Το καλοκαίρι τελειώνει σε λίγο και μαζί του και οι διακοπές μας. Η καλοκαιρινή ραστώνη δίνει σιγά σιγά τη θέση της στη δύσκολη καθημερινότητα. Οι παραλίες αδειάζουν, τα κοσμοπολίτικα νησιά που σφύζουν από ζωή τους θερινούς μήνες, θα ξαναβρούν πάλι τον κανονικό ρυθμό τους. Τα άγονα και απομακρυσμένα νησάκια του Αιγαίου, που κάποιοι «ανακαλύπτουν» μόνο για τις διακοπές τους, θα ξαναγυρίσουν στη σκληρή πραγματικότητα και στην εγκατάλειψή τους…

Είναι μεγάλη και θεαματική η αλλαγή που τα τελευταία 40-50 χρόνια έγινε στον τρόπο με τον οποίο οι Έλληνες διαμόρφωσαν τις μέρες των διακοπών τους και κυρίως στον τόπο τον οποίο επιλέγουν για να ξεκουραστούν. Τότε, στη δεκαετία του ’50 και του ’60, ήταν ακόμη η εποχή που η θάλασσα δεν είχε ανακαλυφθεί από τους πολλούς και η γαλήνη και η ησυχία ήταν αυτά που επιζητούσε ο κόσμος για να ξεκουραστεί και να χαλαρώσει. Τα ορεινά μέρη με το μεγάλο υψόμετρό τους μάγευαν τότε τους περισσότερους παραθεριστές. Η δροσιά και ο καθαρός αέρας που πρόσφεραν στον επισκέπτη ήταν οι πιο κατάλληλες και ιδανικές συνθήκες για αλλαγή και ανάπαυλα. Άλλωστε η φυματίωση, που παλιότερα μάστιζε τη χώρα, δεν είχε ακόμη εξαλειφθεί τελειωτικά και οι συνθήκες αυτές ήταν οι πιο κατάλληλες για πρόληψη και αποθεραπεία.

Η δροσιά, ο καθαρός αέρας, οι υπέροχες εξοχές και τα όμορφα εξωκλήσια της, έκαναν την Κοζάνη των παιδικών μας χρόνων ιδανικό και κατάλληλο μέρος για ηρεμία και ξεκούραση. Εκατοντάδες οι επισκέπτες που κάθε καλοκαίρι έρχονταν εκεί για να ξεκουραστούν και να γλεντήσουν. Τους «ξενιτεμένους» Κοζανίτες όμως ήταν κυρίως η νοσταλγία και η επιθυμία να επιστρέψουν στον γενέθλιο τόπο που τους έφερνε εκεί. Ήταν η ευκαιρία για τα «ξενιτεμένα» παιδιά να ξανασμίξουν με τους γονείς τους, για τα εγγόνια να βρεθούν με τον παππού και τη γιαγιά, για τους φίλους και τους συγγενείς να ξανανταμώσουν, να θυμηθούν και να θυμήσουν… Έτσι έμειναν ζωντανές οι παραδόσεις και οι μνήμες μας, έτσι πέρασε από τη μια στην άλλη γενιά το γλωσσικό μας ιδίωμα και οι συνήθειές μας, έτσι διατηρήθηκαν όλα αυτά τα υπέροχα ήθη και έθιμά μας, χάρη στη συνεχή και αδιάκοπη επικοινωνία και επαφή αυτών που έμειναν στη γενέτειρα με αυτούς που για διάφορους λόγους αναγκάστηκαν να φύγουν από εκεί, χωρίς ποτέ να την ξεχάσουν.

Πλημμύριζε από μελωδίες και τραγούδια όλο το καλοκαίρι ο «κήπος του Τερζή», το θαυμάσιο υπαίθριο κέντρο διασκέδασης της Κοζάνης. Η Δανάη, ο Τώνης Μαρούδας, ο Νίκος Γούναρης, ο Σώτος Παναγόπουλος, ο Τζίμης Μακούλης και τόσοι άλλοι γνωστοί και διάσημοι καλλιτέχνες της εποχής σκόρπιζαν το κέφι με τα τραγούδια τους στους θαμώνες, που φρόντιζαν από νωρίς να εξασφαλίσουν τραπέζι στον καταπράσινο κήπο. Οι μεγάλοι χόρευαν και διασκέδαζαν ως αργά, ενώ εμείς τα παιδιά τριγυρνούσαμε ανάμεσα και κάτω από τα τραπέζια ψάχνοντας και μαζεύοντας τα καπάκια της μπύρας ΦΙΞ, που οι σερβιτόροι πετούσαν στο χώμα όταν τις άνοιγαν, για να παίξουμε μ’ αυτά χίλια δυο παιγνίδια.

