Με αφορμή την αυριανή 105η Επέτειο Απελευθέρωσης της Κοζάνης από τον τουρκικό ζυγό, το kozan.gr, παρουσιάζει την αναλυτική ομιλία της κας Μιμής Παπαδέλη – Παπαναστασίου, προέδρου του Συλλόγου Κοζανιτών Θεσσαλονίκης “Ο Άγιος Νικόλαος”,  που πραγματοποιήθηκε με πρωτοβουλία του Δήμου Κοζάνης στο Κοβεντάρειο, στις 11 Οκτωβρίου 2001, στο πλαίσιο του εορτασμού της απελευθέρωσης της πόλης. Η συγκεκριμένη ομιλία δημοσιεύτηκε, το 2012 και στο εξαιρετικό περιοδικό “Ελιμειακά” (Τεύχος 68-69).

«Είναι ιδιαίτερη τιμή και χαρά για μένα που μου δίνεται σήμερα η ευκαιρία, σ’ αυτή την τόσο σημαντική για την ιδιαίτερη πατρίδα μας ημέρα, να αναφερθώ σε κάποια ιστορικά γεγονότα, άγνωστα ίσως στους πολλούς, που αφορούν κυρίως τον τελευταίο δήμαρχο της Κοζάνης επί Τουρκοκρατίας, τον δήμαρχο που στις 11 Οκτωβρίου 1912 υποδέχτηκε την ελευθερία στην Κοζάνη, τον αείμνηστο παππού μου Νικόλαο Γεωργίου Αρμενούλη και τους προγόνους του. Τον παππού, που ο αδελφός μου κι εγώ, δεν γνωρίσαμε παρά μόνον από φωτογραφίες, γιατί πέθανε πολύ νέος, αλλά μάθαμε να τον αγαπούμε και να τον θαυμάζουμε μέσα από τις διηγήσεις της μητέρας μας και των αδελφών της.

Το σημαντικότερο γεγονός που άκουσα από αυτές και που δεν πρόκειται ποτέ να ξεχάσω είναι ότι ο δήμαρχος Νικόλαος Αρμενούλης, μαζί με άλλους προύχοντες, συνέβαλε στο να μην καταστραφεί η Κοζάνη από τους Τούρκους στρατιώτες στην ιστορική και τραγική γι’ αυτούς στιγμή της υποχώρησής τους από την πατρίδα μας.

Ήδη από τον Σεπτέμβριο του 1912, όταν πια φαινόταν καθαρά ότι θα ξεσπάσει πόλεμος, ο εκνευρισμός του τουρκικού πληθυσμού της περιοχής ήταν έκδηλος και η εχθρότητά του για τους Έλληνες είχε αναζωπυρωθεί. Οι συμπατριώτες μας βλέποντας τις εχθρικές αυτές διαθέσεις ανησυχούσαν και προβληματίζονταν για την εξέλιξη των γεγονότων. Στα σπίτια της Κοζάνης γίνονταν πολύ συχνά συγκεντρώσεις-συσκέψεις μεταξύ των προκρίτων για να βρεθεί ο τρόπος με τον οποίο θα έπρεπε οι Κοζανίτες να αντιδράσουν στις όποιες εχθρικές ενέργειες.

Από καιρό η προετοιμασία είχε ξεκινήσει. Σε πολλά κοζανίτικα σπίτια υπήρχαν κρυμμένα όπλα, απομεινάρια του Μακεδονικού Αγώνα, αλλά και παλιά οικογενειακά κειμήλια. Όπλα που φυλάγονταν προσεκτικά στις κρυψώνες των σπιτιών και των εκκλησιών και περίμεναν υπομονετικά να χρησιμοποιηθούν όταν θα ’ρχόταν η ώρα. Οι ελληνικές σημαίες, που κρυφά έραβαν οι νοικοκυρές τα βράδια στα σπίτια τους, έμεναν επιμελώς κρυμμένες μέσα στα παλιά σεντούκια, περιμένοντας την ευλογημένη στιγμή που θα κυμάτιζαν ελεύθερες στον ουρανό της Κοζάνης.

