1) Από 1/1/2017 και κάθε επόμενο έτος, η βάση υπολογισμού των πάσης φύσεως ασφαλιστικών εισφορών των υπόχρεων καταβολής (ως και στο άρθρ. 39 του Ν. 4387/2016) καθορίζεται, με βάση το καθαρό φορολογητέο αποτέλεσμα από την άσκηση δραστηριότητας κατά το προηγούμενο φορολογικό έτος.
2) Ως καθαρό φορολογητέο εισόδημα, κατά την έννοια της ανωτέρω παραγράφου, νοείται το ποσό όπως αυτό κατ έτος διαμορφώνεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΦΕ, όπως ισχύει κάθε φορά, και αντιστοιχεί στο φορολογητέο εισόδημα από τη δραστηριότητα ή την ιδιότητα που δημιουργεί την υποχρέωση υπαγωγής στην ασφάλιση.
3) Έως ότου καταστεί ευχερής η έγκυρη χρήση των εισοδημάτων του προηγούμενου φορολογικού έτους, η βάση υπολογισμού των πάσης φύσεως ασφαλιστικών εισφορών προκύπτει από το πιο πρόσφατο εκκαθαρισμένο φορολογικό έτος.
4) Τυχόν διαφορά που προκύπτει μετά από τον υπολογισμό των προβλεπόμενων ασφαλιστικών εισφορών, βάσει του πραγματικού εισοδήματος του προηγούμενου φορολογικού έτους, αναζητείται και συμψηφίζεται ισομερώς κατανεμημένη σε μηνιαία βάση έως τον μήνα Δεκέμβριο εκάστου έτους.
Εδώ λοιπόν είμαστε!!!
Στην παράγραφο 2 του παρόντος, αναφέρεται ότι ως καθαρό φορολογητέο εισόδημα , νοείται αυτό το ποσόν που διαμορφώνεται κατ έτος, σύμφωνα με τον ΚΦΕ, βάσει του πραγματικού εισοδήματος (παρ. 4 του παρόντος).
Και ποιο είναι το πραγματικό εισόδημα ενός επιτηδευματία το οποίο διαμορφώνεται στο συγκεκριμένο έτος;
Μήπως είναι αυτό που δηλώνεται απ αυτόν στην αρχική φορολογική του δήλωση; Μα αν ήταν έτσι προς τι αυτή η παραπάνω παράγρ. 4 ;
Εμείς λέμε ΟΧΙ.
Ποιο λοιπόν θεωρείται ως πραγματικό εισόδημα του επιτηδευματία σε συγκεκριμένο έτος;
Είναι αυτό που θα προκύψει ύστερα από τακτικό έλεγχο της επιχείρησης από ελεγκτικές Υπηρεσίες που ελέγχουν την ακρίβεια των επιδιδόμενων φορ. δηλώσεων και μάλιστα μέσα στα χρονικά όρια προ της παραγραφής του, συμπεριλαμβανομένης και της τυχόν παράτασης, και έτσι θα κλείσει η διαχειριστική περίοδος ή αλλιώς θα παραγραφεί , χωρίς έλεγχο, λόγω λήξης του χρόνου δικαιώματος του ελέγχου.
Εφόσον όμως κατά τον έλεγχο προκύψουν άλλα εισοδήματα μεγαλύτερα από αυτά της αρχικής δήλωσης και ο φορολογούμενος δεν τα αμφισβητήσει, προσφεύγοντας αρμοδίως, τότε σ αυτά πρέπει να υπολογίζονται τελικά οι ασφαλιστικές εισφορές.
Δηλαδή, προσαυξάνονται οι αρχικά επιβληθείσες και αναζητούνται, για τον ασφαλισμένο – φορολογούμενο, οι επιπλέον εισφορές που προκύπτουν τώρα και εισπράττονται αυτές ισομερώς, σε μηνιαία βάση, έως τον Δεκέμβριο κάθε έτους, που είπαμε.
Συνεπώς, ο ασφαλιστικός φορέας, αλλά και η φορολογική Αρχή, έχουν λόγους πίεσης για φορολογικούς ελέγχους προκειμένου να εκκαθαρισθεί οριστικά το κάθε φορολογικό έτος για επιβολή και είσπραξη περισσοτέρων, από των αρχικώς προσδιορισθέντων και επιβαλλομένων στον υπόχρεο εισφορών και φόρων, ως διαφορά .
Έτσι, οι εισφορές θα επιβαρύνουν τον ασφαλισμένο- φορολογούμενο και στα επόμενα έτη, ώσπου να επιτευχθεί άλλος τακτικός έλεγχος, για το επόμενο προς έλεγχο έτος, σύμφωνα με τα παραπάνω κ.ο.κ.
Επομένως, εφόσον τα ως άνω σκεπτικά, με την ανάλυση που δόθηκε, είναι έτσι, διαμορφώνουν ένα άλλο τοπίο, για το οποίο ως τώρα μάλλον δεν συζητήθηκε ευρέως η συνέπεια αυτή και θα πρέπει όλοι οι επιτηδευματίες να το σκεφθούν καλύτερα (φορολογικώς και ασφαλιστικώς) για αυτά που έρχονται στον καθένα , επειδή η οικονομική κρίση στην Ελλάδα θα συνεχίζεται και στο άγνωστο μέλλον.
Ας μη χαιρόμαστε λοιπόν επειδή τώρα οι περισσότεροι , από 1/1/2017, πληρώνουν λιγότερα στις ασφαλιστικές των εισφορές. Αυτό, εδώ και χρόνια έπρεπε να γίνει επιτρέποντας στον ασφαλισμένο την επιλογή συγκεκριμένης και προμελετημένης, για το ασφαλιστικό σύστημα, ασφαλιστικής κλάσης για συνταξιοδότηση του, όταν θα έρθει το πλήρωμα του χρόνου.
Τα «κουρέματα» όμως της σύνταξης δεν συζητούνται συνδικαλιστικά ούτε και διεκδικείται, προσφεύγοντας παντοιοτρόπως, η νόμιμη αποτροπή των.
Έπεται συνέχεια και ο Θεός να βάλει το χέρι Του.

 
του κ. Ιωάννου Ρόνα
Φορο-συμβούλου