Πηγή Οrthodoxia.info

Την περασμένη Τετάρτη, 6 Ιουνίου 2018, η αρμόδια 7μελής Εξεταστική Επιτροπή, ενέκρινε και βαθμολόγησε με άριστα μετά διακρίσεως την διατριβή που υποστήριξε ο κ. Παναγιώτης Φίτζιος και η οποία έχει ως θέμα την προσωπικότητα, τη ζωή το έργο και τη δράση ενός Μητροπολίτη που κινήθηκε πέρα από τα συνηθισμένα. Ενός Μητροπολίτη ο οποίος κατά την περίοδο της Κατοχής της χώρα μας από τους Γερμανούς δραστηριοποιήθηκε ενεργά στο χώρο της Αριστεράς, εντασσόμενος στο ΕΑΜ και συμμετέχοντας το 1943 στη σύνθεση της Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ) του ΕΑΜ, της αποκληθείσης ως «κυβέρνησης του βουνού» που έδρευε στις Κορυσχάδες Ευρυτανίας. Ο τίτλος της διατριβής: «Μητροπολίτης Κοζάνης Ιωακείμ Αποστολίδης. Η ζωή, η δράση του και η εν γένει προσφορά του».

Την επταμελή εξεταστική επιτροπή απετέλεσαν οι καθηγητές: Διονύσιος Βαλαής, αναπληρωτής καθηγητής του Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ (πρόεδρος και επιβλέπων καθηγητής), Μητροπολίτης Αρκαλοχωρίου,Καστελλίου και Βιάννου Ανδρέας Νανάκης, καθηγητής του Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ (ο οποίος ήταν ο αρχικός επιβλέπων της διατριβής μέχρι της αιτήσεως μετακινήσεώς του στο Τμήμα Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας του ΑΠΘ), Χρήστος Αραμπατζής, καθηγητής του Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ, Μιχαήλ Τρίτος, καθηγητής του Τμήματος Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας ΑΠΘ, Βασίλειος Κουκουσάς, καθηγητής του Τμήματος Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας ΑΠΘ, Ιωάννης Μπάκας, επίκουρος καθηγητής, του Τμήματος Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας ΑΠΘ και Αντωνία Κυριατζή, επίκουρη καθηγήτρια του Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ. Όπως ήδη προαναφέρθηκε η διατριβή εγκρίθηκε και βαθμολογήθηκε με άριστα 10 μετά διακρίσεως.

Η ΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ

Η έρευνα του ήδη διδάκτορος του Τμήματος Θεολογίας κ. Παν. Φίτζιου, διαρθρώνεται σε εννέα κεφάλαια. Στο πρώτο κεφάλαιο διερευνώνται η καταγωγή και η εκπαιδευτική πορεία του Ιωακείμ Αποστολίδη και αναδεικνύονται νέα στοιχεία. Το δεύτερο αναφέρεται στη σταδιοδρομία του στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, στα καθήκοντα και την επιστολογραφία που διατηρούσε με βάση τα αρχεία της Κοβεντάρειου Δημοτικής Βιβλιοθήκης Κοζάνης (ΚΔΒΚ). Στο τρίτο κεφάλαιο εξετάζεται η διακονία του ως μητροπολίτη Μετρών και Αθύρων με ιδιαίτερες αναφορές στην εκλογή (26-4-1914), την οργάνωση της Μητρόπολης, στο ρόλο του κατά τη διάρκεια της εκλογής του Μελέτιου Μεταξάκη ως Πατριάρχη, στη Συνοδική δραστηριότητα, εστιάζοντας το ερευνητικό ενδιαφέρον στην εμπλοκή του στην επιχείρηση κατάληψης της Κων/πολης από τον Ελληνικό Στρατό ως πολιτική πίεση και τη σωτηρία του, λόγω της καταδίκης του σε θάνατο από το επαναστατικό δικαστήριο της Άγκυρας, μέσω Κων/πολης στον Πειραιά, αποσαφηνίζοντας από τα αρχεία του ΥΠΕΞ την πραγματικότητα. Στο τέταρτο, διερευνάται βάσει των πηγών η περίοδος της πρώτης αρχιερατείας του στην Ιερά Μητρόπολη Σερβίων και Κοζάνης (ΙΜΣΚ) που περιλαμβάνει την εκλογή (27-3-1923), την εγκατάλειψη της έδρας και τη δραστηριότητά του στις ΗΠΑ, τις αντιδράσεις που προκάλεσε, καθώς και την επάνοδο στην Κοζάνη.Το πέμπτο κεφάλαιο αναφέρεται, μέσω των διαθέσιμων αρχείων, στην εκλογή (17-4-1926) στη Μητρόπολη Αυστραλίας, στις προκληθείσες αντιδράσεις από την ελληνική κυβέρνηση, το προσφυγικό στοιχείο και τη βενιζελική παράταξη του Ν. Κοζάνης, που οδήγησαν στην ανάκληση της απόφασης. Στο έκτο παρουσιάζεται η β΄ αρχιερατεία του στην ΙΜΣΚ και περιλαμβάνει την αποκατάστασή του (15-3-1927) και την οργάνωση της εκκλησιαστικής επαρχίας, τη συμμετοχή στη λύση του ζητήματος των «Νέων Χωρών», τις σχέσεις του με τους πολιτικούς και την πολιτική κατάσταση, τις απόπειρες επέκτασης των ορίων της ΙΜΣΚ, τις παρεμβάσεις και τις προτάσεις για τα πολιτικά, εκπαιδευτικά και κοινωνικά ζητήματα και τη δραστηριότητά του ως Συνοδικού στην Εκκλησία της Ελλάδος.