Όταν στις 5 Οκτωβρίου, ο ελληνικός στρατός πρόσβαλε τις τουρκικές θέσεις στο μέτωπο της Θεσσαλίας, τα όνειρα αιώνων φάνηκαν να γίνονται πραγματικότητα. Η μάχη του Σαρανταπόρου και η απελευθέρωση των Σερβίων, θρίαμβος πραγματικός του ελληνικού στρατού απέναντι στις τουρκικές δυνάμεις, ήταν το προμήνυμα της απελευθέρωσης της πόλης μας που πέντε αιώνες καρτερούσε την πολυπόθητη στιγμή.

Η χαρά, όμως, της απελευθέρωσης των Σερβίων σκιάστηκε και αμαυρώθηκε από την άγρια δολοφονία και την εν ψυχρώ εκτέλεση, εκ μέρους των Τούρκων, των 117 προκρίτων, παπάδων και δασκάλων της πόλης και της περιοχής, που κρατούνταν από νωρίτερα στις φυλακές ως όμηροι και σφαγιάστηκαν άγρια το βράδυ της 9ης Οκτωβρίου. Εκδικούμενοι τους αθώους νεκρούς οι Σερβιώτες έβαλαν φωτιά και έκαψαν σπίτια της τουρκικής συνοικίας. Η δραματική αυτή εξέλιξη προμηνούσε για την Κοζάνη και τους Κοζανίτες δυσοίωνες καταστάσεις και γεγονότα.

Τις μέρες εκείνες, παραμονές της απελευθέρωσης, ο δήμαρχος της πόλης Νικόλαος Αρμενούλης ήταν άρρωστος σοβαρά. Μετά τις δραματικές εξελίξεις στα Σέρβια, οι προύχοντες της Κοζάνης τον επισκέφθηκαν στο σπίτι του και συζήτησαν μαζί του πώς έπρεπε να ενεργήσουν για να μην υποστεί η Κοζάνη καταστροφές. Όλοι φοβούνταν πως η οργή των Τούρκων και η μανία τους για εκδίκηση θα ξεσπούσε στην πόλη και στους κατοίκους της. Ύστερα από πολύωρη συζήτηση αποφασίστηκε ότι ο δήμαρχος έπρεπε να πάει να συναντήσει τους Τούρκους αξιωματούχους και να προσπαθήσει να τους πείσει να μην καταστρέψει ο στρατός την πόλη.

Μετά την ήττα τους στο Σαραντάπορο οι Τούρκοι είχαν υποχωρήσει άτακτα στα χωριά Κιτσιλέρ, (τον σημερινό Βαθύλακο) και Τζιτζιλέρ, (τα σημερινά Πετρανά), μια ανάσα απ’ την Κοζάνη έχοντας τα κανόνια τους στραμμένα προς αυτήν Ο κίνδυνος μιας επικείμενης καταστροφής της πόλης ήταν άμεσος και ορατός.

Έτσι, λοιπόν, όπως η μητέρα και οι θείες μας διηγούνταν πάντα με υπερηφάνεια και καμάρι, ο βαριά άρρωστος πατέρας τους το κρίσιμο εκείνο βράδυ της 10ης προς 11η Οκτωβρίου έπραξε στο ακέραιο το χρέος του προς την πατρίδα. Εις βάρος της υγείας του και χωρίς να λογαριάσει τον κίνδυνο που διέτρεχε η ζωή του, πήγε να συναντήσει τον επικεφαλής Τούρκο στρατηγό με τον οποίο συζήτησε για ώρα πολλή και από τον οποίο ζήτησε να αποτρέψει πιθανή λεηλασία και καταστροφή της Κοζάνης, πράγμα που έγινε.

Όταν την επομένη το πρωί 11 Οκτωβρίου συνεδρίασε το τουρκικό επιτελείο και ο Ομέρ μπέης, μαζί με δύο άλλους Τούρκους αξιωματούχους, πρότειναν να βομβαρδιστεί και να καταστραφεί η πόλη για να συναντήσει δυσκολίες ο ελληνικός στρατός στη θριαμβευτική προέλασή του, ο συνετός αρχιστράτηγος Ταχσίν πασάς και ο αλβανικής καταγωγής Μουνίρ μπέης διεφώνησαν. Τα λόγια του δημάρχου είχαν πιάσει τόπο και έτσι σώθηκε η Κοζάνη. Την ίδια ημέρα και ενώ οι Κοζανίτες μετά το μεσημέρι ήταν έτοιμοι να υποδεχθούν τους ελευθερωτές, δυο τάγματα του τουρκικού στρατού, σε άθλια κατάσταση και σχεδόν διαλυμένα, πέρασαν μέσα από την πόλη μόνο για να αρπάξουν τρόφιμα και έφυγαν άτακτα προς την Πτολεμαϊδα, ενώ ο κύριος όγκος του στρατού έφυγε προς Βέροια χωρίς να προκαλέσει καταστροφές. Το γεγονός αυτό της άτακτης υποχώρησης εκμεταλλεύτηκαν πολλοί Κοζανίτες οι οποίοι, λίγο πριν μπει ο ελληνικός στρατός στην πόλη, παραβίασαν τις τουρκικές αποθήκες και εφοδιάστηκαν με πιο καινούρια όπλα, για να τα παραδώσουν στους Έλληνες στρατιώτες, που μπήκαν σε λίγο θριαμβευτές.

«Ούτως|, όπως λιτά και μεστά αναφέρει ο Λιούφης, «επί μητροπολίτου Φωτίου Μανιάτη, δημάρχου Νικολάου Αρμενούλη και γυμνασιάρχου Παναγιώτη Λιούφη, η πόλις μετά δουλείαν 520 περίπου ετών είδε το φως της ελευθερίας, και έλαχε της ποθητής ενώσεως προς την μητέρα Ελλάδα διατηρήσασα καθ’ όλας τας προηγουμένας γενεάς άσβεστον τον πόθον της γλυκείας αυτής ψυχώσεως και ελπίδος, ην ηυδόκησε να ίδη τέλος πραγματοποιηθείσαν».

Με ουρανομήκεις ζητωκραυγές και ενθουσιώδεις εκδηλώσεις οι παραληρούντες από χαρά Κοζανίτες υποδέχθηκαν τον ελληνικό στρατό. Οι ελληνικές σημαίες ξεδιπλώθηκαν μεμιάς κι αφέθηκαν να κυματίζουν στον ουρανό της Κοζάνης. Ο Λιούφης περιγράφει τις μοναδικές εκείνες στιγμές: «Δυσπερίγραπτοι αποβαίνουν αι στιγμαί της χαράς και του ενθουσιασμού του πλήθους, αλλά και των στρατιωτών δακρυόντων εκ συγκινήσεως επί τη θέα των δακρυόντων εκ χαράς τέως υποδούλων…». Ο μητροπολίτης και ο δήμαρχος με εμπνευσμένους χαιρετισμούς καλωσόρισαν τους ελευθερωτές και στη συνέχεια τους οδήγησαν στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου όπου και εψάλει δοξολογία, μέσα σε συγκινητική ατμόσφαιρα.

Την επομένη το απόγευμα το ίδιο ενθουσιώδες πλήθος υποδέχτηκε τον αρχιστράτηγο διάδοχο Κωνσταντίνο στον οποίο η ενδεκάχρονη τότε κόρη του δημάρχου Μαρίκα Αρμενούλη πρόσφερε ανθοδέσμη. Πόθοι και λαχτάρες αιώνων έγιναν πραγματικότητα. Η πόλη μας ύστερα από πέντε αιώνες σκλαβιάς και υποδούλωσης ανέπνευσε τον αέρα της ελευθερίας και ενώθηκε με τη μητέρα Ελλάδα.

Όμως η κατάσταση της υγείας του δημάρχου της επιδεινώθηκε. Η μεγάλη ταλαιπωρία που υπέστη, τόσο κατά τη νυχτερινή συνάντησή του με τους Τούρκους αξιωματούχους το βράδυ της 10ης Οκτωβρίου, όσο και τις αμέσως επόμενες ημέρες, όταν φρόντιζε με όλες του τις δυνάμεις να εξασφαλίσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τη διαμονή των Ελλήνων στρατιωτών στην πόλη (30.000 στρατιώτες), είχε σαν αποτέλεσμα σε λίγους μήνες να πεθάνει σε ηλικία μόλις 38 ετών.

Το γεγονός αυτό της προσφοράς του δημάρχου στην Κοζάνη πιστοποιεί το παρακάτω πιστοποιητικό που ο μητροπολίτης Φώτιος, με ημερομηνία 14 Ιουλίου 1914, παρέδωσε στη χήρα Κατίνα Νικολάου Αρμενούλη, το οποίο επί λέξει αναφέρει:

«Πιστοποιούμεν διά του παρόντος εγγράφου ότι ο μακαρίτης Νικόλαος Αρμενούλης, υπάρξας Δήμαρχος Κοζάνης κατά τα τελευταία έτη της εκπνευσάσης ήδη τουρκοκρατίας και συνεχίσας τα καθήκοντα Δημάρχου και κατά τα ένδοξα γεγονότα της νικηφόρου προελάσεως του ελληνικού στρατού, εξεπλήρωσε προθύμως και δραστηρίως το εαυτού καθήκον τόσον κατά τας παραμονάς του πολέμου, οπότε διά της συνετής του πολιτείας, προέλαβε πολλάς ζημίας δυναμένας να συμβώσιν εις την πόλιν, ένεκα της ατάκτου υποχωρήσεως και αγρίας φυγής των βαρβάρων ορδών της Τουρκίας, όσον και κατά την είσοδον και εγκατάστασιν εν τη πόλει των νικηφόρων ελληνικών στρατευμάτων, οπότε, πολλούς και υπερανθρώπους καταβαλών κόπους, ίνα επαρκέση εις τας εκ της περιστάσεως πολλάς και εκτάκτους υποχρεώσεις, κατεβλήθη σωματικώς τοσούτω, ώστε μετά τινα έκτοτε χρόνον υπέκυψεν εις το μοιραίον τέλος, καταλιπών χήραν σύζυγον, γραίαν μητέρα και τέσσερα ανήλικα θήλεα ορφανά».

Ποιος ήταν όμως ο δήμαρχος Νικόλαος Αρμενούλης; Ήταν ο πρωτότοκος γιος του Γεωργίου και της Μαρίας (Μαριγώς) Αρμενούλη, γόνος παλιάς και ιστορικής οικογένειας της Κοζάνης και γεννήθηκε το 1874. Έμεινε στην τοπική ιστορία ως ο τελευταίος δήμαρχος της πόλης επί Τουρκοκρατίας και ο πρώτος μετά την απελευθέρωση. Αποφοίτησε από τη Μεγάλη του Γένους σχολή της Κωνσταντινούπολης, σπούδασε δικηγόρος και επέστρεψε στην Κοζάνη όπου και άσκησε το επάγγελμα. Στην ιστορία του δικηγορικού συλλόγου Κοζάνης αναφέρεται μεταξύ των πρώτων δικηγόρων της πόλης. Από τον γάμο του με τη δασκάλα-διευθύντρια του Παρθεναγωγείου Κοζάνης Αικατερίνη Κ. Κυρατσού απέκτησε πολλά παιδιά από τα οποία έζησαν τέσσερις θυγατέρες. Στην Ίμβρο όπου υπηρέτησε ως εισαγγελέας γεννήθηκαν η Μαρίκα, το 1901, σύζυγος Γιάννη Ζήρα, και η Θεανώ το 1907. Στη συνέχεια τοποθετήθηκε στη Βέροια όπου γεννήθηκε το 1909 η Ελευθερία (Λίτσα) η μητέρα μας, αείμνηστη γυμνασιάρχης της Κοζάνης, σύζυγος Μανώλη Παπαδέλη. Μετά την επιστροφή του στην Κοζάνη εκλέχτηκε δήμαρχος της πόλης. Εδώ γεννήθηκε η τελευταία κόρη του η Δήμητρα το 1913. Στη σύντομη ζωή του επέδειξε εντιμότητα, δικαιοσύνη και ευγένεια, χαρίσματα που κληρονόμησε από τους προγόνους του και φρόντισε να διατηρήσει, να καλλιεργήσει και να μεταλαμπαδεύσει στους απογόνους. Αυτοί που τον γνώρισαν, θυμούνταν πάντα με σεβασμό και εκτίμηση τον δίκαιο και συνετό άνθρωπο και δήμαρχο που φρόντιζε πάντα για το καλό της πόλης του και μόνο και που δεν δίστασε και τη ζωή του την ίδια να προσφέρει γι’ αυτήν.

