Γιορτή της Μητέρας σήμερα και ο νους μας πετάει αναπόφευκτα στα περασμένα, στις γυναίκες που γνώρισε ο καθένας μας και που άφησαν το ανεξίτηλο αποτύπωμα τους στη ζωή μας και που δυστυχώς δεν είναι πια κοντά μας, μας αποχαιρέτησαν για πάντα.

Μέρα Γιορτής και τιμής η σημερινή για όλες τις μάνες του κόσμου, βιολογικές και μη, που σ’ όλη τους τη ζωή νοιάζονται για τα παιδιά, φυσικά τους ή παιδιά συγγενών τους αλλά και για όλα τα παιδιά του κόσμου, που έχουν ανάγκη από ένα χάδι, ένα καλό λόγο, μια θερμή αγκαλιά.
Τρεις οι μάνες που γνώρισα από τα μικράτα μου και οι οποίες στάθηκαν σα πραγματικές μάνες σε δικά τους παιδιά και σε άλλα, με τα οποία συνδέονταν με δεσμούς αίματος ή μη:

1) Η θειά η Σάννα τ’ Τόλη, συγγενής του παππού μου Νίκου Νικολάου, από τη μεριά της μάνας μου. Χωρίς να είναι η βιολογική του μάνα, ήταν αδελφή του πατέρα του, Στέργιου Στεργίου ή Κουλούσια, στάθηκε δυο φορές σαν πραγματική μάνα στην οικογένεια του. Την πρώτη, όταν σκοτώθηκε ο πατέρας του παππού μου, κάλφας ονομαστός στο επάγγελμα, κατά την κατασκευή του Βακούφκου στη Βάντσα, νεαρή κοπέλα η θειά Σάννα τότε στάθηκε σα δεύτερη μάνα στα δυο ορφανά ανίψια της, στον παππού μου και στον μικρότερο του αδελφό Στέργιο. Τη δεύτερη, όταν 30 χρόνια μετά, στον βομβαρδισμό της Κοζάνης από τους Γερμανούς τον Απρίλιο 1941, σκοτώθηκε η γυναίκα του παππού μου, η γιαγιά μου Ελένη, μαζί με τον πατέρα της Γίτσιο και τη μάνα της Τσιτσιά, η θειά Σάννα ήταν αυτή που μάζεψε πάλι κοντά της και φρόντισε τα δυο ορφανά παιδιά του παππού μου, τη μάνα μου Ευδοκία 7 ετών και το θειό μου Στέργιο, βρέφος μόλις ενός έτους , μέχρι να γυρίσει ο μόνος επιζών της οικογενείας, ο πατέρας τους και παππούς μου από το Αλβανικό Μέτωπο. Για την οικογένεια της μάνας μου η θειά Σάννα παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής της η «Μάνα» μας. Μια «μάνα», γεμάτη καλοσύνη όχι μόνο σε δικά της πρόσωπα αλλά και σε ανθρώπους παραέξω . Μια αληθινή «μάνα» για πολλούς, συγγενείς και μη.

2) Η γιαγιά μου η Φώτω, δεύτερη γυναίκα του παππού μου, δεν απέκτησε δικά της παιδιά. Ωστόσο, αν και θετή τους μητέρα, μεγάλωσε και τα δυο παιδιά του παππού μου, τη μάνα μου και το θείο μου με περίσσεια αγάπη, σα νάταν δικά της παιδιά. Πρόσφερε πάντα μια μεγάλη αγκαλιά και φροντίδα και στα 8 εγγόνια της και περισσότερο σε μένα, που έφερα και τόνομα της. Τα αισθήματα αυτά συνεχίστηκαν και στα δισέγγονα, όσα πρόλαβε. Παραστάθηκε σαν μάνα καλή και την παρακόρη της Τασούλα, ορφανή και από τους δυο γονείς της. Νοιαζόταν γι’ αυτήν και τους δικούς της ακόμα κι όταν την καλοπάντρεψε.

3) Τέλος, η μάνα μου, η Ευδοκία Νικολάου, η προσωποποίηση της καλοσύνης και της απλοχεριάς. Θυσία για όλους. Όχι μόνο για τα 4 παιδιά της αλλά και για πολλούς άλλους. Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση που θυμάμαι από τα παιδικά μου χρόνια ήταν η Ευτυχία. Ένα ορφανό πλάσμα, από χωριό, που γύριζε στους δρόμους μ’ ένα μπογαλάκι στον ώμο, γεμάτο παλιοκούρελα. Σε μας ξαπόσταινε κάθε φορά για 3-4 μέρες, για να μοιραστεί μαζί μας το καθημερινό μας φαγητό- άλλο πλούσιο και άλλοτε λιτό, που με βίας μας έφθανε- να λουστεί, να πλυθεί και να κουρνιάσει μες στο καταχείμωνο σε μια γωνιά της ζεστής μας κουζίνας, με 4 παιδιά τριγύρω της, ολόκληρο μελισσολόι, ψιθυρίζοντας σε μένα, τη μεγαλύτερη, που και που, «να την αγαπάς τη μαμά σου και να μη τη στεναχωρείς, αγία γυναίκα. Αν δεν ήταν κι αυτή τι θάκανα, την έχω σαν μάνα, όταν έχω δυσκολίες πάντα σας έρχομαι. Με χαμόγελο με υποδέχεται , με χαμόγελο με ξεπροβοδά».
Μάνα σημαίνει αγάπη μέσα από την καρδιά μας χωρίς ανταλλάγματα, και όποιος έχει τέτοιο περίσσευμα μέσα του, «υιοθετεί» και φροντίζει όχι μόνο τα δικά του παιδιά μα και των αλλωνών, από όπου και αν αυτά προέρχονται. Σπάνια αισθήματα για την σύγχρονη εποχή μας, όπου επικρατεί η εσωστρέφεια, η εγωπάθεια, ο ρατσισμός, η ξενοφοβία.