Όσο κι αν προσπάθησες, όσο και αν πάλεψες σκληρά να μην τα αφήσεις να σε λυγίσουν, τα δάκρυα άρχισαν να κυλούν ανεξέλεγκτα. Θόλωσαν την ματιά σου, τίποτα δεν έβλεπες τριγύρω, όποιος κι αν σε κοίταζε και αν σε λογόκρινε δεν σε ένοιαζε. Στο μυαλό τριγύριζαν σκέψεις, αναμνήσεις, ερχόταν σαν όλα να είχαν γίνει χθες, συναισθήματα σε κατέκλυζαν και όλα αυτά προσπαθούσαν να βγουν βίαια προς τα έξω, μέσα από το κλάμα, σαν την πρώτη αντίδραση του μωρού που με βίαιο τρόπο προσπαθεί να γεμίσει οξυγόνο τα πνευμόνια του και ζωή στο σώμα του.

Για ποιον όμως έκλαιγες; Για όλα αυτά που χάνονται και απομακρύνονται, για τους ανθρώπους που χάνεις με διάφορους τρόπους από κοντά σου, ακόμα κι αν αυτό ήταν για το καλό τους; Ή για σένα; Έκλαιγες γιατί ήξερες ότι κάποια πράγματα δεν θα μπορούσες να τα νιώσεις ξανά με τον ίδιο τρόπο. Έκλαιγες γιατί ήξερες ότι θα σου έλειπαν όλες εκείνες οι στιγμές που έζησες με αυτούς τους ανθρώπους, και γιατί θα ήταν δύσκολο να τις επαναλάβεις με κάποιους άλλους. Έκλαιγες γιατί θα έλειπε εκείνο το συναίσθημα το να γνωρίζεις ότι θα είναι εκεί για σένα. Έκλαιγες απλά για όλα εκείνα τα καθημερινά ή σοβαρά που συνέβαιναν μεταξύ σας.

Ποτέ όμως δεν έκλαψες για κάποιον που δεν μοιράστηκες πράγματα, αναμνήσεις και συναισθήματα. Αδιάφορα και με ανακούφιση πολλές φορές βγήκαν από τη ζωή σου. Ούτε ένα δάκρυ δεν κύλησε για αυτούς, δεν νοιάστηκες ούτε μια στιγμή. Μήπως τελικά αυτά τα δάκρυα που αβίαστα βγήκαν από μέσα σου φέρνουν περισσότερη χαρά στην ψυχή σου; Ίσως και να είναι έτσι, γιατί τότε ξέρεις ότι έχεις καταφέρει να ζήσεις, να φτιάξεις αναμνήσεις και να γευτείς συναισθήματα, και όταν η πρώτη βίαιη αντίδραση του οργανισμού περάσει ένα χαμόγελο θα μείνει.

 Δήμητρα Ν. Παπανικολάου

Χημικός – Μηχανικός