Στον κονιορτό που σηκώθηκε τις τελευταίες ημέρες με αφορμή το νέο λογότυπό της πόλεως, όστις έχει «χρήσιν» σχεδόν αντίστοιχη με εκείνη των εμπορικών σημάτων στις επιχειρήσεις, προσθέτουμε λίγο και από τον δικό μας.
Το λογότυπο ορίζει περισσότερο τις προς τα έξω σχέσεις ενός θεσμού, εδώ του Δήμου, παρά οριοθετεί κι αναφέρεται σε ιστορικά και ιδεολογικά ζητούμενα, σημαίνοντα και σημαινόμενα συμβάντα του τόπου και της όποιας παράδοσης κι άλλων παρόμοιων, τα οποία όταν ακούγονται με λυρικό στόμφο ή λυγμική πολιτική διάθεση υπομειδιάματα φέρουν ως τόσον παράταιρα πλέον.
Το μοντέρνο του σχεδίου ξένισε ορισμένως ορισμένους. Αλλους άφησε αδιάφορους κι άλλοι το δέχτηκαν ασμένως. Φυσιολογικές αντιδράσεις σε πολιτισμένους τόπους. Ακούστηκε περιπλέον ως απόπειρα αποϊστορικοποίησης της πόλης. Καθώς απομακρυνόμαστε από τα καθιερωμένα πρόσωπα και σύμβολα μια αναταραχή εμφιλοχωρεί δια την ούτω πως «επιχειρούμενη» αλλοίωσιν του προσώπου της πόλης, άρα και του δικού μας, ως μέτοχοι του συλλογικού είναι.
Υπερβολές και φόβοι ατεκμηρίωτοι πλην συγγνωστοί.
Δύο τα κρατούμενα. Η πόλη της Κοζάνης εδώ και πολλά χρόνια Λασσανιοκρατείται στο ηρωικό της φαντασιακό και Κοβενταρειοθέλγεται (από τον ευεργετισμό – μάλλον αδόκιμη λέξη), στο επίπεδο συμβολισμών και ονοματοδοτήσεων.
Ο πολεμιστής (ποιητής και θεατρικός συγγραφέας κυρίως – Ρήγα του θεάτρου τον είπαν) στο Δραγατσάνι, φυλακισμένος στη συνέχεια με τον Αλεξ. Υψηλάντη και λίγους άλλους συντρόφους τους στην Αυστρία, με τη δημιουργία του πρώτου ελληνικού κρατιδίου διετέλεσε πολιτικός και στρατιωτικός παράγων του. Ο Μακρυγιάννης γράφει διάφορα γι αυτόν αλλά δεν τον λαμβάνουμε υπ’ όψιν ότι γράφει την ιστορία που έζησε άρα το υποκειμενικόν του προέχει. Ο Γ. Λασσάνης έχει σήμερα, ως δημιούργημα και μύθος περισσότερο, κατακλύσει την πόλη σε πολλές συλλογικές εκφράσεις της. Μια λεπτή απόχρωση υστεροβουλίας ίσως και να μας διαπέρνα ως πόλη της οποίας η συνεισφορά στους εθνικούς αγώνες δεν είχε κάτι το ιδιαίτερο. Προβάλουμε καθ’ υπερβολήν ό,τι μας έρχεται πιό βολικό. Στην επανάσταση του 21 μόνον κάποιοι κοζανίτες μετείχαν στην κεντρική και νότια Ελλάδα και στα νησιά. Στις κατοπινές προσπάθειες της πατρίδας μετείχε η Κοζάνη όπως και όσο και οι περισσότερες πόλεις.
Από την άλλη ο Κοβενταρισμός (Κοβεντάρος = γελαδάρης κατά τον κ. Κ. Ντίνα, «Κοζανίτικα επώνυμα 1759-1916|» εκδ. ΙΝΒΑ 1995) στην πόλη έρχεται με βήμα ταχύ και συμπληρώνει ό,τι αφήνει ελεύθερο, ο αμφιλεγόμενος ηρωισμός, στις ονοματοθεσίες και θεσμολαγνείες.
Η Κοζάνη αν πρέπει σεμνύνεται για κάτι αυτό είναι η καθοριστική συμβολή της στο «έπος» του Απόδημου Δυτικομακεδονικού Ελληνισμού στην Κεντρική Ευρώπη, από το τέλος του 17ου αι. και μετά. Με όλες τις ευεργετικές συνέπειες. Ακολούθως συνέπεια αυτού σε συνδυασμό και με την λειτουργία της Σχολής της Κοζάνης (1660) και της Βιβλιοθήκης από 1670, μπορεί να καυχιέται για τον οιονεί «Χρυσούν αιώνα» των γραμμάτων της, την περίοδο του ‘Υστερου Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Επιγραμματικά αναφέρομαι. Αλλοι είναι ειδικότεροι στα θέματα αυτά κι έχουν πιο σύνθετες απαντήσεις.
Στο σήμερα, τώρα, είμαστε ούτως ή άλλως πόλη και πολίτες σε φάση μετάβασης σε άλλες συνθήκες στον καθημερινό μας τρόπο. Η αλλαγή στη Δημοτική αρχή μετά από 40 τόσα χρόνια είναι ένα δείγμα πρώτο χωρίς να είναι το μόνο. Τα προηγούμενα δημοτικά σχήματα δημιούργησαν τη νεότερη πόλη με τα σημαντικά συγκριτικά πλεονεκτήματα έναντι των γειτονικών πόλεων. Αλλά το παλιό, που δεν είναι φυσικά κι απορριπτέο, βρίσκεται πλέον σε δεύτερο επίπεδο. Εκ των πραγμάτων υποχωρεί μπροστά στο ήδη νέο και σ’ αυτό που έρχεται έτσι ή αλλιώς. Τις προάλλες στο Β΄ Συμπόσιο Λογοτεχνίας της Κοζάνης που διοργάνωσε το περιοδικό «Παρέμβαση» μαζί με άλλους δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς, παρακολουθούσα τους επιχώριους νέους φιλολόγους, επιστήμονες, λογοτέχνες, καθώς σάρωναν τους κατεστημένους, καθιερωμένους γνωστικούς τρόπους στο αντικείμενο διεξαγωγής και μελέτης τους· έμεινα έκθαμβος με τις δυνατότητες τους. Η γενιά μας φαντάζει πλέον φτωχική μπροστά σ’ αυτούς που έρχονται. Μακάρι να μείνουν στην πόλη, αυτοί θα είναι το τυχερό της. Αρκεί να αγκαλιαστούν από τους θεσμούς να βοηθηθούν και θα βοηθήσουν.
Η νέα πλατεία που μας παραξένεψε στην αρχή μπήκε ήδη στην καθημερινότητά μας. Λίαν μοντέρνος ο σχεδιασμός που επαινέθηκε ευρωπαϊκά. Μέσα σ’ αυτήν οι πολίτες ξαναβρίσκουν τον εαυτό τους κι ισορροπούν μετά την πρώτη αμηχανία. Η νέα Δημοτική Βιβλιοθήκη με την υπερμοντέρνα αρχιτεκτονική και τους όποιους προβληματισμούς ως προς την λειτουργία και τη λειτουργικότητά της, θα είναι πλέον, πρέπει να είναι και πάλι, αλλά τώρα με νέες δυνατότητες, η ναυαρχίδα των τοπικών γραμμάτων.
Το νέο λογότυπο της πόλης ως αισθητική και ως πολιτικός συλλογισμός και σχεδιασμός είναι στο πνεύμα του διαφορετικού, του καινούργιου για την Κοζάνη και όπως αυτό εκφράζεται ήδη στη νέα μεγάλη Πλατεία και τη Δημοτική Βιβλιοθήκη. Η συνέχεια της πόλης δεν βρίσκεται στην λυρική νοσταλγία του παρελθόντος αλλά στο κριτικό νυν και το αβέβαιο μεν πλην ελπιδοφόρο μέλλον.
Η πόλη αλλάζει όπως όλοι μας. Ας μη μας, παρασέρνει η μελαγχολία (τις περισσότερες φορές είναι και δημιουργική) που κάποια πράγματα γίνονται κι ερήμην μας. Το παραμερίζειν μπρος στους νεώτερους είναι μεν ελαφρώς οδυνηρόν αλλά είναι και αρετή.
 
ΥΓ. Αφού για την τοπική ιστορία κάπως ο λόγος έστω και στο επίπεδο των συμβολισμών, η μαρμάρινη πλάκα που εντοίχισαν στην πρόσοψη του Δημαρχείο κατά τον εορτασμό των 100 χρόνων ελεύθερης Κοζάνης το 2012, τι διαδηλώνει στον επισκέπτη και τον συμπολίτη; Είναι μια εντελώς ψεύτικη και φαιδρή εκδοχή «ηρωισμού». Αυτός ο λόχος εθελοντών εκείνου του πολέμου, μέρες που είναι, ήταν ένας λόχος βοηθητικός, στον οποίο ο Ελληνικός Στρατός όρισε καθήκοντα ρακοσυλλέκτη, να μαζεύει δηλαδή τα λάφυρα (και τα σκουπίδια) των νικηφόρων μαχών. Θα μπορούσε σήμερα να είναι αισθητική υπόθεση στην υπηρεσία καθαριότητος του Δήμου. Οι εθελοντές Κοζανίτες των πολέμων του 1912-1913 ήταν εκείνοι που ήρθαν από την Αμερική (Φιλαδέλφεια κ.α.) και πήραν μέρος στις μάχες με το στρατό. Προς τιμήν τους η πόλη έδωσε στο δρόμο δίπλα από τη Στρατιωτική Λέσχη το όνομα «Οδός εθελοντών».