Στο παρόν άρθρο θα ασχοληθούμε με τον Ν. 4172/13 αρθρ. 13, περί παροχών σε είδος.

Το θέμα  προβληματίζει πολλούς επιτηδευματίες και εργαζομένους οι οποίοι διστάζουν να ενταχθούν στις διαδικασίες που ορίζει αυτός ο νόμος και αυτό το άρθρο του , για πολλούς και διαφόρους λόγους, επιζητώντας όμως περισσότερη ενημέρωση.

Τελευταία παρατηρήθηκε σχετική έξαρση στο σύστημα αυτό αφού  δίδονται στους εργαζομένους των επιχειρήσεων «διατακτικές» για ψώνια ή γεύματα, σε «κουπόνια» δηλαδή, της τάξης του 20% περίπου με βάση  το ποσό  της  μισθοδοσίας  των.

Η έξαρση αυτή ήδη θεωρήθηκε «πληγή» από μερικούς για την αντιμετώπιση τάχα του φορολογικού κόστους τόσο του εργοδότη όσο και του εργαζομένου.

Και όλο αυτό , εν ονόματι της οικονομικής κρίσης, λαμβάνοντας υπόψη και την έλλειψη ρευστότητας με  την αιτιολογία του capital control, που εφαρμόζεται ακόμα. Να λάβουμε υπόψιν ότι και παλαιότερα μισθωτοί αμειβόταν με παροχές σε είδος, δεν είναι πρωτόγνωρο δηλαδή, αλλά σήμερα επιδίδονται σ αυτό περισσότερες επιχειρήσεις.

   Στον προηγούμενο Νόμο 2238/94, περί φορολογίας εισοδήματος , δεν υπήρχε αντίστοιχο άρθρο για παροχές σε είδος που λαμβάνει  ένας εργαζόμενος ή συγγενικό πρόσωπο αυτού προκειμένου αυτές οι παροχές να συνυπολογίζονται στο φορολογητέο εισόδημα του στην αγοραία αξία τους. Μόνο στο άρθρ. 45 παρ. 1 (υποκείμενα του φόρου) είδαμε μια εν μέρει αντιστοιχία.

Τώρα με το άρθρ. 13 του Ν. 4172/13, που ισχύει, προστέθηκαν περιπτώσεις παροχών σε είδος, αλλά και κάποιες, από εκείνες του Ν. 2238/94 άρθρ. 45 παρ. 1, τροποποιήθηκαν.

Περαιτέρω, η πολ. 1219/6-10-14  διευκρινίζει τα της φορολογικής μεταχείρισης των παροχών σε είδος και εμείς μεταφέρουμε στο παρόν διάφορα για να ληφθούν υπόψιν από τους ενδιαφερομένους, γιατί υπάρχουν πράγματι ενδιαφερόμενοι και αυτό ως προϊόν μελέτης και σχολιασμού, επί της νομοθεσίας, με βάση τα αποτελέσματα επί της εφαρμογής της που απαντώνται στην καθημερινότητα ή θα απαντηθούν κατά την εφαρμογή των διατάξεων του νόμου από τους άμεσα εμπλεκομένους . Βέβαια το θέμα απασχολεί περισσότερο τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις στην Ελλάδα, αφού διαθέτουν λογιστήρια, καθ ότι οι μικρές με 4-5 απασχολουμένους μπέρδεμα  προσθέτει  στους κατ αποκοπή αμειβομένους λογιστές…

   Το άρθρ. 13 του Ν.4172/13, ως μισθωτούς, δεν θέλει, για τις παροχές σε είδος δηλαδή, αυτούς του δημοσίου τομέα, εν πολλοίς, αλλά, σύμφωνα με το άρθρ. 12 του ίδιου νόμου, θέλει εκείνους  που έχουν συνάψει εργασιακή σχέση και παρέχουν υπηρεσίες ως φυσικά πρόσωπα, στα πλαίσια σύμβασης εργασίας, ως το εργατικό δίκαιο προβλέπει. Δηλαδή, να έχουν σχέση εξαρτημένης εργασίας με τον εργοδότη τους.

