• Η χαμένη κεντρικότητα
  • Από την κακόμοιρη συνοικία στην Πόλη

 

    Η περιοχή της Κοζάνης κατέχει μια σημαντική θέση στην ιστορία της ανθρωπότητας. Έχουν διαδραματιστεί σ’ αυτήν γεγονότα  που επηρέασαν τη διαμόρφωση της πλανητικής πραγματικότητας. Εννοώ ότι από εδώ ξεκίνησε η  Μακεδονική παρουσία, ότι πολλοί οικισμοί αποτέλεσαν σημαντικές πόλεις- πρωτεύουσες τα χρόνια των Μακεδόνων  και των Ρωμαίων, από όπως επίσης αποτέλεσε πόλη-κέντρο της βυζαντινής-κομνήνιας αναγέννησης, από  τον 11ο- έως 14ο αιώνα, που επηρέασε και την Δυτική αναγέννηση. Ότι  πολλοί οικισμοί της  αποτέλεσαν κέντρα της αυγής του βαλκανικής αναγέννησης στα 1750 περίπου και κέντρα των επαναστατικών πρωτοβουλιών στην επανάσταση του 21 και τους μακεδονικούς αγώνες. Σήμερα έχουν απωλέσει τη δυνατότητα να έχουν μια κάποια κεντρικότητα στην εθνική και διεθνή πραγματικότητα.

     Για να μιλήσουμε όμως για το μέλλον της περιοχής μας, πρέπει πρώτα  να προσδιορίσουμε αυτές τις  πραγματικότητες. Η πρώτη είναι ο αθηναϊσμός, δηλαδή η μεγάλη βαρύτητα που έχει η πρωτεύουσα στην οικονομική, ιδεολογική και οικιστική συγκρότηση της ελληνικής πολιτείας. Η Αθήνα δεν την εκπροσωπεί απλά, αλλά την υποκαθιστά και την απορροφά Επόμενα, αν θέλει κάποιος να ασχοληθεί σοβαρά με την πόλη του, αν θέλει να την δει να επιστρέφει στην ιστορία της Ελλάδας, της Ευρώπης και του κόσμου, ως πρωταγωνίστρια και όχι ως κακόμοιρη  αθηναϊκή συνοικία, πρέπει να αναζητήσει στις σχέσεις της με την Αθήνα,  το χαμένο κύρος, τις χαμένες  πρωτοπορίες  και τον πλούτο της πόλης του. Γιατί οι ψυχές και ο πλούτος των πόλεων μας ρέουν εδώ και 175 χρόνια για να φτιαχτεί μια μεγάλη σε έκταση, κύρος και δύναμη πόλη-πρωτεύουσα.

    Κατά αρχάς πρέπει να θέσουμε το εξής ερώτημα: πόσο δημοκρατική μπορεί να είναι μια πολιτεία που το μισό του πληθυσμού της είναι συγκεντρωμένο σε μία μόνο πόλη;  Η Δημοκρατία για να αναπτυχθεί προϋποθέτει τις πόλεις όχι την ισχυρή πρωτεύουσα.  Σε συνθήκες έθνους-κράτους προϋποθέτει την ισοτιμία δικαιωμάτων ανάμεσα στις πόλεις, δηλαδή την δυνατότητα να συμβούν δραστηριότητες εθνικής σημασίας και σε άλλες πόλεις πέρα από την πρωτεύουσα. Εδώ όμως έχουμε κράτος-πρωτεύουσα

