Από μικρό παιδί φοβόμουν το σκοτάδι. Όταν όλα τα φώτα σβήνανε, όταν το σκοτάδι επικρατούσε μια ανησυχία φώλιαζε μέσα μου, το παιδικό μου μυαλό έκανε τρομακτικές ιστορίες που το έκαναν να μοιάζει ακόμα πιο τρομακτικό. Ίσως φοβόμουν γιατί δεν ήξερα τι υπήρχε τριγύρω μου, ίσως γιατί δεν μπορούσα να δω όλα αυτά που αγαπούσα, τα πρόσωπα, τα χαμόγελα κι όλες τις όμορφες εικόνες που με έκαναν να χαμογελώ.

Κι όσο τα χρόνια περνούσαν και κατάφερα σιγά – σιγά και θαρραλέα να αντιμετωπίζω το σκοτάδι και να διώχνω τους φόβους μου για αυτό, άρχισα να καταλαβαίνω ότι το σκοτάδι θα μπορούσε να είναι παντού, ακόμα και όταν το φως του ήλιου ήταν άπλετο. Υπήρχε στο ψέμα, ενισχυόταν από την εγωιστική συμπεριφορά, λάτρευε την υποκρισία. Γιατί μήπως δεν ζεις στο σκοτάδι όταν τριγύρω σου υπάρχουν ψέματα ή άνθρωποι υποκριτές;

Κι όταν βλέπεις μόνο εκείνα που θέλεις να βλέπεις, κι αυτό μια μορφή σκοταδιού δεν είναι; Βέβαια δεν τρόμαζα τόσο πολύ όσο όταν ήμουν παιδί, αλλά και πάλι αυτή η ανησυχία, ίσως λιγότερο έντονη, ερχόταν να φωλιάσει μέσα μου. Όχι γιατί δεν μπορούσα να δω όλα αυτά που αγαπούσα, αλλά γιατί αυτά που έβλεπα δεν ήταν αληθινά. Και επειδή δεν ήμουν μικρό παιδί δεν μπορούσα να τρέξω να κρυφτώ στην αγαπημένη μου αγκαλιά και να καταχωνιάσω τους φόβους μου κάτω από ένα χάδι.

Ήξερα όμως τι έπρεπε να κάνω… επέλεξα να μην με νοιάζει το σκοτάδι, αλλά να ψάξω το φως, δεν είμαι σίγουρη ότι θα μου δείξει το δρόμο αλλά θα με απομακρύνει από αυτό.

Γράφει η Δήμητρα Ν. Παπανικολάου

Χημικός – Μηχανικός