Κάθε φορά που περνάω το κοιτάζω να στέκεται εκεί αγέρωχο. Αντιστέκεται με πείσμα στις επιθέσεις της φύσης και φοράει κάθε φορά τα κατάλληλα ρούχα να υποδεχτεί τις αλλαγές των εποχών. Χρόνο με το χρόνο μεγαλώνει και δυναμώνει, τουλάχιστον έτσι δείχνει.

Αν όμως είχε ανθρώπινη μιλιά, αν μπορούσε να περιγράψει όλα όσα βλέπει και να εκφράσει όλα αυτά που αισθάνεται τι θα έλεγε; Ίσως το πρώτο που θα έλεγε θα ήταν ότι είμαι ολομόναχο. Εδώ στην μέση του πουθενά στέκομαι χωρίς να έχω κάποιον δίπλα μου. Κάθε μέρα βλέπω μια υπέροχη ανατολή και ένα παραμυθένιο ηλιοβασίλεμα, αλλά δεν έχω κάποιον να του περιγράψω πόσο όμορφες εικόνες είναι αυτές, ούτε τι συναισθήματα μου προκαλούν. Κάποιες φορές έρχονται στα κλαδιά μου επισκέπτες, τότε είμαι πολύ χαρούμενο.

Προσπαθώ να είμαι όσο περισσότερο φιλόξενο γίνεται. Τους μιλάω για όσα ξέρω και αυτά μου χαρίζουν όμορφα τραγούδια ή τις δικές τους ιστορίες. Αλλά και αυτά φεύγουν, πετούν μακριά και μένω πάλι μόνο. Και αν με ρωτούσες γιατί είμαι μόνο δεν ξέρω αν θα μπορούσα να σου απαντήσω. Δεν θυμάμαι αν αυτό έγινε τυχαία ή αν το επέλεξα. Κάποτε υπήρχαν και άλλοι δίπλα μου, αλλά κάποιοι έφυγαν γιατί τους έπνιγε η σκιά μου, κάποιοι απομακρύνθηκαν βίαια από τρίτους, κάποιοι απλά δεν αναπτύχθηκαν γιατί δεν άντεχαν το περιβάλλον. Και μέχρι να το καταλάβω οι ρίζες μου μεγάλωσαν, χώθηκαν βαθιά μέσα στη γη και με έδεσαν αιχμάλωτο. Και να θέλω μου είναι δύσκολο να μετακινηθώ μιας και το κουφάρι μου έχει γεράσει.

Για να αντιμετωπίσω την μοναξιά μου στέκομαι πλέον στα απλά πράγματα. Χαίρομαι ακόμα περισσότερο όσους επισκέπτονται τα κλαδιά μου, λατρεύω το χάδι του αέρα, εκστασιάζομαι με τις μάχες που δίνω με την βροχή και το χιόνι και κάθε φορά βγαίνω νικητής γιατί συνεχίζω και στέκομαι. Μα πάνω από όλα λατρεύω τις κουβέντες των ανθρώπων που έρχονται και ξαποσταίνουν στον ίσκιο μου. Και νομίζω ότι τα καταφέρνω…

Γράφει η Δήμητρα Ν. Παπανικολάου. Χημικός – Μηχανικός