Για όσους συμμετέχουν ενεργά ή παρατηρούν από κοντά τη λειτουργία μαζικών πολιτικών χώρων (κόμματα, συνδικάτα, αυτοδιοικητικές παρατάξεις) είναι ξεκάθαρο ότι τα τελευταία χρόνια διαπιστώνεται μια αυξανόμενη κρίση αντιπροσώπευσης με τους πολίτες και κυρίως τους νέους να αποφεύγουν την κάθε είδους εμπλοκή εκφράζοντας από απλή δυσαρέσκεια εώς απέχθεια για τις θεσμικές αυτές μορφές λειτουργίας της δημοκρατίας. Οι πολίτες απομακρύνονται, όχι γιατί επιζητούν κάποιο άλλο χώρο που θα τους εκφράζει περισσότερο, αλλά γιατί αντιλαμβάνονται ότι η σημερινή δομή του πολιτικού συστήματος δεν τους δίνει χώρο έκφρασης με τις ελεγχόμενες, κατεστημένες, πυραμιδικές, μορφές εξουσίας.

Σε αυτό το πρόβλημα, δηλαδή στην ανάγκη συμμετοχής και πολιτικής έκφρασης, έρχεται να δώσει διέξοδο η ραγδαία αύξηση συμμετοχής και η προσαρμοστικότητα των social media, σύμφωνα με τον Δημήτρη Παπανικολόπουλο «το διαδίκτυο και οι νέες μορφές επικοινωνίας έχουν ήδη καταστήσει τη διαμεσολάβηση περιττή και μη επιθυμητή. Όλοι/ες επικοινωνούν μεταξύ τους, κοινωνικοποιούνται, ενημερώνονται, λένε την άποψή τους, κουβεντιάζουν (ή και ψηφίζουν ακόμα) αδιαμεσολάβητα, χωρίς να υφίστανται ούτε τις χρονοβόρες και βαρετές διαδικασίες των πολιτικών οργανώσεων ούτε τις τυπικές και άτυπες ιεραρχίες τους που τους καθιστούν μέλη δεύτερης κατηγορίας. Ο κόσμος του ιντερνετικού καφενείου βιώνεται ως μια απελευθερωτική εμπειρία, ύστερα από την οποία κανείς και καμιά δε θέλει να επιστρέψει στις ελεγχόμενες διαδικασίες των κομματικών ή πολιτικών οργανώσεων, όπου η φωνή τους χάνεται και ποτέ δεν φτάνει στο στόχο της, παρά μόνο ως αίσθηση ενός ενδιάμεσου στελέχους» επίσης αναφέρεται χαρακτηριστικά «κρίση αντιπροσώπευσης την εποχή του διαδικτύου δε σημαίνει λοιπόν ότι δε θέλω αυτόν για αντιπρόσωπο αλλά θέλω αυτήν. Σημαίνει ότι δε θέλω να με αντιπροσωπεύει κανένας. Θέλω να συμμετέχω αυτοπροσώπως σε οριζόντιες δομές» (Εφημερίδα Αυγή, «Ενθέματα» 2-4-2018).

Με δεδομένη επομένως την ανάγκη αλλαγής των όρων του παιχνιδιού μήπως έφτασε η ώρα να παίξουμε περισσότερο συμμετοχικά και αμεσοδημοκρατικά έτσι ώστε να μπουν στο παιχνίδι τόσοι και τόσοι που σήμερα νιώθουν αποκλεισμένοι από τις πολιτικές – κομματικές – αυτοδιοικητικές κάστες; Και αν στην κεντρική πολιτική σκηνή η εμπλοκή μέσα από τα κόμματα είναι ακόμη απωθητική, μπορεί η αλλαγή των δεδομένων μέσω του νόμου «Κλεισθένης Ι», που πολύ σύντομα θα εισαχθεί στη βουλή προς ψήφιση, να δώσει την ευκαιρία που ψάχνουν αρκετοί για ενεργή και ουσιαστική συμμετοχή στα κοινά χωρίς όρους ανάθεσης σε «ειδικούς»; Και σε τελική ανάλυση μήπως η αντίδραση των κατεστημένων αυτοδιοικητικών δυνάμεων προς τον «Κλεισθένη Ι» αποτελεί ένδειξη πως κάτι πολύ ενδιαφέρον και ενδεχομένως ανατρεπτικό κυοφορείται;

Ο «Κλεισθένης Ι» περιέχει πολλές και ενδιαφέρουσες αλλαγές χωρίς όμως να δίνει λύση σε όλα τα προβλήματα της αυτοδιοίκησης, και λόγω συνταγματικών κωλυμάτων. Οι αλλαγές που κινούνται προς την κατεύθυνση ενίσχυσης της αντιπροσώπευσης και θα εφαρμοστούν σε ένα χρόνο στις επόμενες αυτοδιοικητικές εκλογές είναι κατά βάση οι παρακάτω:

  • Σε κοινότητες με πληθυσμό εώς 500 κατοίκους (πρόταση για 300) θα εκλέγεται πρόεδρος μέσω ενιαίου ψηφοδελτίου. Πρόκειται για μια απλοποίηση της διαδικασίας για τις μικρές κοινότητες που διευκολύνει τους πολίτες να επιλέξουν πρόσωπα ευρύτερης αποδοχής ως προέδρους για τη ρύθμιση των τοπικών θεμάτων. Για κοινότητες άνω των 500 κατοίκων προβλέπεται η δυνατότητα ξεχωριστών συνδυασμών που δεν θα σχετίζονται με τις κεντρικές παρατάξεις και τους υποψήφιους δημάρχους, παύει επομένως η δέσμευση της ψήφου (ίδια παράταξη τοπικά και κεντρικά) για τους κατοίκους των κοινοτήτων ενώ συγχρόνως απελευθερώνεται όποιος επιθυμεί να είναι υποψήφιος στον τόπο του να το πράξει χωρίς να είναι υποχρεωμένος να συμμετέχει σε κομματικά ή παραταξιακά ψηφοδέλτια.

