Κυρίαρχο λαογραφικό στοιχείο της Δεύτερης Ανάστασης στην Κοζάνη αποτελεί ο χορός των γερόντων που γινόταν νωρίς το απόγευμα στον περίβολο του επισκοπικού μεγάρου. Τα τραγούδια που λέγονταν στο χορό αυτό υπονοούσαν σαφώς την ανάσταση του γένους και την πολυπόθητη ελευθερία όπως θα δούμε στη συνέχεια. Προτού όμως περιγράψουμε το έθιμο αυτό θα παραθέσουμε λίγα γενικά στοιχεία για το χορό του Πάσχα όπως εμφανίζεται στον ελληνικό χώρο σύμφωνα με τα δεδομένα της ελληνικής λαογραφίας για να διαχωρίσουμε έτσι και να υπογραμμίσουμε τις ιδιαιτερότητες της Κοζάνης.

Ο χορός του Πάσχα είναι το αποκορύφωμα της έκφρασης της χαράς και της ευφροσύνης που διακατείχε πάντα τον Έλληνα ορθόδοξο την ημέρα της Λαμπρής και εμφανίζεται με πολλές παραλλαγές στον ελληνικό χώρο. Κατά τον Γ. Μέγα, ο χορός του Πάσχα γίνεται μετά την απόλυση στον αυλόγυρο της εκκλησιάς και έχει πολλήν ιεροπρέπεια, με τον ιερέα να βρίσκεται επικεφαλής του χορού και τους ενορίτες να ακολουθούν κατά ηλικία και να τραγουδούν ειδικά για την περίσταση τραγούδια.

Πρώτο και περισσότερο διαδεδομένο αναστάσιμο τραγούδι είναι το πιο κάτω, που όμως βρίσκεται σε παραλλαγές, πάντως με επανάληψη των δύο πρώτων στίχων πριν από κάθε αναφορά στα πρόσωπα:

Μετά την αναγκαστική αυτή αναδρομή θα περιγράψουμε το χορό των γερόντων της Κοζάνης. Το έθιμο αυτό που κράτησε από την Τουρκοκρατία, συνεχίστηκε μέχρι το τέλος σχεδόν της δεκαετίας του 1960, οπότε με το θάνατο των βασικότερων στελεχών του εξέλιπε τελείως όπως και άλλα αγνά παραδοσιακά έθιμα του λαού της Κοζάνης. Σήμερα μόνο ο απόηχός του συνεπαίρνει ακόμα και τους νοσταλγούς Κοζανίτες την ημέρα της Πασχαλιάς. Νωρίς το απόγευμα λοιπόν της αναστάσιμης ημέρας, μετά το πασχαλινό τραπέζι, οι χαρμόσυνες καμπάνες του Άι Νικόλα, καλούσαν όπως και σήμερα τον πιστό λαό στη μητρόπολη. Πλήθη λαού απ’ όλη την Κοζάνη συνέρρεαν τότε μαζί με τις Αναστάσεις και τα εξαπτέρυγα των εκκλησιών στον περίβολο του μητροπολιτικού μεγάρου και γύρω απ’ αυτόν για να πάρ’ν του Δισπότ’ κατά τη λαϊκή έκφραση, δηλαδή να συνοδέψουν τιμητικά το μητροπολίτη στην τελετή της Δεύτερης Ανάστασης και να δουν το χορό των γερόντων (να κάμ’ν συργιάν’ του χουρό). Έλαμπε η μητρόπολη από πάστρα και καθαριότητα, με ολάνυχτες τις πύλες της, καθώς και όλη η γειτονιά τριγύρω από το «δεσποτικό» που είχε την τιμητική της, κι ήταν πράγματι το σημείο αναφοράς μεταξύ ουρανού και γης του κάθε πιστού Κοζανίτη την ύψιστη αυτή ημέρα της Ορθοδοξίας. Όπως μπορεί να διαπιστώσει κανείς, το έθιμο αυτό ήταν μια λαϊκή έκφραση τιμής προς το πρόσωπο του ιεράρχη που αποτελούσε για το λαό στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, όχι μόνο το θρησκευτικό, αλλά και τον ανώτατο άρχοντα και ηγέτη, την έκφραση  της ύπαρξης και της συνέχειάς του, την προσωποποίηση της ελπίδας για την ανάσταση του γένους.

Ιεροπρεπής λοιπόν όσο και μεγαλόπρεπος ο χορός των γερόντων με τη συνοδεία λαϊκών παραδοσιακών οργάνων, άρχιζε με κορυφαίο το γεροντότερο της ομάδας και στη συνέχεια ακολουθούσαν σε ένα στίχο οι νεότεροι στην ηλικία, μόνον άνδρες, περίπου 15 – 20 τον αριθμό, ντυμένοι με την παραδοσιακή ενδυμασία της εποχής. Με φόντο την κύρια (νότια) πύλη του μητροπολιτικού μεγάρου που είχε συνδεθεί με τόσα ιστορικά γεγονότα της Κοζάνης, τα πανύψηλα κυπαρίσσια και τις ανθοστόλιστες αναστάσεις με τα εξαπτέρυγα, μέσα σ’ ένα ευωδιαστό  τοπίο, όπου κυριαρχούσε η ανθισμένη πασχαλιά στους ανθοστόλιστους μπαχτσέδες κι ανάμεσα σ’ ένα πλήθος γιορτινών ανθρώπων που συμμετείχαν ψυχικά, σκαρφαλωμένοι κυριολεκτικά στα κάγκελα του μεγάλου περιβόλου, ο χορός αυτός  προσλάμβανε μια ιδιαίτερη λαμπρότητα. Άρχιζε δύο ώρες περίπου πριν από την τελετή και τελείωνε με την ένδυση του επισκόπου. Λίγο μετά την έναρξη έβγαινε ο δεσπότης, υποδεχόταν τους χορευτές και έμενε για λίγο μαζί τους και στη συνέχεια κατά τη διάρκεια του χορού έβγαινε ο διάκος και άνθρωποι της μητρόπολης με τους «απλάδες» (μεγάλοι δίσκοι που τους είχαν για να κερνούν τους προσκεκλημένους) και πρόσφεραν στους χορευτές μεζέ (κρέας ψητό) και κρασί. Μετά δε την ένδυσή του ο μητροπολίτης εξερχόμενος στον περίβολο ευλογούσε τους χορευτές και το λαό και στη συνέχεια σχηματιζόταν η εόρτιος πομπή όπως την περιγράψαμε.

Τα αναστάσιμα τραγούδια που λέγονταν από τον ίδιο το χορό των γερόντων υπονοούσαν όπως προαναφέραμε ή και μιλούσαν καθαρά για την ανάσταση  του γένους. Το πιο ολοκληρωμένο τραγούδι που είχε διασωθεί και που φαίνεται να ήταν βασικότερο, είναι μια παραλλαγή του πιο πολύ διαδεδομένου αναστάσιμου τραγουδιού στον ελληνικό χώρο. Το παραθέτω όπως μου το τραγούδησαν  στο γλωσσικό ιδίωμα της Κοζάνης

Kάποιοι άλλοι στίχοι τραγουδιού, ίσως λιγότεροι ποιητικοί, εικάζουμε ότι είναι νεότεροι, λίγο πριν την απελευθέρωση, αφού αναφέρουν για το δήμαρχό μας τον καλό, τον άρχοντά μας τον τρανό, τον καλούμε στο χορό, να γιορτάσει με το λαό… Πάντως οι στίχοι αυτοί μιλούν καθαρά πλέον για την απελευθέρωση:
…Ελάτε όλοι να ντύσουμε το δεσπότη τον καλό, να ψάλλει στο Χριστό να φέρει την ανάσταση στο λαό…Να φορέσει τα χρυσά, να ευλογήσει τα παιδιά που θα τινάξουν τη σκλαβιά! Χριστός Ανέστη αδελφοί, λευτεριά στη φυλή!…

Οι παλιοί Κοζανίτες που συμμετείχαν στον αναστάσιμο χορό ήταν άνθρωποι ευσεβείς με αγνά αισθήματα, πιστοί στα αιώνια παραδοσιακά έθιμα της πατρίδας τους και επίγνωση του χρέους και της προσφοράς τους. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς, ρέκτες και εραστές όλων των παλιών εθίμων, μετείχαν σ’ όλες τις λαογραφικές και λατρευτικές εκδηλώσεις της παλιάς Κοζάνης και ήταν οι πρώτοι στα τραγούδια και τους χορούς των λαϊκών πανηγυριών στα μοναστήρια τα παλιά και τα ξωκλήσια, οι παλιότεροι δε απ’ αυτούς είχαν συμμετοχή με πολλούς τρόπους και στο Μακεδονικό Αγώνα. Δυστυχώς όπως και σε άλλες εργασίες μας έχουμε επισημάνει, δεν υπάρχουν μαρτυρίες γραπτές ή αναφορές για την παρουσία και την προσφορά αυτών των απλών ανθρώπων στην ιστορία της Κοζάνης και τη λαογραφία κι αυτό γιατί η προσωπολογική προς τις εξέχουσες προσωπικότητες αντίληψη των παλαιοτέρων ιστοριογράφων και συγγραφέων οδήγησε ίσως όχι ηθελημένα, στην παραγνώριση των ανθρώπων αυτών που πραγματικά κράτησαν την παράδοση.

Σύμφωνα λοιπόν με τις πληροφορίες μας, που είναι μόνο προφορικές, οι σπουδαιότεροι συντελεστές του χορού των γερόντων (αναφερόμαστε μόνο στον παρόντα αιώνα, ίσως και στο τέλος του προηγούμενου) ήταν οι παρακάτω: Με την πιο μακρόχρονη και εντονότερη παρουσία ο κορυφαίος όλων των λαϊκών χορών της παλιάς Κοζάνης Μαργαρίτης Μαργαρίτης από τη Γιτιά με οικογενειακή συμμετοχή στο έθιμο μαζί με τους γιους του Γιώργο, Στέργιο και εγγόνια, ο υπέροχος τραγουδιστής από τα Ηπειρώτικα λεβεντόγερος Νικόλαος Πλεξίδας, ο Νιάκις (Γιάννης) τ’ Παπά (τ’ Σταμ’) που χόρευε με τα κιοστέκια παντού και πάντοτε, τα ξαδέλφια Νιάκος και Μιχάλης Μπιλιώνης (Χαλιούρας) και ο επίσης έξοχος τραγουδιστής Μαργαρίτης Παληός (τ’ Παληού).

Από τους παλαιότερους ήταν οι αδελφοί Γκιθώνα: Παναγιώτης, Γιώργος (Λιόλιος) και Δημήτριος, οι αδελφοί Τζάλλια: Δημήτριος και Γιάννης, ο Νικολής Τριανταφύλλου, οι αδελφοί Βελήκαρη: Γιώργος και Γιάννης, ο Νικόλαος Χαντζιάρας, ο Θύμιος Τσιουκάρας, οι αδελφοί Τσιάρα: Γιώργος και Δημήτριος, οι αδελφοί Βαλταδώρου (τρία αδέλφια) κι ακόμα οι Κατσελάδες, Μπαντωλάδες (πολλά αδέλφια), οι Πατσιομυταίοι, οι Αλεξανδρήδες και ο Κουφομήσιος που προέβλεπε ακόμα με μεγάλη ακρίβεια τον καιρό (καιροσκόπος). Κάπως νεότεροι απ’ αυτούς που συνέχισαν το έθιμο ήταν οι Ντόλλας, Στέργιος τ’ Κουτιάκα, Κωνσταντίνος Πλιάκης (Μπαμπαμπίλιος), Νικόλαος Μπουμπόναρης, Κωνσταντίνος Λίτας, Αργύρης Μπιμπίρης, Ιωάννης Χονδροσάμας, Ντίνας (Κων/νος) Σιαλβέρας, Σωτήρης Λιάμτσιας, αλλά υπήρχαν και άλλοι που η συμμετοχή τους ήταν μικρότερη ή που οι πληροφορίες μας γι’ αυτούς δεν έχουν διασταυρωθεί. Πολλοί από τους χορευτές είχαν οικογενειακή παράδοση στο έθιμο γιατί εκτός από το χορό είχαν σαν τάμα να υψώνουν και τις «αναστάσεις» ή τα ογκώδη «φανάρια» του Αγίου Νικολάου κατά την πομπή.

Τέλος, οι γειτονιές απ ‘όπου προέρχονταν οι χορευτές ήταν κυρίως η Γιτιά, η Ζαμάρα και το Κεραμαρειό που βρισκόταν κοντά σχετικά στη μητρόπολη και λιγότερο τα Αλώνια, τα Ηπειρωτικά και ο Αϊ- Δημήτρης.

Έτσι με το ωραίο αυτό έθιμο ήταν συνδεδεμένη η αναστάσιμη ημέρα της χαράς και της ελπίδας στην παλιά Κοζάνη. Όμως το συναίσθημα που κυριεύει σήμερα όποιον θέλει να ασχοληθεί λίγο ή πολύ με τις σελίδες αυτές της λαϊκής και θρησκευτική μας παράδοσης δεν είναι ευχάριστο γιατί διαπιστώνει αμέσως πως όλοι αυτοί οι κρίκοι που μας συνέδεαν με την παλιά μας κληρονομιά κόβονται και χάνονται μέρα με τη μέρα. Κι όπως έχουμε τονίσει και παλιότερα θα πρέπει σοβαρά οι υπεύθυνοι φορείς της πολιτείας να σκεφθούν και να αποφασίσουν ώστε να βρεθεί τρόπος για την αναβίωση αυτών των εθίμων κάτι που θα βοηθήσει ασφαλέστερα προς τη συγκρότηση και την εθνική μας αυτογνωσία.

Θεσσαλονίκη, Απρίλιος 1991                                                                                                                 ΣΤΡΑΤΟΣ ΗΛΙΑΔΕΛΗΣ – ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΕΛΙΜΕΙΑΚΑ