Πάντα θα με ακολουθούν εκείνες οι Αυγουστιάτικες παιδικές μνήμες. Μνήμες γλυκές χαμένες στην αχλή του χρόνου, πάντα παρούσες όμως. Όλα αλλάζουν στην ζωή, εκτός από τις μνήμες μας. Το χωριό μου θάφθηκε από τις μπουλντόζες της ΔΕΗ χάριν του λιγνίτη, αλλά κανείς δεν μπορεί να μου κλέψει τις κιτρινισμένες φωτογραφίες του μυαλού μου και τα Αυγουστιάτικα φεγγάρια μου στην μεγάλη αυλή μας. Εκεί, στη μέση της Σαριγκιόλ, της Κίτρινης Λίμνης, που την αποξήραναν πριν από τον Πόλεμο για να στηθούν στην κοιλάδα της Κοζάνης τα χωριά των προσφύγων και αργότερα, όταν ανακαλύφθηκε ο πολύτιμος λιγνίτης, τα εργοστάσια της ΔΕΗ. Εγώ επιστρέφω συνεχώς στις χορταριασμένες αυλές και στα χαλάσματα .

Αύγουστος σήμαινε για μας καπνά και προσμονή για το πανηγύρι του Δεκαπενταύγουστου στο κοντινό κεφαλοχώρι, την Χαραυγή. Το σπάσιμο του καπνού όλο τον Αύγουστο κυριαρχούσε σε όλο το χωριό. Εκεί γύρω στις 3 τα ξημερώματα άκουγες φασαρία από ποδοβολητά αλόγων και γαϊδουριών, κοφίνια να φορτώνονται, φωνές γυναικών να ξυπνούν τα παιδιά και σε λίγο μικρές λάμπες στο σκοτάδι. Φορτώνονταν στα κάρα ή στα γαϊδούρια τα κοφίνια, οι λινάτσες και τα σακιά. Όσοι είχαν κάρα ήταν τυχεροί, εμείς είχαμε μόνον ένα γαϊδούρι .Οι χωμάτινοι δρόμοι του κάμπου γέμιζαν από ζωή και φωνές, εκεί στις 2 με τρεις τα ξημερώματα. Το σπάσιμο του καπνού ήταν πολύ δύσκολη δουλειά, την κάναμε όμως ακόμα και εμείς τα πολύ μικρά παιδιά. Πρώτο χέρι το έκαναν γονατιστοί σερνόμενοι ανάμεσα στα αυλάκια. Τα ματσάκια τα άφηναν κάτω στο χώμα και τα μάζευαν στο τέλος. Τις πρώτες ώρες επικρατούσε άκρα ησυχία, καθώς νύσταζαν και δεν είχαν όρεξη για πολλές κουβέντες. Με το πρώτο φως του ήλιου τα σπασμένα φύλλα γέμιζαν ήδη δυο-τρεις λινάτσες. Στις 10 η ώρα άδειαζε πια ο κάμπος και επέστρεφαν όλοι στο χωριό. Όλοι ήταν βουτηγμένοι στο «ζεχίρ»,αυτή την μαύρη κολλώδη πικρή ουσία που κολλούσε παντού στα χέρια, στα μαλλιά, στα γυμνά μέλη του σώματος.

Μετά το πρωινό φαγητό, λίγες ελιές, κανένα κρεμμύδι,τυρί ,άρχιζε το πέρασμα των καπνών σε αρμαθιές και στην συνέχεια το άπλωμά τους πάνω στις λιάστρες για να στεγνώσουν. Το βελόνιασμα ήταν πολύωρη και κοπιαστική εργασία που έφτανε μέχρι αργά το απόγευμα. Στην διάρκεια του βελονιάσματος γινόταν το κουτσομπολιό, ακούγανε ραδιόφωνο, συζητούσαν πολλά και διάφορα θέματα. Δεν ήταν λίγες οι φορές που κάναμε παζάρια με την μάνα μας για όσα επιθυμούσαμε να μας αγοράσει με το πούλημα των καπνών.

Τα φύλλα μαραίνονταν πολλές φορές και τα βρέχαμε με μπόλικο νερό για να μην κολάν μεταξύ τους. Τα δάχτυλα των χεριών ήταν βουτηγμένα στο ζεχίρ και χιλιοτρυπημένα από τιε μυτερές βελόνες που γέμιζαν και στην συνέχεια άδειαζαν στους σπάγκους-τις λεγόμενες αρμαθιές-και μετά τα κρεμούσαμε στις λιάστρες ή στα κρεβάτια για να στεγνώσουν.

Πολλές φορές τον Αύγουστο στο χωριό μας ξεσπούσαν μπουρίνια και τότε όλοι τρέχαμε αλαφιασμένοι να βάλουμε μέσα στα υπόστεγα τις λιάστρες ή να σκεπάσουμε με τα νάιλον τις κρεβατίνες.
Στην πολύωρη κοπιαστική δουλειά τους βελονιάσματος η καλύτερη παρέα ήταν το ραδιόφωνο μας. Όλοι οι έλληνες παρακολουθούσαν φανατικά το ραδιοφωνικό σίριαλ της εποχής «το σπίτι των ανέμων» με την Τζοβάνα και τον Λαμπίρη. Ακλουθούσαν οι επιτυχίες της εποχής με Καζαντζίδη, Πάνο Ιωαννίδη, Βούλα Πάλλα, Καίτη Γκρέυ, Νίκο Ξανθόπουλο. Ο μεγάλος μου αδελφός αγαπούσε άλλο είδος μουσικής, το νέο κύμα. Έτσι μου έμαθε να ακούω Μ.Χατζιδάκη και να αποκτήσω και άλλα ακουστικά ερεθίσματα εντελώς διαφορετικά από το τραγούδι «τη Γερμανίας τα νερά είναι καταραμένα,κλίσκουμε κα να πίνα τα και αραθυμώ εσένα έι βαχ έιι » του κάλτ τραγουδιστή της εποχής εκείνης Βλαδίμηρου Χαραλαμπίδη.

Η δουλειά τελείωνε αργά το απόγευμα και γύρω στις δέκα ησύχαζε όλο το χωριό. γιατί γύρω στις δυο τα ξημερώματα θα ξανάρχιζε η ίδια δουλειά. Το σπάσιμο στο χωριό μας τελείωνε το πρώτο δεκαήμερο του Σεπτεμβρίου με το τελευταίο χέρι τα «ούτσια».Στην Πτολεμαΐδα που ήταν πιο εύφορα τα χώματα τελείωναν 15-20 μέρες νωρίτερα από μας. Εκεί γύρω στα μέσα του Σεπτέμβρη γινόταν το ξερίζωμα των φυτειών καπνού για δυο λόγους. Κοπάνιζαν με τα κοπάλια τα στελέχη των φυτών με τα κοπάλια για πάρουν τον σπόρο για τα νέα φυτά καπνού και να χρησιμοποιήσουν σαν καύσιμη ύλη τα εναπομείναντα στελέχη στο άναμμα του φούρνου. Αυτή η τελευταία εργασία ήταν πολύ επίπονη, θυμάμαι την μάνα μου να τις πονάμε τα χέρια της πολλά χρόνια μετά από το κοπάνισμα του καπνού.

Γ.Ι.