Για πολλούς αποδέκτες (ένθεν κακείθεν) είναι οι εύστοχες επισημάνσεις και σοφές παραινέσεις του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου του Β’ στην Εισήγησή του κατά την 1η Συνεδρία (3-10-2017) της Ιεράς Συνόδου Ιεραρχίας (Ι.Σ.Ι.), για ‘’το θέμα σχέσεων Εκκλησίας-Πολιτείας και για την πορεία του Διαλόγου Ορθοδόξων και Καθολικών’’.

Ολόκληρη η Εισήγηση του Αρχιεπισκόπου έχει αναρτηθεί στην επίσημη ιστοσελίδα της Εκκλησίας της Ελλάδος στο: www.ecclesia.gr/epikairotita και είναι ανοιχτή σε όλους. Μπορεί να την επισκεφτεί όποιος θέλει, να τη διαβάσει, να προβληματιστεί, να σκεφτεί, να οικοδομηθεί.

Από το πρώτο σκέλος της Εισήγησης του Αρχιεπισκόπου ‘’για το θέμα σχέσεων Εκκλησίας-Πολιτείας’’ επιλέγω τα παρακάτω:

‘’Συμπληρώνονται σε λίγο χρόνο διακόσια (200) χρόνια από την κήρυξη της Επαναστάσεως και την με τόσες θυσίες και ποταμούς αίματος αποκτηθείσαν ελευθερία και ανασύσταση του Κράτους μας. Διερωτώμαι σε μια τόσο μεγάλη χρονική διάρκεια γιατί τόσος παραπικρασμός, τόσες αντιπαραθέσεις μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας. Γιατί δεν μπόρεσαν οι δύο αυτοί, κύρια υπεύθυνοι, να φανούν αντάξιοι μιας βαρειάς Εθνικής Κληρονομιάς υπερβαίνοντας καθημερινές μικρότητες και εγωϊσμούς’’.

‘’Η Εκκλησία από περιέχουσα το Γένος γίνεται το περιεχόμενον του Κράτους’’.

‘’Για να γίνη αδύνατη και εύχρηστη,(σημ. η Εκκλησία) απεκόπη από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, διαλύθηκαν τα Μοναστήρια της, λεηλατήθηκε η περιουσία και απωθείτο στο περιθώριον’’.

‘’Το Υπουργείον των Εκκλησιαστικών και Δημοσίου Εκπαιδεύσεως, κάτω από την σκέψη αυτή (σημ. του Όθωνα και της Αντιβασιλείας) μετονομάστηκε σε Υπουργείον Παιδείας και Θρησκευμάτων, για να μην ακούγεται η λέξις ‘’Εκκλησιαστικών’’ και τέλος μεγάλος αγώνας την τελευταία δεκαετία, τα Εκκλησιαστικά να είναι υπηρεσία του Υπουργείου Πολιτισμού’’.

‘’ Η Εκκλησία πρέπει ουσιαστικά (σημ. ήταν η πολιτική του Βασιλιά Όθωνα) να τεθεί υπό τον έλεγχο της Πολιτείας’’.

‘’Εις την συνεδρίαν της Ιεραρχίας της 24/12/1923 ωμίλησε ο Αρχηγός Ν. Πλαστήρας λέγοντας τα εξής: (……………). Αλλά και οι επόμενοι δικτάτορες ακολούθησαν τον ίδιο τρόπο διοικήσεως. Στα χέρια τους ήταν ο θεσμός των Αριστίνδην Συνόδων, η αφαίμαξις της μοναστηριακής περιουσίας, ο παραγκωνισμός και εμπαιγμός της Εκκλησίας’’.

Ο Αρχιεπίσκοπος εκτίμησε ότι η συνεργασία της Εκκλησίας με την Πολιτεία δεν είναι ακατόρθωτη. Και περιέγραψε τους άξονες πάνω στους οποίους οφείλουν (καλό είναι) Πολιτεία και Εκκλησία να οικοδομήσουν αμοιβαία εμπιστοσύνη για κοινή ωφέλεια και για το συμφέρον της πατρίδας: ‘’Διερωτάται κανείς (λέει ο Αρχιεπίσκοπος) ένα θέμα που έχει δημιουργήσει τόσα προβλήματα στην πορεία των δύο φορέων Εκκλησίας και Πολιτείας επί δύο περίπου αιώνες είναι εύκολο να αντιμετωπισθή στις ημέρες μας κατά τις οποίες υπάρχουν και συνεχώς προστίθενται και άλλα πολυποίκιλα και σύγχρονα τεράστια προβλήματα; Δεν είναι εύκολο αλλά όχι και ακατόρθωτο. Αρκεί να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις (συνεχίζει ο Αρχιεπίσκοπος) και εις τους δύο χώρους και αυτές είναι: Η ειλικρίνεια, ο σεβασμός, η Αγάπη για την αλήθεια και το συμφέρον της πατρίδος. Μακριά από προκαταλήψεις, ιδεοληψίες και δογματισμούς.

Από το δεύτερο σκέλος της Εισήγησης του Αρχιεπισκόπου ‘’για την πορεία του Διαλόγου Ορθοδόξων και Καθολικών’’ επιλέγω τα παρακάτω:

‘’Η Ορθόδοξη Εκκλησία (λέει ο Αρχιεπίσκοπος) έχουσα συνείδηση ότι είναι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία συμμετέχει σε κάθε Θεολογικό Διάλογο προκειμένου να προσφέρει την Αλήθεια, την οποία κατέχει’’.

‘’Προσφέροντας την Αλήθεια η Ορθόδοξη Εκκλησία εδραιώνει αφενός την αυτοσυνειδησία της και αφετέρου επιβεβαιώνει την σωτηριολογική της προοπτική. Ο θεολογικός διάλογος δεν είναι ένα σύγχρονο εφεύρημα στη ζωή της Εκκλησίας αλλά αποτελεί μία αρχαία πρακτική. Δεν μπορείς επίσης να είσαι Ορθόδοξος και να μην διαλέγεσαι. Ο διάλογος με σκοπό την ανάδειξη της Αλήθειας και η επιθυμία για επίτευξη της ενότητας είναι χαρακτηριστικά της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ποτέ η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν κρύβει ‘’εν οστρακίνοις σκεύεσι’’ τον θησαυρό της πίστης τον οποίον κατέχει’’.

‘’Μέσω του διαλόγου επίσης παρέχεται η ευκαιρία στους ετεροδόξους να γνωρίσουν και να αναγνωρίσουν την αυθεντικότητα της εκκλησιαστικής παράδοσης, την αξία της πατερικής διδασκαλίας, τη λειτουργική εμπειρία και την πίστη της Ορθόδοξης Εκκλησίας’’.


‘’Η Ορθόδοξη Εκκλησία συμμετέχει σε κάθε διάλογο χωρίς να αθετεί ποτέ την δογματική της διδασκαλία και παράδοση’’.


‘’Ανεξάρτητα από την πορεία, τις δυσκολίες και την εξέλιξη του συγκεκριμένου Θεολογικού Διαλόγου θα πρέπει να έχουμε πάντοτε υπόψιν μας, ότι
οι υπάρχουσες διαφορές δεν μπορούν να λυθούν έξω από το πλαίσιο του διαλόγου, αφού αποτελεί το μοναδικό και πρόσφορο μέσο για την επίλυσή τους. Αυτό αποδεικνύει η ίδια η ιστορία της Εκκλησίας’’.

Επιλογή παραγράφων: π. Κωνσταντίνος Ι. Κώστας

παπαδάσκαλος

5-10-2017