Επιχείρηση ανεύρεσης πρόθυμων επενδυτών κυρίως ευρωπαίων, προκειμένου να συμμετάσχουν στο market test του προσεχούς Νοεμβρίου για την πώληση μονάδων της ΔΕΗ, βρίσκεται σε πληρη εξέλιξη το τελευταίο διάστημα.

Στην κατεύθυνση αυτή οι συζητήσεις με δυνητικούς αγοραστές είναι πολλές, όπως αυτές της ΔΕΗ με την τσεχική εταιρεία ηλεκτρισμού CEZ, αλλά και οι «πιέσεις» που λέγεται ότι ασκούνται στην ιταλική εταιρεία Edison να συμμετάσχει στο market test προκειμένου αυτό να μην αποτύχει, και η κυβέρνηση αναγκαστεί να οδηγηθεί στην πώληση και υδροηλεκτρικών.

Την ίδια ωστόσο ώρα οι προς την αντίθετη κατεύθυνση ενδείξεις πληθαίνουν. Σε πρόσφατη ομιλία του σε ενεργειακό συνέδριο, ο επικεφαλής της Protergia Ντίνος Μπενρουμπή, χαρακτήρισε ασύμφορη την επένδυση σε λιγνιτικές μονάδες, επισημαίνοντας ότι «μεσομακροπρόθεσμα το φυσικό αέριο θα είναι φθηνότερο από τον λιγνίτη, και αυτό πρέπει να το γνωρίζουμε, όταν θα κληθούμε να επενδύσουμε». Ο ίδιος θύμισε με αφορμή την συμφωνία κυβέρνησης- δανειστών για πώληση του 40% των λιγνιτικών μονάδων της ΔΕΗ, ότι σύμφωνα με έγκυρες προβλέψεις, το 2030 η τιμή εμπορίας αερίων ρύπων θα φθάσει τα 30 ευρώ ανά τόνο.

«Αυτό σημαίνει, ότι για ένα νέο λιγνιτικό εργοστάσιο το κόστος παραγωγής θα είναι 100 ευρώ ανά MWh«, τόνισε χαρακτηριστικά. Σήμερα το κόστος υπολογίζεται στα 50-60 ευρώ.

Τα μηνύματα δεν σταματούν εδώ. Στην ίδια ακριβώς κατεύθυνση κινείται και η πρόσφατη τοποθέτηση του προέδρου του Δ.Σ. της Ελλάκτωρ, Α. Καλλιτσάντση. Ενόψει του διαλόγου για τον ενεργειακό σχεδιασμό του μέλλοντος, εκτίμησε πως το ετήσιο κόστος αγοράς δικαιωμάτων ρύπων για τις λιγνιτικές μονάδες θα ανέλθει στα 600 με 700 εκατ. ευρώ το 2030, εφόσον η συμμετοχή του συγκεκριμένου ορυκτού καυσίμου στο ενεργειακό μείγμα διαμορφωθεί στο 25% και 30% αντίστοιχα.

Από εκεί και πέρα, οι πληροφορίες λένε ότι οι «πιέσεις» προς την ιταλική Edison να κατέβει στο market test του Νοεμβρίου δεν έχουν σταματήσει, το αντίθετο μάλιστα η «επιχείρηση» βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη δίχως αυτό βέβαια να προδικάζει και το τελικό αποτέλεσμα. Στις αρχές Μαΐου, ο υπουργός Ενέργειας Γιώργος Σταθάκης συναντήθηκε στην Ρώμη με τον Ιταλό υπουργό Οικονομικής Ανάπτυξης Κάρλο Καλέντα, από τον οποίο και ζήτησε να παρέμβει στην Edison ώστε αυτή να συμμετάσχει στο market test, προκειμένου να αποφευχθεί ο υπαρκτός κίνδυνος του πωλητηρίου στα υδροηλεκτρικά. Είχε προηγηθεί τον Απρίλιο, συνάντηση του υπουργού στην Αθήνα με στελέχη της Elpedison, τόσο από την Ελλάδα, όσο και από την Ιταλία, και στο ερώτημα αν η εταιρεία θα ενδιαφερόταν να συμμετάσχει στο διαγωνισμό, είχε εισπράξει ένα ευγενικό «ευχαριστούμε αλλά όχι», αφού όπως του έκαναν σαφές οι συνομιλητές του, για να συμβεί το αντίθετο, θα πρέπει το μείγμα να έχει και υδροηλεκτρικά.

Η συμμετοχή και ευρωπαϊκής εταιρίας στο market test φαίνεται να αποτελεί στοίχημα για την κυβέρνηση, η οποία επιδιώκει ταυτόχρονα την διεύρυνση της συμμετοχής κινεζικών εταιριών, κάτι που ανέλαβε ο ίδιος ο πρόεδρος της ΔΕΗ Εμμανουήλ Παναγιωτάκης με τις επαφές που είχε στο Πεκίνο την προηγούμενη εβδομάδα.

Επιχείρηση «κερδίζω χρόνο”

Στην πραγματικότητα οι πάντες γνωρίζουν όπως και ο ίδιος ο κ. Σταθάκης, ότι ένα market test μόνο με λιγνιτικά εργοστάσια είναι καταδικασμένο να αποτύχει. Η ευρωπαϊκή πολιτική για την κλιματική αλλαγή έχει φορτώσει τα στερεά καύσιμα με τέλη αγοράς δικαιωμάτων ρύπων, που καθιστούν το κόστος μεγαλύτερο ακόμη και από αυτό του φυσικού αερίου. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να αγοράσει κανείς ακόμη και σύγχρονες λιγνιτικές μονάδες της ΔΕΗ και να πάρει εργοστάσια που παράγουν τη μεγαβατώρα ακριβότερα από την τιμή που μπορεί να αγοράσει κάποιος ρεύμα μέσω των δημοπρασιών ενέργειας (ΝΟΜΕ), δηλαδή προς 37 ευρώ, ίσως και χαμηλότερα στο μέλλον.

Το ερώτημα είναι αφού η κυβέρνηση τα γνωρίζει όλ’ αυτά, τι κερδίζει με την συγκεκριμένη συμφωνία. Η απάντηση είναι πολιτικό χρόνο, καθώς ακόμη και να αποτύχει το πρώτο market test, μέχρι να προετοιμασθεί το επόμενο, τα αρχικά χρονοδιαγράμματα της συμφωνίας (πώληση μονάδων τον Ιούνιο του 2018) θα πάνε όλα πίσω. Σε μια τέτοια περίπτωση, αυξάνονται και οι πιθανότητες να κληθεί να διαχειρισθεί το θέμα μια επόμενη κυβέρνηση.

ΠΗΓΗ https://energypress.gr

Γιώργος Φιντικάκης