωμής του   ή προς όφελος άλλων εμπλεκομένων  ή υποστήριξης των , ακόμα και του ίδιου του κράτους.

Η καταβολή της σύνταξης από τον ασφαλιστικό οργανισμό προς τον συνταξιούχο γίνεται αφού  ο δεύτερος κατέβαλλε ο ίδιος πραγματικά και όχι θεωρητικά (στα  χαρτιά, που λέμε) χρήματα, ως τα αναλογούντα νόμιμα γ αυτόν  ασφάλιστρα, που ο πρώτος του επέβαλλε κάθε φορά (παλαιότερα μάλιστα απειλώντας τον και δια προσωποκρατήσεως , στην περίπτωση καθυστερήσεως μηνιαίων ή διμηνιαίων εισφορών),  στο χρονικό διάστημα της επαγγελματικής του δραστηριότητας, με την σύμφωνη γνώμη και του ίδιου του κράτους, προκειμένου να εισπράξει αυτός,  ο ασφαλισμένος, αργότερα , όταν έρθει το πλήρωμα του χρόνου,  στην συνταξιοδότηση του,  το μηνιαίο σύνταξιμο   ποσόν που  του έχει ήδη υπολογισθεί και καθορισθεί και ο πρώτος οφείλει να του το καταβάλλει.

Πράγματι, καταβλήθηκε στον συνταξιούχο το αναλογούν τότε ποσόν , το πρώτον,  άλλως θα θεωρούνταν ως παρακράτηση χρημάτων που ενώ καταβλήθηκαν σ αυτόν , τον ασφαλιστικό οργανισμό, αυτός επιστρέφει και αποδίδει  στον δικαιούχο ποσόν μειωμένο  από  του συμφωνηθέντος. Και όμως αυτό έπραξε στη συνέχεια ο ασφαλιστικός οργανισμός, καταβάλλοντας δηλαδή   περαιτέρω μειωμένη τη  σύνταξη και εξακολουθεί  να γίνεται αυτό όταν εκδηλώνονται γι αυτόν διάφορες ανάγκες(!).

     Στην μεγάλη εγκυκλοπαίδεια «ΑΚΜΗ» (εκδόσεις Φάρος α.ε) και στη λέξη «βία» διαβάζουμε: «… λέμε ανωτέρα βία και εννοούμε κάθε εξαιρετικό και εντελώς απρόβλεπτο γεγονός, που εμποδίζει την εκπλήρωση ή την έγκαιρη εκπλήρωση μιας συμβατικής υποχρέωσης (π.χ. εξόφλησης χρέους). Το γεγονός αυτό είναι λόγος απαλλαγής από την σχετική ευθύνη».

     Κατά δε τον Χαρ. Ε. Ανανιάδη , στο θέμα της «ανωτέρας βίας» καταγράφεται : «Παν τυχηρόν και απρόβλεπτον περιστατικόν του οποίου η αποτροπή εν τη συγκεκριμένη περιπτώσει είναι ανέφικτος, έστω και αν επιδειχθεί η υπέρτατη πρόνοια και καταβληθεί η υπερτάτη επιμέλεια, συνιστά « ανωτέραν βίαν…». Πράξη εξουσίας δια της οποίας καθίσταται αδύνατη η εκπλήρωση της συμβατικής υποχρέωσης είναι λόγος « ανωτέρας βίας». Κατά το εμπορικό δίκαιο ως «ανωτέρα βία» χαρακτηρίζεται και η περίπτωση των τραπεζικών επιταγών και γενικά στις συμβάσεις».

    Γι αυτό συντάχθηκε αυτό το άρθρο  προς γνώση πάρα πολλών που εμπίπτουν σ αυτές τις περιπτώσεις. Αρμόδια βέβαια  είναι τα δικαστήρια της χώρας για τα περαιτέρω.

    Με όλα αυτά που προαναφέρθηκαν, συνάγεται το συμπέρασμα, κατά την γνώμη μας, ότι οι βλαπτόμενοι οικονομικά αλλά και ηθικά τουλάχιστον, συνταξιούχοι του ιδιωτικού τομέα, πρώην επιτηδευματίες ιδιαίτερα και όχι μόνον , πρέπει να αποκατασταθούν με την μέριμνα  του ασφαλιστικού των  οργανισμού, αλλά και του κράτους, που επέβαλλαν(!), για δικούς τους λόγους, την μείωση του εισοδήματος των, («κούρεμα»), αυτό της μηνιαίας σύνταξης (συμπεριλαμβανομένων ολοσχερώς και όλων των επιδομάτων εορτών  και αδειών πληρωμένων και φορολογούμενων), ώστε να μη καταστούν αυτοί έρμαια στις ορέξεις του όποιου άλλου ισχυρού  ( ας πούμε Τράπεζας )  στην  περίπτωση της αδυναμίας εκπλήρωσης της υποχρέωσης(!) αυτών των δανειοληπτών, λόγω της ανωτέρας βίας η οποία  τους έθεσε εκτός  του καταρτισθέντος  απ αυτούς οικογενειακού   προϋπολογισμού, έναντι των υποχρεώσεων των.

Ως πρώτη ενέργεια της Τράπεζας π.χ. είναι να προβεί και αυτή, κατά το μερίδιο που της αναλογεί,  σε σχετικό «κούρεμα» επί των οφειλομένων σ αυτή δανείων, για  την διευκόλυνση των συνταξιούχων πελατών- δανειοληπτών , με αντίστοιχη υποχρέωση ικανοποίησης  της από το ίδιο το κράτος, το οποίο ωφελήθηκε εν τέλει από τα χρήματα των συνταξιούχων, λόγω της μείωσης της συντάξεως των και της παρακράτησης των χρημάτων αυτών, για τακτοποίηση δικών  του υποχρεώσεων, ας πούμε δανειακών, χωρίς την επιστροφή των.

Άλλωστε οι Τράπεζες, αν και  Α.Ε, έχουν ιδιαίτερα ευεργετήματα και πολλές φορές   στηρίζονται  από το κράτος σε  μεγάλο βαθμό, με χρεώσεις των πολιτών με υψηλά επιτόκια από  δανεισμούς αλλά και ανακεφαλαιοποιήσεις   των

από διάφορες πηγές των δανειστών του κράτους, ενώ αυτές , οι ανακεφαλαιοποιήσεις, σκοπό είχαν και έχουν  τις ενισχύσεις των επιχειρήσεων για να αντεπεξέλθουν της οικονομικής κρίσης και της ελάφρυνσης των μικροεπαγγελματικών  και καταναλωτικών γενικότερα δανείων.

Τέτοιες ενισχύσεις ανακεφαλαιοποιήσεων των τραπεζών  είχαμε με το Ν, 3723/9-12-2008, τον Ν. 3845/ 2010, τον Ν. 3864/2010, τον Ν. 3672/2010, τον Ν. 3965/2011, την πράξη νομοθετικού περιεχομένου ΦΕΚ 203/14-9-2011, τον Ν. 4031/2011, ΦΕΚ αρ. φύλλου 94/2012 και όλα αυτά ως τον Ιούλιο του 2015.

Το ΔΝΤ πρόσφατα δήλωσε την ανάγκη της ανακεφαλοποίησης πάλι των τραπεζών κατά 10 δις ευρώ που θα προστεθούν στο χρέος και τελικά με 20 δις  θα ενισχυθούν  σύμφωνα και με την πρόβλεψη αρχικά του τρίτου λεγομένου  «Μνημονίου».

Ακόμα οι τράπεζες, από το πρώτο  μάλιστα «μνημόνιο», πήραν επιπλέον πολλές δουλειές για λογαριασμό του δημοσίου και των ΔΕΚΟ, με προμήθειες,  αλλά αυτό και από τους  ίδιους  τους  συναλλασσομένους πολίτες  και τις  επιχειρήσεις, αφού σχεδόν σταμάτησαν τις δανειακές των συναλλαγές με αυτούς , παρά του ότι  αυτές, οι συναλλαγές,  είναι και ο βασικός λόγος των τραπεζικών των δραστηριοτήτων, ενώ θα μπορούσαν να προχωρήσουν σε πολύ δραστικότερες και με μεγαλύτερη  έκταση περικοπές  στα κόστη τους και σε άλλα ευκόλως εννοούμενα.

    Τέλος, αν το παραπάνω κούρεμα δεν θα συμβεί τότε κάπως αλλιώς θα πρέπει να ονομάζεται η όλη «βίαιη» αναφερθείσα  ενέργεια (εμείς δεν την βαφτίζουμε)  της μείωσης του εισοδήματος των συνταξιούχων του ιδιωτικού τομέα, με αυτόν  τον τρόπο και απαιτείται η τακτοποίηση  της ζημίας που υπέστησαν από το 2008 της κρίσης και συνεχώς ως τώρα και αύριο βέβαια ,  για να μπορέσει να κινηθεί και η αγορά που έχει σχεδόν διαλυθεί ή στεγνώσει ή υπολειτουργεί σ αυτά τα χρόνια, εξ αιτίας και αυτών των περιπτώσεων.

  Και εδώ, ασφαλώς, για την απονομή της δικαιοσύνης και της αποκατάστασης της αδικίας, αρμόδια είναι τα δικαστήρια.

Υ.Γ. Γράφηκε στον τύπο και το διαδίκτυο  ότι υπάρχουν πολλές αποφάσεις του Σ.τ.Ε που κρίνει αυτές τις συνταξιοδοτικές περικοπές ως αντισυνταγματικές και λένε ότι ακολουθούν και άλλες. Όμως, ο κάθε ενδιαφερόμενος πρέπει να προσφύγει για δικό του λογαριασμό. Είναι σίγουρο  ότι τα δικαστήρια γνωρίζουν και λαμβάνουν υπόψιν τις δυσκολίες και τις αδικίες στους αναφερόμενους, αλλά και  τις αποφάσεις του Σ.τ.Ε για απονομή δικαιοσύνης, όταν εκδικάζουν τέτοιες υποθέσεις ανθρώπων, που ως τώρα επιβίωναν αξιοπρεπώς και ανταποκρινόταν στις υποχρεώσεις των.    

     

  

                                                                           του κ. Ιωάννου Ρόνα

φορο-συμβούλου