Αυτές τις μέρες, αρχές Οκτωβρίου, γίνεται πάλι στην Κοζάνη ο νιάημερος, η γνωστή εμποροπανήγυρη. Όλοι μας, λίγο ή πολύ και κυρίως τα παιδιά, έχουμε όμορφες, τρυφερές αναμνήσεις από αυτό το μοναδικό για την παλιά εποχή γεγονός, που συγκέντρωνε στην πόλη μας τους κατοίκους της γύρω περιοχής για να ψωνίσουν και να διασκεδάσουν. Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας το πανηγύρι αυτό κρατούσε εννιά μέρες (εννιάμερος-νιάημερος), ξεκινώντας από τα Σέρβια.

Στη Λαχαναγορά, στου «Μισχιάθ’κου», όπου γινόταν ο νιάημερος όταν εγώ ήμουν παιδί, το πανηγύρι άρχιζε από τη Δευτέρα. Τότε στηνόταν το Λούνα Παρκ, ο θαυμαστός και μαγικός κόσμος των παιδιών. Οι κούνιες (εκείνες οι βάρκες που νόμιζες ότι σε ανέβαζαν στον ουρανό), τα αλογάκια με τον αλησμόνητο Κουκορίνο, τα χίλια δυο παιγνίδια, προσκαλούσαν τους μικρούς και όχι μόνο, να διασκεδάσουν και να χαρούν.

Την Τρίτη, από το πρωί, ένα πολύχρωμο, πολύβουο μελίσσι νέων και μεγαλύτερων περιδιάβαινε ανάμεσα από τους πάγκους με τα ρούχα, τα παπούτσια, τα είδη του νοικοκυριού, τα παιγνίδια, ενώ τσαντίρια με μάγους και ασώματες κεφαλές, ταχυδακτυλουργούς και φίδια, προσκαλούσαν τον κόσμο να μπει μέσα και να θαυμάσει. Το «μαλλί της γριάς», άσπρο ή ροζ, που κολλούσε στα χείλη όταν το τρώγαμε, τα μαντζούνια του Ρέτζιου και τα κόκκινα μήλα του, φάνταζαν προκλητικά στις προθήκες των πρόχειρων κατασκευών, σκέτος πειρασμός για μικρούς και μεγάλους. Το αποκορύφωμα όμως των γλυκών της ημέρας, το σήμα κατατεθέν του νιάημερου ήταν «ου νιαημιργιότ’κους ου χαλβάς απ’ τουν Νταβάν’», όπου σχηματίζαμε ατέλειωτες ουρές μπροστά από το μαγαζί του για να τον απολαύσουμε. «Χαλβάν νιαημιργιότ’κουν» παρασκεύαζαν και άλλοι επιτήδειοι Κοζανίτες μόνον τις μέρες εκείνες, όπως ο αξέχαστος Χαρίσης, που πουλούσε όλο τον χρόνο στα γήπεδα τον ωραίο άσπρο σαπουνέ χαλβά και τον διαλαλούσε με το χαρακτηριστικό εκείνο «Χαλβάν παιδία».

Από το γραφικό «Μισχιάθ’κου» ο νιάημερος μεταφέρθηκε «στ’ Κλη του μπαχτσέ», από κει σε μεγαλύτερο χώρο προς τον σιδηροδρομικό σταθμό (κάτω από την οδό Γκέρτσου) για λίγα χρόνια στον δρόμο για τον Αϊ -Θανάση και τα τελευταία χρόνια στους πρόποδες του Ψηλού Αϊ-Λια, ξέμακρος, μακριά απ’ την ανάσα της πόλης. Χάθηκε έτσι η παλιά αίγλη, η γραφικότητα και η απλότητά του, έγινε πιο εμπορική εκδήλωση και λιγότερο ανθρώπινη, όπως όλες οι κοινωνικές εκδηλώσεις.

Μιμή Παπαδέλη-Παπαναστασίου

Εφημερίδα «Ενημέρωση των Κοζανιτών της Θεσσαλονίκης»