Οι παληοί Κοζανίτες θυμούνται πολύ καλά «Τα κυπρά κι τα κουδούνια»  που έβγαιναν την Πρωτοχρονιά, τα Φώτα και τ’ Αη-Γιαννιού. Πολύ λίγοι, οι παληότεροι, τα θυμούνται ακόμα και σαν «ρουγκατσιάρια» ή και «μπουμπουσάρια».  Στην Κοζάνη τα «ρουγκατσιάρια» εμφανίζονται στις γιορτές του δωδεκαήμερου από το έτος 1650 περίπου, όταν η πόλη έχει πια αναπτυχθεί σε οργανωμένη κοινωνία. Ήταν ομάδες μεταμφιεσμένων κωδωνοφόρων με προσωπίδες ζώων, προβιές, δέρματα και ουρές, ενώ στο χέρι κρατούσαν σφυριά σε σχήμα δρεπανιού  για εκφοβισμό. Την ημέρα της Πρωτοχρονιάς, τα Φώτα και τ’ Αη- Γιαννιού, αφού έκαναν πρώτα την εμφάνισή τους έξω από τον Αη-Νικόλα και δημιουργούσαν το ανάλογο κλίμα με εκκωφαντικό ήχο των τεράστιων κουδουνιών τους, επισκέπτονταν στη συνέχεια, ως το βράδυ, σπίτια εορταζόντων καθώς και φίλων και συγγενών και έλεγαν κατάλληλα για την ημέρα εκείνη τραγούδια. Τα χρήματα που μάζευαν από φιλοδωρήματα τα διέθεταν για το γλέντι που επακολουθούσε το βράδυ σε ένα από τα σπίτια τους και τα υπόλοιπα τα δώριζαν στην εκκλησία του Αη-Νικόλα. Στον κώδικα της επισκοπής Κοζάνης αναφέρεται στα έσοδα του Αγίου Νικολάου του έτους 1747 και «από των ρογκατζιαρίων του παρόντος έτους 5.400…», προφανώς παράδες, ενώ μέχρι το 1776 που υπάρχει η αναγραφή των εσόδων, άλλα μικρότερα ποσά (βλ. Ν.Π. Δελιαλή, Τα οικονομικά της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου Κοζάνης των ετών 1747-1782, «Οικοδομή» της Ι. Μητροπόλεως Σερβίων και Κοζάνης, Β’ τόμος, 1960). Από το λόγιο ιερέα και πολύμορφο συγγραφέα Χαρίσιο Μεγδάνη (1769 – 1823) αναφέρεται επίσης ότι κατά τα τέλη του 18ου αιώνα χρησιμοποιείται και στην Κοζάνη η ονομασία μπουμπουσιάρια για τους κωδωνοφόρους και μεταμφιεσμένους με κεφάλια ζώων, ουρές, αλεπούς κ.λ.π., ο ίδιος ετυμολογεί μάλιστα τη λέξη μπουμπουσιάρια από την Έμπουσα της μυθολογίας που ήταν ένα φανταστικό τέρας με πολλές μορφές.

 Η τάση για την ανάδειξη των ομάδων αυτών των μεταμφιεσμένων κωδωνοφόρων έδιναν πολλές φορές το έναυσμα για συμπλοκές μεταξύ τους αφού και η υποχώρησή της μιας ομάδος, ακόμη και κατά την τυχαία διασταύρωσή τους σε στενό δρόμο της πόλης, θεωρούνταν προσβλητική και ταπεινωτική. Έτσι σε μια τέτοια τραγική συμπλοκή περί το 1860 αλληλοσκοτώθηκαν δύο αδέρφια, της Μπήλιως τα παιδιά, που μεταμφιεσμένα καθώς ήταν δεν αναγνώρισε ο ένας τον άλλον. Τους έθαψαν στα «Αλώνια» σημερινή πλατεία 25ης Μαρτίου, σε θέση που από τότε έμεινε γνωστή με την ονομασία «της Μπήλιως τα νημόρια«. Μ’ αυτόν τον τίτλο σ’ ένα παληό του διήγημα ο αείμνηστος Κοζανίτης Κώστας Τσιτσελίκης αναφέρεται στο γεγονός αυτό. Ανάλογες συμπλοκές, η μία μάλιστα βαρύτατη, αναφέρονται και στις αρχές του παρόντα αιώνα (του Εικοστού). Αποτέλεσμα του χαμού των παιδιών της Μπήλιως ήταν να απαγορεύσουν το έθιμο αυτό οι Τουρκικές αρχές από το 1860 μέχρι το 1890 οπότε με επέμβαση των προυχόντων της Κοζάνης άρθηκε η απαγόρευση από τον Βαλή των Μπιτολίων (Μοναστηρίου), οπότε οι μεταμφιεσμένοι εμφανίζονται πια μόνον τις αποκρηές σαν «καρναβάλια».

Την εποχή όμως εκείνη, δηλαδή μετά την άρση της απαγόρευσης, επανεμφανίζονται σαφώς και οι κωδωνοφόροι του δωδεκαημέρου, χωρίς να είναι γνωστό ακριβώς από ποιο έτος, όχι όμως με τη μορφή των μεταμφιεσμένων, αλλά μόνον των κωδωνοφόρων και των τραγουδιστών. Το έθιμο αυτό συνέχισε και κράτησε στην πόλη της Κοζάνης (δεν αναφερόμαστε στην ευρύτερη περιφέρειά της) μέχρι τον πόλεμο, ώσπου ατόνησε και στις αρχές της δεκαετίας του 50′ εξέλιπαν τελείως και τα τελευταία υπολείμματά του.

 Όσον αφορά την ονομασία του εθίμου, κατά τη γνώμη μας, η τριαντακονταετία της απαγόρευσής του, που μεσολάβησε μαζί με την κατάργηση της μεταμφίεσης που επήλθε, στάθηκαν οι κύριες αιτίες για να ατονήσει η ονομασία «ρουγκατσιάρια» και «μπουμπουσιάρια» και να επικρατήσει «τα κυπρά κι τα κουδούνια». Το έθιμο αυτό με νοσταλγία το αναπολούν οι παληοί Κοζανίτες γιατί ήταν δεμένο με την εθνικοθρησκευτική παράδοση, τη λεβεντιά και τον αυθορμητισμό των ανθρώπων της παληάς εποχής. Η εντύπωσή μας αυτή δημιουργήθηκε και από το γεγονός ότι κανείς από τους παληούς Κοζανίτες που συνομιλήσαμε δεν χρησιμοποίησε τον όρο «έβαζαν» ή «κρεμούσαν» τα κουδούνια αλλά ότι «τάζουναν» (τα έζωναν), όπως δηλαδή και τ’ άρματα, ένα χαρακτηρισμό που η βαθειά του σημασία είναι πως οι κωδωνοφόροι αυτοί κουβαλούσαν στα στήθη τους μαζί με τα κυπριά και τα κουδούνια κάτι από την παράδοση του λαού μας.

Στράτος Ηλιαδέλης

**** Το παραπάνω – εξαιρετικό – άρθρο, περιλαμβάνει αποσπάσματα από τις λαογραφικές παρατηρήσεις και σχόλια του Στράτου Ηλιαδέλη, στο διήγημά του «Τα κυπρά κι τα κουδούνια», από το περιοδικό «Ελιμειακά», Δεκέμβριος 1988, τεύχος 21 – Για τη μεταφορά στο διαδίκτυο www.kozan.gr