ΙΩΑΚΕΙΜ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ

Το έβδομο κεφάλαιο εξετάζει την περίοδο της Κατοχής και τη συμμετοχή του Ιωακείμ στην Εθνική Αντίσταση. Διερευνά τις διεργασίες, που τον οδήγησαν στην ένταξη στο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και μετέπειτα στην έξοδο προς το βουνό, τη δραστηριότητά του στις ελεύθερες περιοχές με εστιασμο στο Ιερατικό Συνέδριο του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Ακόμη τη συμμετοχή του στο Εθνικό Συμβούλιο της ΠΕΕΑ (πολιτικής επιτροπής εθνικής απελευθέρωσης του ΕΑΜ), με έμφαση στο Γραφείο του «Πνευματικού Αρχηγού του ΕΑΜ» (που ως τέτοιος εθεωρείτο ο Ιωακείμ), την παρουσία του στην απελευθερωμένη Θεσσαλονίκη και την επάνοδο του στην Κοζάνη που συνοδεύτηκε με τις επιθέσεις του ΕΛΑΣ στα αντίθετα χωριά. Το όγδοο πραγματεύεται τις διώξεις των ιεραρχών του ΕΑΜ από την έκπτωση έως την καθαίρεση. Εξετάζει την πορεία προς την έκπτωση του Ιωακείμ και τις αντιδράσεις που προκάλεσε η απόφαση, την πολιτική δραστηριότητα, καθώς και τη χρήση άρθρου του Ιωακείμ από τον Βισίνσκυ κατά τη συζήτηση στον ΟΗΕ για το ελληνικό ζήτημα.

Διερευνά επίσης την καθαίρεση, τις προτάσεις για τη λήξη του εμφυλίου, τη συμμετοχή στα ειρηνικά κινήματα και τα πολιτικά δρώμενα, και τη μετατροπή της ποινής σε έκπτωση. Το ένατο αναφέρεται στην εκδημία του Ιωακείμ και περιλαμβάνει τη διάθεση της περιουσίας του, μέσω διαθήκης και την επίσημη αποκατάστασή του από την Πολιτεία και την Εκκλησία της Ελλάδος. Στο τελευταίο τµήµα της διατριβής αντί επιλόγου, αναφέρονται καταληκτικά ορισμένες συμπερασματικές επισημάνσεις, καθώς και παρατηρήσεις γενικότερου χαρακτήρα που προέκυψαν από την προηγηθείσα ανάλυση. Στο παράρτημα παρατίθενται έγγραφα, όπως τα υπομνήματα εκλογής, η διαθήκη, η έκκληση, τηλεγραφήματα, διαταγές και φωτογραφικό υλικό.

Όπως σημειώνεται σχετικώς στην διατριβή, ο Ιωακείμ ήταν γέννημα και αυθεντικό τέκνο του κλίματος του Πατριάρχη Ιωακείμ του Γ΄. Ως μαθητής στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης είχε διαποτιστεί στο έπακρο από τις αγωνίες και τα οράματα της Πατριαρχικής αυλής. Υπήρξε μια καίρια και ζωτική παράμετρος που διαμόρφωσε την προσωπικότητά του. Στις 26-4-1914 εκλέχθηκε μητροπολίτης Μετρών και Αθύρων και προσπάθησε να συγκρατήσει τον ελληνικό πληθυσμό στις εστίες του, λόγω των διώξεων των Τούρκων. Οργάνωσε εκκλησιαστικά, διοικητικά και εκπαιδευτικά τη Μητρόπολη, ενώ βοήθησε ομάδες Ελλήνων ανταρτών και τον Ελληνικό Στρατό. Συμμετείχε ενεργά στην εκλογή ως Πατριάρχη του Μελετίου Μεταξάκη και θεωρούσε ότι ήταν σημαιοφόρος της εκλογής. Διατέλεσε Συνοδικός και μέλος πολλών επιτροπών του Πατριαρχείου. Για τη δραστηριότητά του, υπέρ των ελληνικών συμφερόντων, καταδικάστηκε σε θάνατο από το Δικαστήριο της Ανεξαρτησίας στην Άγκυρα. Φυγαδεύτηκε στον Πειραιά με μεθοδευμένες ενέργειες του Πατριάρχη Μελετίου και τη συνεργασία των Συμμάχων. Εκλέχθηκε μητροπολίτης Κοζάνης και Σερβίων (27-3-1923), αλλά ασφυκτιούσε στην επαρχιακή πόλη, παρά τον πολυπληθή αριθμό των προσφύγων. Είχε ως στόχο τη Μητρόπολη της Θεσσαλονίκης και πολύ αργότερα τον αρχιεπισκοπικό θρόνο. Εγκατέλειψε την Κοζάνη αυθαίρετα και αφού συναντήθηκε στο Παρίσι με τον Ελευθέριο Βενιζέλο μετέβη στις ΗΠΑ. Έπειτα από προειδοποιητικά τηλεγραφήματα του Πατριαρχείου, επέστρεψε στην Κοζάνη και με περιοδείες, σύσταση Ιερατικού συνδέσμου, χειροτονίες ιερέων, συμμετοχή σε διάφορες εκδηλώσεις όπου εκθείαζε το έργο της επαναστατικής κυβέρνησης έδειξε το στίγμα των προθέσεών του. Βέβαια οι ενέργειές του, προκάλεσαν την αντίδραση των βασιλικών που προσπάθησαν να τον πλήξουν με αρνητικά δημοσιεύματα για την προσωπική του ζωή. Εκλέχθηκε μητροπολίτης Αυστραλίας, αλλά ενώ αρχικά δήλωσε στρατιώτης της Εκκλησίας, αρνήθηκε την τοποθέτηση και ήρθε σε διένεξη με το Πατριαρχείο. Με την έντονη υποστήριξη της ελληνικής κυβέρνησης επανήλθε στην Κοζάνη.

Προκαλούσε με τις απόψεις του. Η πρότασή του για τον τρόπο διδασκαλίας του μαθήματος των Θρησκευτικών επέφερε πολλαπλές αντιδράσεις και την καταδίκη του από την Ι. Σύνοδο της Ελλάδος. Η έκκληση, στην οποία περιέγραφε τα προβλήματα του λαού της Δυτ. Μακεδονίας θεωρήθηκε πράξη αντίστασης στη δικτατορία του Μεταξά και του στοίχισε εξάμηνη εξορία στο Άγιον Όρος. Έδειξε την κλίση του στον πολιτικό στίβο, ως ένθερμος βενιζελικός και ειδικά την περίοδο της μεγάλης τετραετίας του Βενιζέλου (1928-1932), κατά την οποία με άρθρα υπερασπιζόταν το έργο της κυβέρνησής του.

Φαίνεται ότι ποτέ δεν έπαυσε να πιστεύει ότι ήταν ιεράρχης του Οικουμενικού Πατριαρχείου και έτσι «πολιτεύθηκε» κατά τα πρώτα χρόνια της Κατοχής. Ήταν αδιαμφισβήτητος ηγέτης της Κοζάνης πρώτα και της Δυτ. Μακεδονίας αργότερα. Βρέθηκε σε μια εποχή όπου διαδραματίσθηκαν έντονα οι ιδεολογικές ανακατατάξεις. Το δίπολο βενιζελικοί – βασιλικοί κατέρρευσε και αντικαταστάθηκε με το δημοκρατικοί (αριστεροί) – συντηρητικοί (δεξιοί). Στις προκλήσεις των καιρών εντάχθηκε στο ΕΑΜ, διότι πίστευε ότι έπρεπε να απελευθερωθεί ο τόπος πρώτα με ένοπλο αγώνα και μετέπειτα να αλλάξει ριζικά η ελληνική πολιτική σκηνή και η κοινωνία. Ο Ιωακείμ ανήκε στους βενιζελικούς εκείνους που εντάχθηκαν στο ΕΑΜ με την πεποίθηση ότι θα μπορούσε να μεταστρέψει το ΚΚΕ σε αστικό κόμμα και να περιορίσει την επιρροή του. Πίεσε ασφυκτικά τους αξιωματικούς στην Κοζάνη να συνεργαστούν με το ΕΑΜ και να ανέλθουν στο βουνό, ενώ απέστειλε τηλεγράφημα στο Κάιρο ζητώντας όπλα. Η ηγεσία του ΕΑΜ εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο την ιδιότητά του ως μητροπολίτη και το κύρος του αξιώματός του στον απλό λαό και στην αστική τάξη. Χρησιμοποιήθηκε ως φράκτης για την προπαγάνδα του αντικομμουνισμού. Ήταν η έξωθεν καλή μαρτυρία του ΕΑΜ, αλλά συχνά οι ηγέτες του ενοχλούνταν από τις ξεκάθαρες και δίχως ασάφειες πολιτικές ομιλίες του. Όπως και για τις θέσεις του στα εθνικά ζητήματα. Διακριτικά τον περιόρισαν μακριά από τα κέντρα των αποφάσεων και των ηγετικών θέσεων. Τον περιέφεραν όμως σε κάθε επίσημη εκδήλωση (συνέδρια, συσκέψεις, συγκεντρώσεις) δίχως να του αποδώσουν το αξίωμα του υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, που ο ίδιος είχε ζητήσει, αλλά τον έχρισαν τιμητικά αντιπρόεδρο του Εθνικού Συμβουλίου της ΠΕΕΑ. Έφερε τον τίτλο του «Πνευματικού Αρχηγού» και επικοινωνούσε ως «αρχιεπίσκοπος των ελεύθερων περιοχών» με εγκυκλίους και επιστολές με τους αντάρτες και τον λαό.

Η ΚΑΘΑΙΡΕΣΗ – ΕΚΠΤΩΣΗ (1945) ΚΑΙ Η ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ (1957, 2000)