Αδέλφια του υπήρξαν η Θεανώ σύζυγος Πολυζωίδη που έζησε στη Θεσσαλονίκη και πέθανε νέα αφήνοντας μια κόρη την Ελένη και ο Δημήτριος Αρμενούλης. Τόσο η Ελένη όσο και ο Δημήτριος πέθαναν άκληροι.

Οι ρίζες της οικογένειας Αρμενούλη ξεκινούν από πολύ παλιά όταν οι πρώτοι πρόγονοί μας έκτισαν την πρώτη πτέρυγα του αρχοντικού τους γύρω στα 1660 στη συνοικία Σαρή Πάσχου. Την ίδια εποχή χτίστηκαν και τα πρώτα άλλα αρχοντόσπιτα στην Κοζάνη, του Τράντα, του Διμισκή, του Σαπουντζή κ.ά. Αργότερα το 1714, προστέθηκε στο αρχοντικό και νέα πτέρυγα πιο πλούσια και ενδιαφέρουσα από την παλιά.

Ήταν η εποχή που πολλοί Κοζανίτες ξενιτεύονταν κυρίως στην Αυστροουγγαρία και στη Ρουμανία ασχολούμενοι με το εμπόριο. Μετά την εισβολή των Τούρκων στη χερσόνησο του Αίμου τον 14ο αιώνα κι την πτώση της Κωνσταντινούπολης το 1453, αλλά κυρίως κατά τον 17ο αιώνα, λόγω των συνεχών πιέσεων και διώξεων που υφίσταντο οι Έλληνες από τους Τούρκους κατακτητές, εμφανίστηκε ζωηρή μεταναστευτική κίνησή τους προς τις γειτονικές χώρες της Μέσης και της Δυτικής Ευρώπης. Οι ληστρικές επιδρομές των Τουρκαλβανών υπήρξε επίσης η αιτία που ανάγκασε πολλούς Μακεδόνες να μεταναστεύσουν. Ο Παν. Λιούφης αναφέρει χαρακτηριστικά: «φοβερά επιδρομή το 1770 συμβάσα κατερήμωσε την πόλιν…το γεγονός τούτο ηνάγκασε πολλάς πλουσίας οικογενείας να εκπατρισθπωσιν».

