Το 1886 στο Σικάγο οργανώθηκε μεγάλη συγκέντρωση διαμαρτυρίας εργατών της βαρειάς βιομηχανίας με επίκεντρο τη διεκδίκηση καλυτέρων συνθηκών εργασίας. Θύματα υπήρξαν τόσο μεταξύ των απεργών, όσο και μεταξύ των αστυνομικών στην υπηρεσία πλέον του αστικού καθεστώτος.  Τόσο η φεουδαρχία όσο και ο καπιταλισμός έχουν ως θεμέλια τον διαστρεβλωμένο ευαγγελικό λόγο στη Δύση. Το 1889, 100 έτη μετά τη γαλλική επανάσταση, κατά τη διάρκεια των εργασιών της 2ης κομμουνιστικής διεθνούς, καθιερώθηκε η 1η Μαΐου ως ημέρα μνήμης της αιματηρής διαμαρτυρίας του Σικάγου και ημέρα απεργίας. Η συμμετοχή των εργαζομένων ήταν τόσο μεγάλη τα επόμενα έτη, ώστε σταδιακά τα αστικά καθεστώτα των διαφόρων δυτικών χωρών καθιέρωσαν την ημέρα ως αργία. Έτσι μετετράπη αυτή σε ανώδυνη γι’ αυτά γιορτή των λουλουδιών.

Η κατάρρευση της φεουδαρχίας και οι διακηρύξεις περί ελευθερίας δεν εμπόδισαν τις χώρες της Δύσης, ρωμαιοκαθολικές και προτεσταντικές, να καταστούν αποικιοκτητικές. Ρωμαιοκαθολικοί και προτεστάντες συναγωνίστηκαν σε απληστία προς επέκταση του «ζωτικού» τους χώρου, όπως χαρακτήρισαν το πάθος για επέκταση και καθηγεμόνευση. Οι άφθονες καταληστεμένες πρώτες ύλες συνέβαλαν καθοριστικά στην βιομηχανική ανάπτυξη με πρωταγωνίστρια χώρα τη Μεγάλη Βρετανία που έστησε κατά τον 19ο αιώνα τη μεγαλύτερη αυτοκρατορία.

Οι θρησκευτικές ηγεσίες μετά την ανατροπή της φεουδαρχίας προχώρησαν στον δεύτερο  ανίερο ιστορικό συμβιβασμό, αυτή τη φορά με σύστημα ιδεολογικά εχθρικό προς την χριστιανική πίστη και εξ ίσου αντιευαγγελικό με το ανατραπέν. Η νέα ηγέτιδα τάξη δεν έδειξε κάποια συμπάθεια τουλάχιστο στους ομοεθνείς. Οι συνθήκες εργασίας υπό αστικό καθεστώς δεν διέφεραν πολύ από τις αντίστοιχες υπό το φεουδαλικό. Η ουσιώδης διαφορά έγκειτο στην ευχέρεια επιλογής ανάμεσα στην εξοντωτική εργασία στις βιομηχανικές εγκαταστάσεις ή στη λιμοκτονία στην ύπαιθρο. Και ενώ οι θρησκευτικοί ηγέτες παρέμεναν αδιάφοροι, απολαμβάνοντας τα προνόμια που τους παρείχε και το νέο σύστημα, την κατάσταση διεκτραγωδεί κατά τρόπο εντυπωσιακό ο Μαρξ στο «Κεφάλαιο». Μπορεί να είναι εσφαλμένη η ερμηνεία της γνωστής φράσης του «η θρησκεία είναι το όπιο του λαού», ουδόλως όμως υπερβολική η ανάλυση των αθλιοτήτων της καπιταλιστικής κοινωνίας. Της «γης οι κολασμένοι» δεν είχαν άλλη διέξοδο από το να στρατευθούν στο κομμουνιστικό κίνημα, το οποίο υποσχόταν την είσοδο στον υλιστικό «παράδεισο». Τότε οι θρησκευτικοί ηγέτες βρήκαν πρώτης τάξεως δικαιολογία για να συσφίξουν τις σχέσεις τους με τους δυνάστες των λαών: Έπρεπε να αντιμετωπιστεί η υλιστική λαίλαπα! Και οι κομμουνιστές αντέδρασαν  με σκωπτικό τρόπο στη διδασκαλία του Χριστού: «Αντραλίζομαι πεινώ, σουτ, θα φας στον ουρανό»!

