Το κουδούνι του σχολείου χτύπησε και πάλι. Άνοιξαν τα σχολεία. Οι δρόμοι γέμισαν από αγουροξυπνημένα προσωπάκια που με κάποια ίσως δυσαρέσκεια ξεκίνησαν για τον καθιερωμένο Αγιασμό. Ανάμεσά τους τα «πρωτάκια», τα παιδιά της πρώτης Δημοτικού, που για πρώτη φορά κάθισαν στα μαθητικά θρανία. Οι πολύχρωμες τσάντες τους κρεμασμένες στους ώμους ή περασμένες στην πλάτη τους, οι πιο πολλές κάποιας γνωστής φίρμας από αυτές που κατακλύζουν τις διαφημίσεις της τηλεόρασης, μοιάζουν βαριές για τα μικρά κορμάκια, άλλωστε η γνώση είναι βαριά…

Πόσες θύμισες ξανάρχονται στον νου αυτές τις μέρες.

Ε΄ Δημοτικό Σχολείο Κοζάνης. Ένα τεράστιο νεοκλασικό κτίριο κοντά στον Άγιο Κωνσταντίνο, δωρεά του Γεωργίου Τιόλη, που στα μάτια μας φάνταζε ακόμη πιο μεγάλο. Στο ισόγειο στεγαζόταν το Δημοτικό και στον πάνω όροφο το Γυμνάσιο Θηλέων Κοζάνης. Για το υπόγειο, που τα παράθυρά του μισοφαίνονταν από την αυλή του σχολείου, η φαντασία μας έπλεκε μύθους και ιστορίες. Μια μάγισσα ή ένα ξωτικό πρόβαλλαν συχνά, κυρίως τις απογευματινές ώρες του χειμώνα που σκοτείνιαζε νωρίς και μας έκαναν να φεύγουμε τρομαγμένα για τα σπίτια μας, χωρίς να κοιτάζουμε πίσω, από φόβο μήπως πάρουν τη λαλιά μας ή μας κάνουν κάποιο κακό.

Πρώτη Δημοτικού. Η γλυκύτατη δασκάλα μας η «κυρία» Αγγελική Ρεπανά, φορώντας τη μπλε ποδιά της, κατέβαλλε φιλότιμες προσπάθειες να επιβάλλει την τάξη στα ατίθασα διαβολάκια, που δεν μπορούσαμε να συνηθίσουμε στους κανονισμούς και στην πειθαρχία του σχολείου. Στο μυαλό μας ήταν ακόμη τα παιγνίδια στις μεγάλες αυλές μας, οι κούκλες και τα «σπιτάκια» που παίζαμε σαν τρελά στους παλιούς μεγάλους οντάδες των πατρικών σπιτιών μας, τους φορτωμένους με μνήμες και ιστορία. Πέρασε αρκετός καιρός μέχρι και συνηθίσουμε και να καταλάβουμε ότι έπρεπε να «λέμε» το μάθημα όταν ήθελε η δασκάλα μας και όχι όταν θέλαμε εμείς. Ο Ρήγας, η Άννα και η μικρούλα Έλλη με τις ιστορίες τους έγιναν σιγά σιγά πρόσωπα υπαρκτά, οικεία και αγαπημένα.

Ήταν αλλιώτικοι εκείνοι οι δάσκαλοι. Από τον διευθυντή μας, τον αυστηρό μα πάντα δίκαιο Γιώργο Παπαδέλη, ως τους δασκάλους μας, την καλλίφωνη Αννίκα Τιτέλη, την Ελένη Μουμουζιά, την Ελένη Παπαδημητρίου, τη Μαριάνθη Γερούση, τον Τάκη Σίσκο, τον Θεοφάνη Σκούρτη, τον Γιώργο Παντούλη. Όλοι τους είχαν υψηλό το αίσθημα της ευθύνης και του καθήκοντος. Υπεύθυνα άτομα που μας δίδαξαν και μας έμαθαν να νιώθουμε υπερήφανοι που γεννηθήκαμε σ’ αυτόν τον υπέροχο τόπο.

Στο διάλειμμα τρέξιμο, κυνηγητό, «πετάει πετάει η μέλισσα», πόσα παιχνίδια και τρεχαλητά μέσα στη λίγη ώρα που διαρκούσε. Κι ύστερα σβήναμε τη δίψα μας και πλέναμε τα ιδρωμένα πρόσωπά μας στο γάργαρο νερό της βρύσης μας, που πολλές φορές μας πρόσφερε και τις πρώτες βοήθειες ξεπλένοντας τα αίματα από τα γρατσουνισμένα γόνατά μας.

Η κυρά Κατιρνούλα δίπλα με το μαγαζάκι της μικρό μια σταλιά μα και τόσο μεγάλο συγχρόνως πόσες χαρές και ευτυχίες μας χάριζε. Οι «φλόκες» και οι τσιχλόφουσκες, οι καραμέλες και οι σοκολάτες έρχονταν στην τσέπη μας με λίγες δεκάρες ή έστω λίγες δραχμές. Κι αν ήσουν τυχερός και κέρδιζες στα μαγικά χαρτάκια που αγοράζαμε μια μπάλα, μια σφυρίχτρα, ένα μπαλόνι, τότε ήσουν άρχοντας του κόσμου. Πόσα λίγα θέλει ένα παιδί για να’ ναι ευτυχισμένο!

Το κουδούνι του σχολείου χτύπησε και πάλι. Μόνο που τώρα είναι ηλεκτρικό. Αρκεί ένα πάτημα του κουμπιού για να ηχήσει. Ο κυρ Αντρέας ο επιστάτης μας δεν είναι πια εδώ, να βγει στην αυλή να μας καλέσει για το μάθημα. Ποιος ξέρει, μπορεί εκεί που βρίσκεται να καλεί με το κουδούνι του κάποια άλλα παιδιά, να’ ναι κι εκεί το ίδιο πρόσχαρος και γελαστός όπως όταν μας πουλούσε τα κουλούρια του, εκείνα τα ζεστά γεμάτα σουσάμι κουλούρια, που τρέχαμε να αγοράσουμε πεινασμένοι από το τρεχαλητό και τα παιχνίδια…

Μιμή Παπαδέλη-Παπαναστασίου

Εφημερίδα «Ενημέρωση των Κοζανιτών της Θεσσαλονίκης», (Σεπτέμβριος 2000)