Χορέψτε νιοί, χορέψτε νιές,

παπούτσια μη λυπάστε,

μόνο να ξαποσταίνετε,

τη νύχτα όταν κοιμάστε.

Δεν υπάρχει ίσως πιο χαρακτηριστικό τετράστιχο που να δείχνει με τον πιο παραστατικό τρόπο τη γιορταστική, χαρούμενη ατμόσφαιρα που επικρατεί στην Κοζάνη τις μέρες και κυρίως τις νύχτες της Αποκριάς.

Το γενικό ξεφάντωμα μικρών και μεγάλων, που ξεκινάει την Τσικνοπέμπτη και τελειώνει την Καθαρή Δευτέρα με την πατροπαράδοτη φασολάδα στου Σ΄μάθκου, στο Κουρί, στους Κασμιρτζήδις και στις άλλες όμορφες εξοχές, κυριαρχεί στη γενέτειρά μας όλες αυτές τις μέρες.

Ατέλειωτες οι παρέες των μασκαρεμένων μικρών και μεγάλων, που με συνοδεία τα «όργανα», περιδιαβαίνουν κάθε βράδυ στις γειτονιές χορεύοντας και τραγουδώντας. Αμέτρητα τα κέντρα διασκεδάσεως που, ιδιαίτερα τις μέρες αυτές, γεμίζουν ασφυκτικά από ανθρώπους κάθε ηλικίας που γλεντούν με την ψυχή τους.

Κοζάνη, δεκαετία του ’60, κινηματοθέατρο «Ολύμπιο». Από την εποχή που πρωτοκτίστηκε ο γνωστός κινηματογράφος, κάθε χρόνο την εποχή εκείνη στη διάρκεια της Αποκριάς μεταμορφωνόταν σε κέντρο διασκεδάσεως. Τρελό ξεφάντωμα κάθε βράδυ, ατέλειωτο το γλέντι, σωρός οι σερπαντίνες και τα κομφετί, κατάμεστος από χαρούμενους γλεντζέδες ο τεράστιος χώρος, ο μεγαλύτερος που διέθετε τότε η Κοζάνη γι’ αυτόν τον σκοπό, αδιαχώρητο στην πίστα. Η παρουσία όμως μαθητών των γυμνασίων σ’ αυτούς τους χώρους της διασκέδασης και η συμμετοχή τους σ’ αυτό το ξέφρενο πανηγύρι ήταν πράγματα απαγορευμένα. Η παράβαση των κανονισμών είχε άμεσο αντίκτυπο την αυστηρή τιμωρία. Μόνη διέξοδος λοιπόν η μεταμφίεση.

1961, το Σαββατόβραδο της μεγάλης Αποκριάς μια μικρή φιλική παρέα συμμαθητών και συμμαθητριών αποφασίσαμε να τολμήσουμε. Με πρόχειρες αποκριάτικες φορεσιές, που δημιουργήσαμε ανακαλύπτοντας κρυμμένους ξεχασμένους «θησαυρούς» μέσα στα παλιά μπαούλα και στις φθαρμένες απ’ τα χρόνια κασέλες, γελώντας και ανταλλάσοντας αστεία και πειράγματα «εισβάλαμε» στον απαγορευμένο χώρο, τον μαγικό και ονειρεμένο.

Τα πρόσωπά μας σκεπασμένα επιμελώς, κρυμμένα πίσω από μάσκες και μαντίλια για τον φόβο της πιθανής αναγνώρισης. Η αναπνοή μας δύσκολη, που γινόταν ακόμη πιο γρήγορη και βιαστική από τους ξέφρενους ρυθμούς του ροκ και του τσα τσα που ακατάπαυστα χορεύαμε. Ακόμη και σήμερα αναρωτιέμαι κι απορώ πώς αντέξαμε εκείνο το ασφυκτικό κουκούλωμα και δεν πάθαμε ασφυξία. Εκείνο το αξέχαστο, αλησμόνητο βράδυ στο «Ολύμπιο» βγάλαμε το άχτι μας για όλα τα προηγούμενα που είχαμε χάσει. Η φλόγα της εφηβείας και το αίμα μας που έβραζε, μας έκαναν να μην σταματήσουμε για ώρες το γλέντι και τον χορό.

Η χαρούμενη αποκριάτικη ατμόσφαιρα, η ορχήστρα που έπαιζε αδιάκοπα τους ξέφρενους χορευτικούς ρυθμούς της με το «έντεκα» να κυριαρχεί, η αφόρητη ζέστη και το στριμωξίδι στη μεγάλη πίστα του κέντρου και κυρίως η αγωνία μήπως και κάποιος μας αναγνωρίσει και μας προδώσει, ζωντανεύουν κάθε φορά τις Αποκριές και ξανάρχονται στον νου με νοσταλγία.

Πολλές Αποκριές έχουν περάσει από τότε, οι πιο πολλές γεμάτες με κέφι, γλέντια και χορούς, διασκεδάσεις σε χώρους πολύ πιο όμορφους και πλούσιους από το «Ολύμπιο» και φυσικά χωρίς τα καρδιοχτύπια εκείνης της υπέροχης βραδιάς. Όμως στη μνήμη μου εκείνο το Σαββατόβραδο της Αποκριάς του ’61, η απόδραση από τα πρέπει και τους περιορισμούς της μαθητικής μας ζωής, έχει πάντα μια θέση ξεχωριστή στη μνήμη και στις αναμνήσεις μου. Μια τρυφερότητα και μια γλυκιά θλίψη με πλημμυρίζουν κάθε φορά, καθώς θυμάμαι εκείνη τη μοναδική ίσως «ανυπακοή» μου στους αυστηρούς κανόνες του σχολείου.

Μιμή Παπαδέλη-Παπαναστασίου

Εφημερίδα «Φανός», 2005