Οι μετανάστες αυτοί κατόρθωσαν με την ενεργητικότητα, την ευφυϊα και την τιμιότητά τους να ριζώσουν και να δημιουργήσουν με το πέρασμα του χρόνου εξέχουσες ελληνικές κοινότητες με αξιοθαύμαστη οργάνωση και δραστηριότητα ιδιαίτερα στις δύο χώρες που προαναφέραμε. Σ’ αυτό βοήθησε το ενδιαφέρον των κυβερνήσεων των χωρών αυτών που θεωρούσαν τους Έλληνες Μακεδόνες «ευγενείς εκπολιτιστές» και τους χορηγούσαν όλα τα προνόμια για ελεύθερο εμπόριο, φορολογική εξίσωση, θρησκευτική ελευθερία και αυτοδιοίκηση. Δόθηκε έτσι η δυνατότητα σε πολλούς να προοδεύσουν. Οι κοινότητες αυτές δημιούργησαν παράλληλα και αξιόλογη πνευματική κίνηση, χρησίμευαν δε ως καταφύγια για χιλιάδες κυνηγημένους αδελφούς από την υπόδουλη Ελλάδα.

Οι Μακεδόνες απόδημοι αποτελούσαν εκλεκτό τμήμα των πόλεων της Αυστροουγγαρίας όπου είχαν εγκατασταθεί. Πολλοί από τους εμπόρους, κυρίως οι νεότεροι, ασχολήθηκαν ιδιαίτερα με τα γράμματα και τις καλές τέχνες. Διαβλέποντας ότι η απελευθέρωση της πατρίδας θα πραγματοποιούνταν μόνο με την πνευματική καλλιέργεια, ίδρυαν και συντηρούσαν στη γενέτειρα σχολεία και βιβλιοθήκες υψηλού επιπέδου. Με σπουδαία κληροδοτήματα και γενναίες επιχορηγήσεις, φρόντιζαν για την ίδρυση κοινωφελών έργων, εκκλησιών και φιλανθρωπικών ιδρυμάτων. Ελπίζοντας σε σύντομη απελευθέρωση της πατρίδας έκτιζαν τα περίτεχνα αρχοντικά τους, δείγματα καλαισθησίας και ψυχικής καλλιέργειας, κοσμήματα αληθινά. Κατά την επιστροφή τους στην πατρίδα δεν έφερναν στις οικογένειές τους μόνο είδη πολυτελείας, υλικά αγαθά και ακριβά εμπορεύματα, αλλά και πλούσια πνευματικά αγαθά, την κουλτούρα και την παιδεία της Ευρώπης, κληρονομιά της εκεί διαμονής τους.

Πολλοί από αυτούς έζησαν όλη τους τη ζωή στα ξένα, άλλοι πάλι, όταν η νοσταλγία της γενέθλιας γης μεγάλωσε και έγινε αγιάτρευτος καημός, επέστρεψαν πλούσιοι και βοήθησαν με όποιο τρόπο μπορούσαν τον τόπο τους.

Ανάμεσα σ’ αυτούς συγκαταλέγονται ο Γεώργιος Πάικου Αρμενούλης ή Αρμένης και ο γιος του Νικόλαος, γεννημένος τον Νοέμβριο του 1797, μαθητής του Στέφανου Σταμκίδη, που φέρονται στην ιστορία της Κοζάνης σαν οι παλαιότεροι εκπρόσωποι της οικογένειας. Έζησαν στην Πέστη της Αυστροουγγαρίας, όπου και απέκτησαν τεράστια περιουσία ως έμποροι. Για τις υπηρεσίες που πρόσφεραν στη δεύτερη πατρίδα τους τιμήθηκαν με τον τίτλο του βαρόνου.

Με τον ίδιο τίτλο τιμήθηκαν οι Μπλατσιώτες Κωνσταντίνος Μπέλλιος και Στέργιος Δούμπας και οι Κοζανίτες Νικόλαος και Γεώργιος Τακιατζής.

Ο Νικόλαος Αρμενούλης, παππούς του δημάρχου, επέστρεψε στην πατρίδα του βαθύπλουτος, όπως αναφέρει ο Λιούφης, ενώ τα δύο αδέλφια του ο Ιωάννης και ο Θεόδωρος παρέμειναν στην Πέστη. Από τον γάμο του με τη Βοζίτσα κόρη του ιατροφιλοσόφου Γεωργίου Σακελλάριου και της Μητιώς Χαρισίου Μεγδάνη απέκτησε την Αικατερίνη σύζυγο αργότερα του Κων. Μήλιου, τον Γεώργιο πατέρα του δημάρχου, τον Αριστομένη και τον Παυσανία. Διετέλεσε για πολλά χρόνια έφορος και ταμίας των σχολείων της πόλης. Επειδή «εγένετο πολυειδώς ωφέλιμος» στην κοινότητα με τις πολλές αγαθοεργίες και δωρεές που έκανε, το 1852 αναγορεύτηκε «πρωτέδικτος» της πόλης.

Μεταξύ των άλλων μεγάλων δωρεών, χάρισε στην κοινότητα το αλώνι του στα Μισχιάθ’κα, τη σημερινή πλατεία Λασσάνη. Το σχετικό «Αφιερωτήριο» που υπογράφηκε παρουσία του τότε επισκόπου Ευγενίου αναφέρει:

«Ενώπιον της ημών Ταπεινότητος συνοδικώς προκαθημένης εν τη καθ’ αυτήν αγιωτάτη επισκοπή μετά των περί αυτήν εντιμοτάτων κληρικών και λοιπών χρησίμων προκρίτων της πολιτείας ταύτης παραστάς αυτοπροσώπως ο εντιμότατος κύριος Νικόλαος Γ. Αρμενούλης, είπε και ωμολόγησεν, ότι αυτοθελήτως και αυτοπροαιρέτως και εκ μόνης καλοκαγαθίας αυτού ορμώμενος αφιέρωσεν εις την Κοινότητα του μαχαλά Μεσχιάδικα το αγορασθέν πρό τινων ετών, παρά των κυρίων υιών Κων/νου Κουεμτζή, κείμενον αλώνιόν του εις τα Μεσχιάδικα, εκτός των πλακών τας οποίας θέλει μεταφέρη εις τον αυλαγάν του, εις λιθοστρωσίου άλλου αλωνίου του, ο τόπος ούτος, ο εις τα Μεσχιάδικα ευρισκόμενος να είνε υπό την επιτήρησιν της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου, ώστε και ο μαχαλάς να μη δύναται να τον εκποιήση, αλλά να μένη εις τον αιώνα τον άπαντα ως ευρίσκεται εις θεωρίαν και στολισμόν όλων των Κοζανιτών, εις την περί τούτων τοίνυν ένδειξιν εξεδόθη και το παρόν της καθ’ ημάς ιεράς αυλής γράμμα βεβαιωμένον τη ιδιοχείρω αυτού υπογραφή μεμαρτυρημένον ταις μαρτυρίαις των υποφαινομένων αξιοπίστων μαρτύρων προσωποβεβαιομένων τη ημετέρα επιβεβαιώσει, και έστω εις αφ’ ενδεικτικόν.

1855 Ιουλίου 28 Κοζάνη

Νικόλαος Γ. Αρμενούλης

Το «Αφιερωτήριο» αυτό έγγραφο βρίσκεται στον Κώδικα αλληλογραφίας 1850-1862, αρ. κωδ. 39, σ. 94.

Σήμερα την προσφορά του βαρόνου Νικολάου Αρμενούλη και του δημάρχου εγγονού του στην πόλη τους, την πόλη μας, θυμίζει ο δρόμος που περνάει μπροστά από το ιστορικό εκείνο σπίτι τους και φέρει το όνομά τους: οδός Νικολάου Αρμενούλη.

Το 1822, όταν ο καταστροφέας της Νάουσας Αμπαλαμπούτ πασάς εξεστράτευσε εναντίον της Κοζάνης, μόλις πληροφορήθηκε ότι οι Κοζανίτες είχαν περιθάλψει και σώσει φυγάδες Ναουσαίους, μπήκε με συνοδεία στην πόλη όπου και «κατέλυσε εις τον οίκον Νικολάου Αρμενούλη». Εκεί έγιναν όλες οι δραματικές διαπραγματεύσεις που οδήγησαν στη λύτρωση της πόλης, χάρη στα προσκομισθέντα πολύτιμα δώρα και την αγχίνοια του επισκόπου Βενιαμίν και των προκρίτων.