Μετά τη λήξη των Δεκεμβριανών και τη συμφωνία της Βάρκιζας προσήλθε για την υποδοχή του Δαμασκηνού στη Θεσσαλονίκη, όπου τέθηκε σε περιορισμό στη Μονή Βλατάδων. Θα υποστεί πρώτα την έκπτωση και κατόπιν την καθαίρεση από το μητροπολιτικό θρόνο (1945), με αποφάσεις του Συνοδικού Δικαστηρίου σε μια εποχή έντονων αντιπαραθέσεων και κομματικών παθών στην ελληνική κοινωνία. Θα αντιδράσει με συνεντεύξεις, ομιλίες, επιστολές, διαβήματα και θα καταγγείλει τον πρόεδρο του Συνοδικού Δικαστηρίου Ιωαννίνων Σπυρίδωνα ως Ιούδα και προδότη. Αγωνιστής μέχρι το τέλος και ταυτισμένος με τα Εαμικά κόμματα προσπάθησε με προτάσεις στον πρωθυπουργό Σοφούλη να δοθεί τέλος στο δράμα του εμφυλίου. Προσπάθησε για την κατάπαυση του εμφυλίου με προτάσεις προς τον πρωθυπουργό Σοφούλη. Συμμετείχε στα ειρηνικά κινήματα και μεταστράφηκε σε υποστηρικτή του Τίτο, όπως και πολλοί άλλοι πρώην βενιζελικοί, λόγω της αποστασιοποίησής του από τον Στάλιν και την εφαρμογή εθνικής πολιτικής. Επίσης είχε ενεργό ρόλο στην πρωτοβουλία συγκρότησης ενιαίου κομματικού οργάνου των εαμογενών κομμάτων, προσπάθεια που πέτυχε με τη δημιουργία της ΕΔΑ. Δεν ήταν άνθρωπος της ησυχίας και της πνευματικής ζωής, όπως έδειξε με τη στάση του ο έτερος καταδικασμένος μητροπολίτης Ηλείας Αντώνιος. Έλκονταν από τις εκάστοτε προκλήσεις, προσπαθώντας να ισορροπήσει. Άλλοτε το κατάφερνε και άλλοτε παρασυρόταν. Υπερέβη τα εσκαμμένα της εκκλησιαστικής τάξης με την άνοδό του στο βουνό. Εάν παρέμενε στην Κοζάνη θα φορούσε το στεφάνι του εθνομάρτυρα ή θα μεταφερόταν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Γερμανία. Αποκαταστάθηκε ως πρώην μητροπολίτης Σερβίων και Κοζάνης το 1957, ενώ το 2000 πλήρως.

Στο επίλογο της διατριβής του ο κ. Φίτζιος, καταλήγοντας για την προσωπικότητα του Κοζάνης Ιωακείμ, αναφέρει συμπερασματικώς: «Εάν θέλαμε να τον χαρακτηρίσουμε με μία λέξη αβίαστα θα τον αποκαλούσαμε ανυπότακτο ακόμα και στον εαυτό του. Ακόμα και εάν δεν υπήρχε επανάσταση, εύρισκε αιτίες για να τη ξεκινήσει. Προσαρμοζόταν στις πολιτικές και κοινωνικές περιστάσεις με Φαναριώτικο αισθητήριο. Ήταν εκρηκτικός, αυθόρμητος και φανατικός υποστηρικτής των ιδεών του.

Θεωρείται καύχημα και λευκή σελίδα της Εκκλησίας από τους αριστερούς συγγραφείς, ενώ αντίθετα περιγράφεται με μελανά χρώματα από τους αντικομμουνιστές. Ελέγχεται και κατηγορείται για πράξεις και παραλείψεις. Επαινείται από όλους για την συμπεριφορά του από την πρώτη μέρα της Κατοχής έως την άνοδό του στο βουνό. Είχε φανατικούς εχθρούς και ελάχιστους φίλους. Τελικά ήταν πολιτικό ανάστημα με μήτρα τον Βενιζέλο, ενδεδυμένο όμως με αρχιερατικό μανδύα, τον οποίο δεν απέβαλε, εμποτισμένο με τα οράματα και τις αγωνίες του Πατριαρχικού περιβάλλοντος του Ιωακείμ Γ΄ και τους πολιτικούς προσανατολισμούς του Μελέτιου Μεταξάκη».

* Ο Χάρης Ανδρεόπουλος είναι θεολόγος καθηγητής Β/θμιας, Δρ. Εκκλησιαστικής Ιστορίας του ΑΠΘ ([email protected])

Πηγή Οrthodoxia.info