Άλλοτε πάλι στον ίδιο χώρο ο Μόλλας και άλλοι γνωστοί καραγκιοζοπαίχτες φρόντιζαν να διασκεδάσουν μικρούς και μεγάλους με τις όμορφες ιστορίες του Καραγκιόζη, του Χατζηαβάτη και του Μπάρμπα-Γιώργου. Πίσω από το κάτασπρο πανί οι δημοφιλείς χάρτινες φιγούρες ζωντάνευαν μύθους και ιστορίες, εξιστορούσαν με χαμόγελο τις περιπέτειες και τα προβλήματά τους. Η βεζυροπούλα και ο Βεληγκέκας, το αιώνιο πεινασμένο Κολλητήρι και ο ταλαίπωρος με πανέξυπνος Καραγκιόζης με τις σκανταλιές και τις εξυπνάδες τους, έκαναν τους μικρούς και τους μεγάλους θεατές να διασκεδάζουν, αλλά και να προβληματίζονται με όλα αυτά τα θαυμαστά που διαδραματίζονταν πίσω από το άσπρο πανί.

Ο «κήπος του Καραδήμου» την ίδια περίπου εποχή, άλλο γνωστό υπαίθριο κοσμικό κέντρο, πρόσφερε επίσης διασκέδαση και γλέντι σ’ όλους όσους το επιθυμούσαν. Μεγάλα και γνωστά ονόματα του λαϊκού κυρίως τραγουδιού παρήλασαν από την πίστα τους. Ο Βασίλης Τσιτσάνης, ο Στέλιος Καζαντζίδης με τη Μαρινέλα, ο Πάνος Γαβαλάς, η Δούκισσα και άλλοι πολλοί τραγουδιστές, για χρόνια διασκέδασαν τον κόσμο στο όμορφο περιβάλλον του κήπου. Ένα μπουκάλι μπύρα, ένα ποτήρι κρασί ήταν αρκετά για να δημιουργήσουν κέφι και ευχάριστη ατμόσφαιρα. Οι άνθρωποι ήταν τότε ολιγαρκείς. Η καλή συντροφιά και η κεφάτη παρέα ήταν το μόνο και μοναδικό απαραίτητο στοιχείο της διασκέδασης. Τα άλλα έρχονταν σε δεύτερη μοίρα.

«Ο κόσμος άλλαξε, αλλάξαν οι καιροί, πέρασαν χάθηκαν τα όμορφα τα χρόνια…», τραγουδούσε ο Γούναρης στον «κήπο του Τερζή» στη δεκαετία του ’50. Το καλοκαίρι τελειώνει σε λίγο και μαζί του οι καλοκαιρινές διακοπές μας. Οι παραλίες θα αδειάσουν, θα επιστρέψουμε στην καθημερινότητα, θα ξαναβρούμε σιγά σιγά τον ρυθμό μας και ποιος ξέρει, μπορεί κάποια στιγμή να ξαναβρούμε την ανθρωπιά και τη ζεστασιά μας, τη χαμένη έλλειψη επικοινωνίας με τους συνανθρώπους μας. Ίσως χαμογελάσουμε και πάλι στον διπλανό μας λέγοντάς του «καλημέρα», όπως έκαναν οι γονείς και οι παππούδες μας παλιά. Δεν στοιχίζει άλλωστε τίποτα ένα χαμόγελο, φέρνει μόνο απέραντη χαρά σ’ αυτόν που το δέχεται και το αντιπροσφέρει.

Μιμή Παπαδέλη-Παπαναστασίου

Εφημερίδα «Ενημέρωση των Κοζανιτών της Θεσσαλονίκης»

Σεπτέμβριος 2003