   Η δεύτερη πραγματικότητα είναι η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας  και οι νέες τεχνολογίες στις  επικοινωνίες και τις μεταφορές. Το παγκόσμιο πλαίσιο έχει μια διπλή επίδραση στο μέλλον των τοπικών κοινωνιών.  Μια αρνητική, επειδή η νέα διεθνής άρχουσα τάξη των λεγόμενων golden-boys, των χρηματιστών και των πολυεθνικών εταιρειών, χρειάζεται  μερικές μεγαλουπόλεις από τις οποίες θα ασκεί την διεθνή εξουσία της, ευνοεί  τον αθηνοκεντρισμό. Η Αθήνα προορίζεται να αποτελέσει, λόγω του προηγούμενου ιστορικού της κύκλου,  μια από τις πόλεις-σταθμούς της. Αυτό όμως συνεπάγεται εντατικοποίηση του υλικού και ιδεολογικού γιγαντισμού της, με πρόσχημα τον ανταγωνισμό με τις άλλες μεσογειακές μεγαλουπόλεις, όπως  Κάιρο,  Κωνσταντινούπολη κλπ, που διεκδικούν ρόλο πόλεων -σταθμών της παγκοσμιοποίησης και επόμενα θα επιταχύνει την υποβάθμιση των πόλεων και περιφερειών μας. Αυτές τις τάσεις τις διακρίναμε στην περίπτωση της Ολυμπιάδας του 2004. Από την άλλη έχουν μια  θετική επίδραση γιατί η παγκοσμιοποίηση και οι νέες τεχνολογίες απελευθερώνουν τις μικρές τοπικές κοινωνίες  από τους περιορισμούς της κεντρικής εξουσίας και τις δίνουν τη δυνατότητα να  συνάπτουν  απευθείας εμπορικές και πολιτιστικές ανταλλαγές. Οι λεγόμενοι μικροί  Δήμοι όπως είναι ο δικός μας μπορούν  να έχουν ανοικτή ανταπόκριση με εντός και εκτός συνόρων πόλεις ή επιχειρήσεις, να προσελκύσουν επενδυτές και αγοραστές και να διαμορφώσουν την εθνική και παγκόσμια εικόνα τους μέσω του διαδικτύου. Και μπορεί ο νομός Κοζάνης να γίνει ελκτικός, γιατί τα προϊόντα και οι υπηρεσίες που προσφέρει ενισχύονται   από μια προστιθέμενη αξία, την ιστορική, που είναι μια ανέξοδη διαφήμιση και τα καθιστά αναγνωρίσιμα και θελκτικότερα στην παγκόσμια αγορά Αλλά όλα αυτά προϋποθέτουν  πολιτικούς, διανόηση και επιχειρηματίες που δεν θα είναι επιρρεπείς στην παραδοσιακή έλξη των αθηναϊκών  θεσμών, αλλά  αφοσιωμένοι στους τοπικούς θεσμούς και υποθέσεις.

    Για την περιθωριοποίηση του νομού μας την αναπτυξιακή καχεξία και την οικολογική του πτώση  δεν φταίνε μόνο τα πρόσωπα που διοικούν, αλλά φταίει και μια νοοτροπία που κληρονομήσαμε από τον αθηναϊσμό, δηλαδή, να μην έχουμε μνήμη και άρα αγάπη για τον τόπο μας.  Οι σύγχρονοι Έλληνες   μάθαμε να ζούμε χωρίς τον ιδιαίτερο τόπο μας, αλλά δεν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς την Αθήνα, τους ανθρώπους της, τις εικόνες, τα σύμβολα και τα μνημεία της. Ζούμε ετεροπροσδιοριζόμενοι, με εικόνες, θέματα και πρόσωπα  που δεν παράγει το δικό μας άμεσο περιβάλλον. Αυτά είναι τα αποτελέσματα του αθηναϊσμού, δηλαδή τοπικές κοινωνίες κινούμενες στο περιθώριο της εθνικής ζωής. Χρειαζόμαστε να ενδοσκοπήσουμε τα μέγιστα, ακριβώς γιατί είμαστε σε μια φάση παγκοσμιοποίησης, διαφορετικά θα πορευθούμε σαν θεατές,  χωρίς ταυτότητα και αυτοπεποίθηση. Χρειαζόμαστε μια στροφή στο τοπίο μας, να ξεκλειδώσουμε τα απόκρυφα  νοήματά του, τα παραγωγικά του πλεονεκτήματα, την τοπική αρχιτεκτονική και αισθητική. Χρειαζόμαστε βέβαια, έναν τοπικισμό δημιουργικό που θα είναι ανοικτός στα διεθνή πολιτιστικά ρεύματα. Ο τοπικισμός είναι η απάντηση στον αθηνοκεντρισμό και στην  ιμπεριαλιστική διάσταση της παγκοσμιοποίησης. Είναι η επιστροφή στον τόπο μας, είναι  η αγάπη για τον τόπο μας. Και δεν ισχύουν πλέον οι παλαιές δικαιολογίες ότι φταίνε οι τόποι μας που δεν πάμε καλά. Σωστά σημείωνε ο  Καβάφης στο ποίημά του «Η Πόλις» «/Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ, στην κόγχη τούτη τη μικρή σ’ όλην την γη την χάλασες» υπονοώντας ότι οι άνθρωποι πρέπει να μένουν και να βελτιώσουν τον τόπο που γεννήθηκαν. Αυτό που χαλάει τη ζωή τους είναι κυρίως οι δικές τους επιλογές και όχι οι πατρίδες τους.

   Υπάρχουν εδώ τόσα πράγματα, τόσοι θεσμοί που όμως δεν ενεργούν με κίνητρο ή έμπνευση την τοπική κοινωνία, το δικό μας τοπίο. Πχ. έχουμε πανεπιστήμιο το οποίο όμως δεν είναι συνδεδεμένο με την τοπική ζωή. Ήδη οι Δήμοι της Κοζάνης έπρεπε να έχουν ένα πλεονέκτημα στην ιστορική, αναπτυξιακή και οικολογική αυτογνωσία της, αλλά δεν την έχουν. Ίσως γιατί το πανεπιστήμιο δεν αλληλοτροφοδοτείται με την τοπική κοινωνία.

     Είναι κοινός τόπος πλέον η έλλειψη δυναμισμού και κεφιού των τοπικών αυτοδιοικήσεων,  που οφείλεται όχι μόνο στις κληρονομιές του αθηναϊσμού, τον καιροσκοπισμό και καριερισμό, αλλά και στην έλλειψη σχεδίου και στρατηγικής σκέψης για την περιοχή τους.  Στην Ευρώπη η τοπική αυτοδιοίκηση  έχει περάσει  σε πρωτοβουλίες επιχειρηματικές, σε συνεργασία με ομάδες εργαζομένων, ανέργων και επιχειρηματιών. Το πρωταρχικό κεφάλαιο κίνησης έχει γίνει η ίδια ή πόλη ή ο οικισμός. Πρέπει να ξαναζωντανέψουμε την προβληματική της κοινωνικοποιημένης μορφής επιχειρηματικής δράσης. με βασικό μέτοχο τούς Δήμους ή τη Νομαρχία.

     Ο τοπικισμός, ως αναπτυξιακή πρόταση δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ανακάλυψη της κεντρικότητας των πόλεών μας.  Αυτό το αξίωμα μας οδηγεί στο δεύτερο  ερώτημα που μπορεί να τεθεί στην κουβέντα μας: ποια είναι εκείνα τα συγκριτικά πλεονεκτήματα   που αναδεικνύουν την κεντρικότητα του Δήμου μας ή του Νομού μας στο εθνικό σύστημα Ελλάδα και το περιφερειακό Βαλκάνια-Ευρώπη-Ανατολική Μεσόγειο; Υπάρχουν δραστηριότητες εθνικής σημασίας, που είναι καλλίτερα για το έθνος να  χωροθετηθούν και να συντονιστούν από τις πόλεις της Κοζάνης; Η ανακάλυψη αυτών των δραστηριοτήτων-πρωτοπορίας είναι το ζητούμενο για τις τοπικές ηγεσίες, τους επιστήμονες και τη διανόηση.