Γιατί όμως να υπάρχουν εξαιρέσεις στους μισθωτούς και  συνταξιούχους δημοσίου και ιδιωτικού τομέα, διερωτώνται αρκετοί. Αντιλαμβανόμαστε τους λόγους αλλά οι φορολογούμενοι αυτοί, του ιδιωτικού τομέα, διαμαρτύρονται για την μονόπλευρα ευμενή μεταχείριση του νόμου προς εκείνους του δημοσίου, έναντι του ιδιωτικού, λέγοντας μας ότι δεν μπορεί κάποιοι να αμείβονται εκατό τοις εκατό με «ζωντανό χρήμα» το οποίο όπου και όπως θέλουν αυτοί το διαχειρίζονται  και οι άλλοι να δέχονται ( ακόμα και υποχρεωτικά) συμβάσεις αμοιβών σε είδος, όπου εργοδότης μπορεί να ενεργεί και προς επιπλέον ίδιον όφελος του, στα πλαίσια της συνεργασίας του αυτής με διάφορα καταστήματα, ας πούμε. Δηλαδή ο εργαζόμενος στον ιδιωτικό τομέα δεν μπορεί να γίνεται γέφυρα για τέτοιες δουλειές του επιχειρηματία- εργοδότη του , ενδεχομένως (!).

Έτσι, για όλα τα παραπάνω αναφερόμενα και όχι μόνο, απαραίτητη προϋπόθεση είναι όπως τα δικαιούμενα πρόσωπα να συνδέονται με εργασιακή σχέση προς τον εργοδότη τους , σύμφωνα με το άρθρ. 12 παρ. 2 του ν. 4172/13, περί φορολογίας εισοδήματος από μισθωτή εργασία και συντάξεις, όπως ισχύει. Παροχές σε είδος που χορηγούνται προς τρίτα πρόσωπα , τα οποία δεν συνδέονται με κανενός είδους εργασιακής σχέσης με την επιχείρηση, η οποία χορηγεί τις παροχές αυτές, δεν έχουν σχέση με τις διατάξεις του άρθρ. 13 του ν. 4172/13, στις οποίες αναφερόμαστε.

Οποιεσδήποτε παροχές σε είδος, αλλά με κάποιες επιφυλάξεις, που λαμβάνει ένας εργαζόμενος ή συγγενικό πρόσωπο αυτού, συνυπολογίζονται στο φορολογητέο εισόδημα του στην αγοραία αξία τους, εφόσον η συνολική αξία των παροχών σε είδος υπερβαίνει τα τριακόσια (300) ευρώ ανά φορολογικό έτος.

Ως αγοραία αξία νοείται το κόστος της παροχής που βαρύνει τον εργοδότη και αποδεικνύεται από τα δικαιολογητικά που καταχωρούνται στα τηρούμενα βιβλία.

      Σαν παράδειγμα, μπορεί να  έχουμε τις δωροεπιταγές και τα  κουπόνια για αγορά διαφόρων αγαθών ή υπηρεσιών από super markets  κ. ά.

Επειδή το εισόδημα αυτό καταβάλλεται «ελεύθερο φόρου», ως εισόδημα υποκείμενο σε φορολογία είναι εκείνο το ποσό από το οποίο αν αφαιρεθεί ο φόρος που αναλογεί επ αυτού  προκύπτει η αξία των αγαθών που αντιπροσωπεύουν οι  δωροεπιταγές και τα κουπόνια  . Στο εισόδημα αυτό ενεργείται παρακράτηση φόρου (έγγραφο 1031285/11163 ΠΕ /Β0012/23-3-99).

    Στις παροχές σε είδος συγκαταλέγουμε και τις πληρωμές που γίνονται απευθείας από τους εργοδότες σε τρίτους ή σε φροντιστήρια, σχολεία, βρεφονηπιακούς σταθμούς, σεμινάρια εκπ/σης, επιμόρφωσης κ.ά. (εδώ έχουμε επιφυλάξεις για τις «αγαθές!» σχέσεις του κάποιου εργοδότη  μ αυτές τις επιχειρήσεις!!!).

     Ακόμα έχουμε την  αξία των διατακτικών που χορηγούνται δωρεάν για αγορά αγαθών ή λήψη υπηρεσιών από συμβεβλημένα καταστήματα ( Πολ. 375/87).

Για την φορολογική αντιμετώπιση της περίπτωσης αυτής απαιτείται όπως τα καταστήματα των αγαθών που δέχονται τις διατακτικές, ύστερα από συμφωνία, να εκδίδουν αποδείξεις λιανικής, οι δε επιχειρήσεις που χορηγούν τις διατακτικές, πρέπει να εκδίδουν αποδείξεις επαγγελματικών δαπανών ή να καταρτίζουν κατάσταση. Έτσι για τις συναλλαγές αυτές δεν εκδίδεται τιμολόγιο πώλησης προς τις επιχειρήσεις που εκδίδουν τις διατακτικές και καταβάλλουν την αντίστοιχη αξία των (σκέψεις και εδώ για το καλώς έχειν, μάλλον απασχολεί).

    Μεταξύ των άλλων παροχών σε είδος, συμπεριλαμβάνεται και η περίπτωση της παροχής με τη μορφή δανείου προς εργαζόμενο επιχείρησης ή εταίρο ή μέτοχο από ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα, με βάση έγγραφης συμφωνίας και αποτιμάται το ποσό από τη διαφορά που προκύπτει μεταξύ των τόκων που θα κατέβαλλε ο εργαζόμενος στον ημερολογιακό μήνα που έλαβε αυτήν την παροχή, εάν το επιτόκιο υπολογισμού των τόκων ήταν το μέσο επιτόκιο της αγοράς. Σε περίπτωση που δεν υπάρχει έγγραφη συμφωνία δανείου, το σύνολο του αρχικού κεφαλαίου λογίζεται ως παροχή σε είδος. ( η προκαταβολή μισθού άνω των τριών ( 3 ) μηνών θεωρείται δάνειο. Παραγρ. 3 ).

     Επιπλέον, προβλέπεται και η αγοραία αξία της παραχώρησης κατοικίας  σε εργαζόμενο ή εταίρο ή μέτοχο από ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα, για οποιοδήποτε χρονικό διάστημα ενός φορολογικού έτους, αποτιμάται στο ποσόν του μισθώματος που καταβάλλει η επιχείρηση ή σε περίπτωση ιδιόκτητης κατοικίας σε ποσοστό τρία (3) τοις εκατό επί της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου ( παραγρ. 5 της πολ. 1219/14 ).

Στην πρώτη περίπτωση, της καταβολής του μισθώματος, εάν οι παροχές του ενοικίου συνεντέλλονται  με τις τακτικές αποδοχές (συνεκκαθαρίζονται σε μία μισθοδοτική κατάσταση), φορολογούνται με βάση την παρακράτηση  φόρου στο εισόδημα από μισθωτή υπηρεσία.

Εάν δεν συνεκκαθαρίζονται με τις τακτικές αποδοχές τότε ο φόρος υπολογίζεται με 20% στο συνολικό καθαρό ποσό.

Το ίδιο συμβαίνει βέβαια και όταν οι παροχές περιλαμβάνονται στο ποσό του τεκμαρτού ενοικίου  ( πολ. 1016/2005).

Εφόσον πρόκειται για επιχείρηση που στα περιουσιακά της στοιχεία συμπεριλαμβάνεται και κατοικία ή κατοικίες και προβαίνει ο εργοδότης σε δωρεάν παραχώρηση αυτής ή αυτών προς εργαζομένους της, τότε  εκτός των άλλων, ως άνω αναφερομένων, αυτή δικαιούται σε κάθε χρήση να διενεργεί αποσβέσεις στα εν λόγω παραχωρούμενα ακίνητα ( έγγραφο 1073790/11018/Β0012/28-7-06).

( Εδώ, αν θέλετε, υπολογίστε την αντικειμενική αξία π.χ σε 2500 ευρώ στο κάθε  μ2 σε κατοικία και βγάλτε συμπεράσματα  για τον εργοδότη και για τον εργαζόμενο ως προς αυτό το θέμα των παροχών σε είδος!).

    Τροποποιήθηκε και ισχύει η περίπτωση στ΄ της παραγρ 1 του άρθρ. 45 του Ν. 2238/94  βάση της παράγρ. 2 του εν λόγω άρθρ. 13 του Ν. 4172/13 και  με το Ν. 4389/27-5-2016 άρθρ. 44 για εισοδήματα που αποκτώνται από το φορολ. έτος 2016 και μετά, αναφορικά με την αγοραία αξία  της παραχώρησης ενός οχήματος σε εργαζόμενο ή εταίρο ή μέτοχο από ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα όπου υπολογιζόταν αυτή η αγοραία αξία στο ογδόντα (80) τοις εκατό του κόστους, που γράφεται ως δαπάνη, αντί του προϊσχύσαντος τριάντα (30) τοις εκατό ( ν. 2238/94 άρθρ.45 ), όπου εγγράφεται ως  δαπάνη στα βιβλία.