  • Ο αριθμός των υποψηφίων ενός συνδυασμού θα είναι ίσος με το συνολικό αριθμό των μελών του οργάνου με προσαύξηση 10%, (πρόταση για 30%) αντί για 100% που ισχύει τώρα. Αυτό σημαίνει ότι είναι πολύ πιο εύκολη η συγκρότηση ψηφοδελτίου και η συμμετοχή στις εκλογές για ένα νέο συνδυασμό χωρίς γνωριμίες, διασυνδέσεις ή κομματικό μηχανισμό.

  • Σε κοινότητες άνω των 2.000 κατοίκων δίνεται η δυνατότητα συνέλευσης ανά συνοικία ή ενορία και ενισχύεται ο ρόλος των συνελεύσεων ειδικά σε ότι αφορά στην κοινωνική πολιτική του Δήμου ενώ ενεργοποιείται ο θεσμός των δημοψηφισμάτων και επεκτείνεται σε επίπεδο περιφέρειας. Με αυτό τον τρόπο ενδυναμώνεται η συμμετοχή των πολιτών για την αντιμετώπιση τοπικών θεμάτων και δημιουργούνται οι προϋποθέσεις διαλόγου στην κοινωνία αλλά και συνυπευθυνότητας για τις αποφάσεις.

  • Τέλος θεσπίζεται η απλή αναλογική ως το εκλογικό σύστημα διενέργειας των αυτοδιοικητικών εκλογών. Ως γνωστό σήμερα ο συνδυασμός του Δημάρχου-Περιφερειάρχη της δεύτερης Κυριακής παίρνει το 60% των εδρών του Δημοτικού ή Περιφερειακού Συμβουλίου, ένα παραμορφωτικό και καλπονοθευτικό σύστημα που δεν αντιπροσωπεύει τους πραγματικούς συσχετισμούς στις τοπικές κοινωνίες. Η απλή αναλογική έρχεται να αποκαταστήσει την τάξη και να αποδώσει «τα του καίσαρος τω καίσαρι», σύμφωνα με τη βούληση των πολιτών. Οι έδρες των δημοτικών-περιφερειακών συμβουλίων θα μοιράζονται σύμφωνα με τα ποσοστά του κάθε συνδυασμού την 1η Κυριακή ενώ ο δήμαρχος-περιφερειάρχης θα εκλέγεται τη 2η Κυριακή μετά από εκλογές μεταξύ των δύο πρώτων υποψηφίων και εφόσον δεν έχει κάποιος συνδυασμός πάρει το 50+1 % από την 1η Κυριακή (πρόταση για έμμεση εκλογή από τα συμβούλια που θα προκύψουν την 1η Κυριακή).

Είναι δυνατόν επομένως να μας φοβίζει η περισσότερη δημοκρατία; Είναι σίγουρο πως η εφαρμογή του συγκεκριμένου συστήματος αρχικά θα δημιουργήσει προβλήματα και αυτό γιατί ακόμη λείπει η σχετική τεχνογνωσία και η αντίστοιχη κουλτούρα συνεργασιών και προγραμματικών συμφωνιών, στοιχεία απαραίτητα για τη λειτουργία της απλής αναλογικής που όμως αναγκαστικά, λόγω των συνθηκών, θα αποκτηθούν γρήγορα και θα αποτελέσουν σημαντική εμπειρία για τις επόμενες βουλευτικές εκλογές που θα γίνουν με το ίδιο σύστημα. Κανείς όμως δεν μπορεί να αρνηθεί ότι η απλή αναλογική είναι το δικαιότερο εκλογικό σύστημα, βαθαίνει τη δημοκρατία, προωθεί τις συνεργασίες, τις προγραμματικές συγκλίσεις, τις συνθέσεις και τη διαφάνεια αφού ανοίγει τη διαδικασία σε μεγάλη γκάμα πολιτικών δυνάμεων ευνοώντας τη συμμετοχή. Με τις απαραίτητες ασφαλιστικές δικλείδες διασφάλισης της κυβερνησιμότητας μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά ενώ παράλληλα αυξάνει το ειδικό βάρος της ψήφου και της επιλογής των πολιτών με την πρόκληση να έγκειται περισσότερο στην απαιτούμενη ωριμότητα και υπευθυνότητα που πρέπει να δείξει το εκλογικό σώμα, άρα είναι στο χέρι όλων μας να το κάνουμε να δουλέψει προς όφελος των τοπικών κοινωνιών.

Εν κατακλείδι ο «Κλεισθένης Ι» σίγουρα κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση ειδικά σε ότι αφορά την κρίση αντιπροσώπευσης και την ενίσχυση της δημοκρατίας και μπορεί να συμβάλει σημαντικά στην αύξηση των ευαισθητοποιημένων για τα κοινά, ενεργών, δημοκρατικών, πολιτών δίνοντας νέα πνοή στα πολιτικά δρώμενα.