     Βέβαια σήμερα,  το  συγκριτικό  πλεονέκτημα  του Δήμου μας μετά τη ολοκλήρωση της Εγνατίας οδού βρίσκεται στην γεωγραφική του θέση. Θέση που στις μέρες μας μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός απογείωσης, ως επενδυτικό κεφάλαιο, ως  πόλος έλξης κατοίκησης και κατανάλωσης. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι τα συγκριτικά πλεονεκτήματα  του νομού Κοζάνης τον προηγούμενο αιώνα  καθορίστηκαν από μερικές  θεμελιώδεις παρεμβάσεις του ελληνικού κράτους. Η πρώτη ήταν η αξιοποίηση του λιγνίτη και η ανάδειξη όχι μόνον της εθνικής αλλά και της βαλκανικής ενεργειακής κεντρικότητας  της περιοχής μας και η δεύτερη η αποκατάσταση των προσφύγων της ποντιακής γενοκτονίας και της  μικρασιατικής καταστροφής. Αυτά  συνόψισαν μαζί με δύο ακόμη  θεμελιακές  επεμβάσεις που έγιναν αργότερα όπως το   φράγμα-λίμνη του Πολυφύτου  και την Εγνατία οδό μια ιστορική τομή για την ευρύτερη περιοχή μας, μετασχημάτισαν θεμελιακά το φυσικό και οικιστικό τοπίο και αύξησαν το βιομηχανικό και αγροτικό πλεόνασμα, πάνω στο οποίο στηρίχθηκε μια μικρή άμυνα απέναντι στον αθηναϊκό συγκεντρωτισμό. Ήταν  από τις καλές στιγμές αυτού του κράτους παρ’ όλες τις παρενέργειες ανθρωπιστικές (καταστροφή παραδοσιακών οικισμών, άνιση διανομή του πλούτου που παράγει η περιοχή μας) και οικολογικές που προξένησαν. Σήμερα έργα που μπορούν να σηματοδοτήσουν τέτοιου επιπέδου αλλαγές, αλλά και να διορθώσουν τις παρενέργειες των προηγούμενων μεγάλων έργων είναι ο εξωραϊσμός των ιστορικών οικισμών της περιοχής σε συνδυασμό με μια πολιτική επιστροφής των ανθρώπων τους. Η αισθητική βελτίωση της περιοχής μας και οι επιχειρήσεις αποκατάστασης της ιστορικής της ταυτότητας-ιδιαιτερότητας θα αποτελέσουν το σημαντικότερο κίνητρο για βιοτεχνικές επενδύσεις, επισκεψιμότητα και κατοίκηση.

   Βέβαια  υπάρχει και μια αντικειμενική δυσκολία επανάκτησης της κεντρικότητας του νομού μας: η ισχυρή έλξη του κέντρου της Θεσσαλονίκης. Υπάρχει, όμως σήμερα, ένα οικονομικό μέγεθος που μπορεί να αντιστρέψει τη φορά της  αστικοποίησης. Το μέγεθος αυτό λέγεται περιβαλλοντικό κόστος. Η μέχρι σήμερα πολιτική μας οικονομία  δεν το έπαιρνε σοβαρά υπ’ όψη στις διαδικασίες χωροθέτησης. Δραστηριότητες, όπως νοσοκομεία, πανεπιστήμια, μεταφορές, μεγάλα σούπερ μάρκετ,  επαγγελματικοί και κρατικοί οργανισμοί. συμφέρει πλέον, αν συνυπολογίσουμε και το κόστος αναπλήρωσης του περιβάλλοντος, να μεταφερθούν σε μικρότερα αστικά κέντρα. Όσον αφορά την περιοχή μας,  που η Εγνατία οδός την κατέστησε ενδιάμεσο κόμβο δύο περιφερειακών αστικών κέντρων όπως Κοζάνης και Βέροιας, μπορεί να αποτελέσει περιοχή έλξης μιας σειράς από δραστηριότητων  βιοτεχνικού χαρακτήρα  κτηνοτροφικής και αγροτικής μεταποίησης, εγκαταστάσεων αναψυχής αλλά και νέων μορφών κατοίκησης  Αυτό που θα καθορίζει πλέον τις αναπτυξιακές επιλογές θα είναι το ευπρόσιτο και όχι  το συμφορημένο.

    Αν και θεωρώ ότι υπάρχουν οι αντικειμενικές προϋποθέσεις επανάκτησης   της κεντρικότητας της περιοχής μας, θεωρώ όμως ότι δεν υπάρχουν  οι υποκειμενικές, δηλαδή η πολιτική. Το ζητούμενο είναι η ανάδειξη  πολιτικών δυνάμεων που θα κάνουν πρωτεύων ζήτημα της πολιτικής τους την επαναθεμελίωση του ελληνικού κράτους, με βάση τις πόλεις και τις περιφέρειές του. Θεωρώ ότι οι τοπικές κοινωνίες δεν πρέπει να περιμένουν πλέον από τις κεντρικές αντιπροσωπεύσεις, τα κόμματα και τους θεσμούς της Αθήνας. Πρέπει να παλέψουν μόνες τους, με άτομα που πιστεύουν στις δυνατότητες του τόπου τους και μπορούν να αξιοποιήσουν τις αντιφάσεις του συστήματος.

                                                                            Δρέπανο Ιούνιος 2017