Όταν το κόστος που αναφέρουμε ήταν μηδέν, η αξία της παραχώρησης ανερχόταν  στο ογδόντα (80) τοις εκατό της μέσης δαπάνης ή αν θέλετε της απόσβεσης που είναι στα τρία τελευταία χρόνια. Όσον αφορά την αγοραία αξία σ αυτή δεν υπολογίζονται τα έξοδα των καυσίμων. Όμως τα τέλη κυκλοφορίας, συντηρήσεις, μισθώματος του χρηματοδοτικού κόστους, υπολογίζονται  και αυτά ισχύουν  ακόμα ( αρθρ. 9 παραγρ. 1 του 2336/95).

Αναγράφουμε παραπάνω ότι υπολογιζόταν και όχι υπολογίζεται. Αυτό γιατί  και η αναφερόμενη τροποποίηση στο Ν. 4389/27-5-2016  άρθρ. 44 ξανά τροποποιήθηκε  στις 22/12/2016 με το Ν. 4446/16 άρθρ. 99 παραγρ. 1 αυτού  που αν δεν ξανατροποιποιηθεί θα έχει ως κατωτέρω και θα ισχύει από 1/1/2016 :

« 2. Η αξία της παραχώρησης ενός οχήματος σε εργαζόμενο ή εταίρο από ένα φυσικό  ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα, για οποιοδήποτε χρονικό διάστημα εντός του φορολογικού έτους, υπολογίζεται ως ποσοστό της Λιανικής Τιμής Προ Φόρων (ΛΤΠΦ) του οχήματος,  ως εξής:

Α) για ΛΤΠΦ έως 12000 ευρώ ως ποσοστό 4% ως επιπλέον ετήσιο εισόδημα. Β) από 12001  έως 17000 ευρώ  ως 7% . Γ) από 17001 έως 20000 ευρώ ως 14%. Δ) από 20001 έως 25000 ευρώ έως 18%. Ε) πλέον των 25001 ευρώ ως 22% ανεξάρτητα αν το όχημα ανήκει στην επιχείρηση ή είναι μισθωμένο με οποιονδήποτε τρόπο στα ανωτέρω πρόσωπα. Το παραπάνω ποσοστό καθενός οχήματος δεν επιμερίζεται σε περισσότερα του ενός πρόσωπα.

Η αξία της παραχώρησης του οχήματος μειώνεται βάσει παλαιότητας ως εξής:

Ως 2 έτη καμία μείωση. Από 3-5 έτη 10%. Από 6-9 έτη 25%. Μετά τα 10 έτη 50%.

Από τις διατάξεις του παρόντος εξαιρούνται τα οχήματα που παραχωρούνται αποκλειστικά για επαγγελματικούς σκοπούς και έχουν λιανική τιμή πώλησης πρό φόρων έως 12000 ευρώ».

    Πέραν όλων των παραπάνω στο άρθρ. 13 του Ν. 4172/13 εμπίπτει και η παροχή εταιρικών συνδέσεων κινητής τηλεφωνίας στους εργαζομένους , μέλη της διοίκησης, διευθυντές, κατά το μέρος που υπερβαίνει το κόστος των προγραμμάτων χρήσης και υπό την προϋπόθεση ότι το υπερβάλλον ποσό του προγράμματος χρήσης χρησιμοποιείται για προσωπικούς σκοπούς της επιχειρηματικής δραστηριότητας του εργοδότη. Ο διαχωρισμός της παροχής των εν λόγω προσώπων είναι εφικτός διότι στο λογαριασμό παρέχεται ανάλυση ανά αριθμό. Είναι δυνατόν ακόμα ο εργοδότης να χορηγεί βεβαιώσεις που να φαίνεται το ποσό που αφορά τους άλλους από την επαγγελματική χρήση, ανά έτος.

Σ αυτήν την παροχή, των ανωτέρω, προσαυξάνεται το φορολογητέο εισόδημα με τους φόρους και τα τέλη που αντιστοιχούν  ( π.χ. ΦΠΑ, τέλη).

     Βεβαίως υπάρχουν και άλλες περιπτώσεις , παρόμοιες, για τις παροχές σε είδος, αλλά δεν αναφερόμαστε για εξοικονόμηση χώρου και ούτε αναλύουμε περισσότερο όλα τα παραπάνω για τον ίδιο λόγο. Άλλωστε οι ενδιαφερόμενοι έχουν τον τρόπο τους για ειδικότερη ενημέρωση. Εμείς απλά θέλουμε να καταθέσουμε ότι τέτοιες, ως άνω, δυνατότητες ο Νόμος τις επιτρέπει.

  Του κ. Ιωάννου Ρόνα

                                                                                                                       Φορο-συμβούλου