                Ο κομμουνισμός σε αντίθεση προς τις θεωρητικές αναλύσεις των πρωτεργατών του επικράτησε σε μη βιομηχανική και μάλιστα μη δυτική, αλλά ορθόδοξη χώρα, τη Ρωσία!  Κανείς δεν ασχολήθηκε με τον ρόλο που διαδραμάτισαν στην επικράτηση της μπολσεβίκικης επανάστασης εξωτερικές δυνάμεις και μάλιστα οικονομικές. Η Ρωσία πλήρωσε τα κρίματα της αυλής, των αρχόντων, της διανόησης και της διοικούσας Εκκλησίας από την εποχή του τσάρου Πέτρου, που αποκλήθηκε μεγάλος. Ο λαός της γεύτηκε φρικτή δικτατορία, η οποία αποκλήθηκε του προλεταριάτου από εκείνους που την επέβαλαν αντί του ορθού επί του προλεταριάτου, καθώς η άρχουσα τάξη αφανίστηκε με την επικράτησή τους ή, το ορθότερο, αυτοί έγιναν η νέα άρχουσα τάξη. Το όραμα όμως της ανατροπής του άθλιου αστικού καθεστώτος, που γέννησε το κομμουνιστικό κίνημα, συγκίνησε πολλούς ιδίως σε χώρες με έντονο το θρησκευτικό αίσθημα, ρωμαιοκαθολικές και ορθόδοξες, στις οποίες και αναπτύχθηκαν ισχυρά κομμουνιστικά κινήματα με οδυνηρές τις συνέπειες για την κοινωνική συνοχή (Ισπανία, Ελλάδα). Ο κομμουνισμός δεν απόκτησε ισχυρά ερείσματα στις προτεσταντικές χώρες, στις οποίες είχε διαδοθεί ευρέως η λατρεία του καπιταλισμού. Ίσως ισχυριστεί κάποιος ότι αυτές δεν μαστίζονταν τόσο πολύ από την κοινωνική αδικία. Θεωρούμε ως ορθότερο ότι η δίψα της κοινωνικής δικαιοσύνης είναι εντονότερη στους λαούς με δυνατή θρησκευτική πίστη.

Ο κομμουνισμός απώλεσε σημαντικό έδαφος στο βαθμό που οι κρατούντες διένειμαν μικρό μέρος από τα υπερκέρδη τους και παράλληλα προωθούσαν τον εκμαυλισμό των συνειδήσεων. Σήμερα αν και οι χώρες του Νότου μαστίζονται από εντονότατη οικονομική κρίση, το κομμουνιστικό κίνημα δεν επωφελείται στο ελάχιστο, ώστε να αυξήσει τους οπαδούς του. Δεν νομίζω ότι είναι η κατάρρευση του κόσμου που αποκλήθηκε του υπαρκτού (ανυπάρκτου στην ουσία) σοσιαλισμού. Οι λαοί έπαψαν να πιστεύουν στον Θεό και έχουν αποδεχθεί ως μόνο υπαρκτό τον κόσμο του ενστίκτου, στον οποίο το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό. Γιατί όμως κατάρρευσε ο κομμουνιστικός «παράδεισος», παρά τις κάποιες θετικές μεταβολές που επέφερε στις κοινωνίες που επικράτησε (εξασφάλιση εργασίας, μείωση της εγκληματικότητας); Επειδή η νέα άρχουσα τάξη (νομενκλατούρα) αποδείχθηκε εξ ίσου άθλια με την άλλη που ανέτρεψε εξασφαλίζοντας για τον εαυτό της προνόμια σε βάρος του προλεταριάτου, του οποίου την ελευθερία στραγγάλισε!

                Το αστικό καθεστώς εδραίωσε την εξουσία του και προσφέρει απλόχερα την «ελευθερία» στους λαούς, ελευθερία να συναθροίζονται διαμαρτυρόμενοι, όπως κάθε πρωτομαγιά, βρίζοντας ακόμη και τους ασκούντες την εξουσία, οι οποίοι δεν ενοχλούνται, ώστε να δαπανούν για συντήρηση στρατοπέδων εκτόπισης αντιφρονούντων! Τους αρκεί ότι και αυτοί ασκούν άλλου τύπου δικτατορία επί του προλεταριάτου: Πολιτική (εξυπηρέτηση της πλουτοκρατίας – ανισότητα έναντι των νόμων), Κοινωνική (ανεργία, προαγωγή της διαφθοράς), οικονομική (ληστρική αφαίμαξη του ιδρώτα και του αίματος). Καθώς το αντίπαλο δέος εξέλιπε στο τέλος του 20ου αιώνα, το αστικό καθεστώς δείχνει τη φρικαλέα αγριότητά του εντείνοντας την καταλήστευση ακόμη και των προνομιούχων λαών, στους οποίους είχε παραχωρήσει εργασιακά δικαιώματα προς αντιμετώπιση του κομμουνιστικού κινδύνου. Αναμφισβήτητα εργαζόμενοι μέλη του κομμουνιστικού κινήματος υπήρξαν οι πρωτοπόροι στις διεκδικήσεις. Δεν ήταν όμως οι αγώνες που έκαμψαν τη σκληρότητα των απλήστων πλουτοκρατών, αλλά ο ψυχρός υπολογισμός των τελευταίων επί του ισοζυγίου κέρδη-ζημίες. Σήμερα τα δικαιώματα αφαιρούνται το ένα μετά το άλλο χωρίς την παραμικρή διάθεση των λαών για πάλη και θυσίες. Και κάποιοι αιθεροβάμονες ή λαϊκιστές εξακολουθούν να κραυγάζουν: «Η πρωτομαγιά δεν είναι αργία, αλλά απεργία»! Είναι όμως  αργία για όλους, δηλαδή και για τους προνομιούχους εργαζόμενους με πλήρη δικαιώματα και για τους άλλους, κυρίως μετανάστες, τους οποίους το σύστημα χρησιμοποιεί, υπό τα αδιάφορα «σφυρίγματα» των πρώτων, για τις σκληρές και βρόμικες εργασίες.

                Οι θρησκευτικές ηγεσίες παρακολούθησαν τις κοινωνικές μεταβολές συμβιβασμένοι με τον ρόλο κομπάρσου. Το θαυμαστό πρότυπο της πρώτης χριστιανικής κοινότητας, αυτής των Ιεροσολύμων, στην οποία «ήσαν άπαντα κοινά» (communa erant στη λατινική γλώσσα, εξ ου και communismus=κομμουνισμός) φυγαδεύτηκε από τους «χριστιανούς» προς άγνωστη κατεύθυνση με την άθλια σύμπλευση των ηγητόρων με τους κατά καιρούς κρατούντες, ακόμη και «αριστερούς»! Διασώθηκε μόνο στο ορθόδοξο κοινόβιο. Ο μακαρισμός από τον Κύριό μας των «πεινώντων και διψώντων την δικαιοσύνην» μας αφήνει παγερά διάφορους. Αγνοούμε την περικοπή από την καθολική επιστολή του Αποστόλου Ιακώβου κατά των πλουσίων: «Κλάψτε γοερά για τις συμφορές που θα σας βρουν… Συσσωρεύσατε πλούτο για τις έσχατες ημέρες. Να, ο μισθός των εργατών, που θέρισαν τα χωράφια σας και σεις κατακρατήσατε, κραυγάζει και οι κραυγές των θεριστών έχουν φτάσει στα αυτιά του Κυρίου των δυνάμεων».  Πάψαμε να είμαστε φως του κόσμου, τον οποίο μεταμόρφωσε σε τρείς αιώνες η συνέπεια και το γενναίο φρόνημα των πρώτων χριστιανών. Άβουλοι παρασυρόμαστε από τα ορμητικά νερά του ποταμού των αντιθέων δυνάμεων υιοθετούντες μέσω των ποικίλων συμβιβασμών το κοσμικό φρόνημα. Ποιος θα μας λάβει στα σοβαρά;

                                                                                                                «ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ»