Άκουσα την Κυριακή το πρωί στην Εκκλησία πως τα κατηχητικά της Μητροπόλεως διοργανώνουν Χριστουγεννιάτικη γιορτή για όλα τα παιδιά, και σκέφτηκα «ωραία! Θα πάρω τα παιδιά της κόρης μου και θα πάω» (το ένα τελειώνει το Δημοτικό και το άλλο το Γυμνάσιο).

«Θα θυμηθούμε παλιές Χριστουγεννιάτικες γιορτές των εφηβικών μου χρόνων. Την διοργανώνει το κατηχητικό στο οποίο κάποτε πήγαινα κι εγώ»

Μόλις όμως τους το ανακοίνωσα μου έπεσαν τα φτερά. «Καλά βρε γιαγιά, πού ζεις; Ποιος πάει σήμερα στο κατηχητικό;» Κι έτσι αποφάσισα να πάω μόνη μου. Όταν όμως έφτασε στο «Φίλιππος» πέρα από την ασφυκτικά γεμάτη αίθουσα από ενήλικες, ένιωθες ότι έμπαινες σε μια πολύβουη κυψέλη από παιδιά (μαθητές Δημοτικού, Γυμνασίου, Λυκείου), φοιτητές και φοιτήτριες, ακόμα και νήπια, που συμμετείχαν στη γιορτή στις χορωδίες, στις αναγνώσεις. Ήρθαν μαζί με τους φίλους τους, που μπαινόβγαιναν, που παρακολουθούσαν, που ενίοτε έκαναν κερκίδα, που κάποιες φορές άκουγαν σκεφτικοί ή γιατί όχι τους ξέφευγε ένα δάκρυ.

Η ίδια η γιορτή ξέφευγε από τον καθιερωμένο και ξύλινο λόγο των κατηχητικών. Αποτελούσε μια σφαλιάρα στον καθωσπρεπισμό μας, τον εφησυχασμό μας, την θρησκευτική αυτάρκεια μας.

Νομίζω πως θα μου επιτραπεί να βροντοφωνάξω εγώ η γριά των 70 χρόνων ένα μεγάλο μπράβο στον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη μας, που κατάφερε να βγάλει τα κατηχητικά από τον «ευσεβισμό» της δεκαετίας του ’60 και του ’70 και από την παρακμή στην οποία είχαν περιπέσει και να τα αναδείξει σε φυτώρια όπου πραγματικά θα ευαγγελίζεται ο Χριστός, ο γεννηθείς, ο σταυρωθείς και αναστάσας σύντροφος και συνεργός όλων των νέων όπου γης, ανεξαρτήτου ηλικίας.

Για την αντιγραφή,

Δ.Π.

ΥΓ. Για να επανορθώσει η εγγονή μου ανέλαβε να το στείλει αυτή στον ηλεκτρονικό τύπο επειδή εγώ δεν το’χω

Δ.Κ.