Τον Μάιο του 1854, όταν στίφη Κούρδων κατέλαβαν την πόλη και απειλούσαν να σκοτώσουν τους κατοίκους, έδειραν άσπλαχνα τον πρόκριτο Νικόλαο Αρμενούλη, που προσπάθησε να εμποδίσει την καταστροφή.

Ο εξαίρετος αυτός πατριώτης πέθανε στην Κοζάνη τον Φεβρουάριο του 1874, την ίδια χρονιά που γεννήθηκε ο δήμαρχος εγγονός του. Στην επιτύμβια πλάκα που τοποθετήθηκε πάνω από τον τάφο του ήταν γραμμένα τα εξής:

«Διαβάτα,

Κράτησον τα βήματά σου μη κινείσαι

ίδε τον παρόντα τύμβον και εννόησον τις είσαι.

Γέρων ογδοηκοντούτης ώδε κείμαι εν αναπαύσει

εν χειρί Θεού Υψίστου εν τη Ουρανία λάμψει.

Ο Νικόλαος εκείνος Αρμενούλης, την πατρίδα

εκ Κοζάνης, ο την πάσαν διατρέξας την βαθμίδα

πλούτου και του εναντίου, άπερ πάντων απαθεία

έφερον προσηλωμένος εν τη του Θεού Προνοία.

Συνετάραξαν δύο μόνον την εμήν ευδαιμονίαν

θάνατος των δύο τέκνων και σκληρά αποδημία.

Ταύτα μ’ έφερον εντaύθα πλην τοιαύτη η ανθρωπότης

δεινοπάθεια και λύπη και αυτόχρημα αθλιότης

Ανεπαύθη εν Κυρίω τη 12 Φεβρουαρίου 1874»

Η επιτύμβια αυτή πλάκα διαστάσεων 112Χ70 εκ., που δεν σώζεται σήμερα, βρισκόταν στην εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου στο παρεκκλήσι του Ταξιάρχου Μιχαήλ. Το κείμενο αντέγραψε από εκεί ο αείμνηστος ιερέας του Αγίου Κωνσταντίνου Παπαπασχάλης Παναγιώτου, ο οποίος και το παρέδωσε στην οικογένεια της Κατίνας Ν. Αρμενούλη μαζί με κάποιες ιδιόχειρες παρατηρήσεις και εικασίες του που αφορούν τον θάνατο των παιδιών που αναφέρει το κείμενο.

Δεν είναι λοιπόν παράξενο ούτε τυχαίο το γεγονός ότι ο δήμαρχος Νικόλαος Αρμενούλης, το ιστορικό και μοιραίο για την πατρίδα μας εκείνο βράδυ της 10ης προς 11η Οκτωβρίου του 1912, έκανε στο ακέραιο το καθήκον του, χωρίς να λογαριάσει ούτε τον εαυτό του, ούτε την οικογένειά του, ούτε τις πιθανές επιπτώσεις και συνέπειες. Το παρελθόν των προγόνων του, οι καταβολές και το παράδειγμα των παππούδων και των προπάππων του δεν του άφηναν πολλά περιθώρια σκέψης. Κάθε χρόνο, τέτοιες μέρες, τον βλέπω μπροστά μου ήρεμο και αποφασιστικό, ξαναμμένο όχι από τον πυρετό που τον έλιωνε, αλλά από την εσωτερική φλόγα που του κατέκαιε το στήθος, να προχωρεί μέσα στην κρύα φθινοπωρινή νύχτα με βήματα αργά, αλλά σταθερά για να συναντήσει τη μοίρα του.

Οκτώβριος 2001

ΜΙΜΗ ΠΑΠΑΔΕΛΗ-ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ»