Η ιστορία του, ανήκει στις όμορφες ιστορίες της ζωής. Σ’ αυτούς που έκαναν το «Ταξίδι του Οδυσσέα». Μόνο που το δικό του ήταν μουσικό. Γεμάτο και μουσικό. Και η Ιθάκη του, 63 χρόνια τώρα, παραμένει ένα μικρό χωριό του Βοΐου Κοζάνης, χτισμένο σε υψόμετρο 840 μέτρων: η Μόρφη.
Απ’ αυτή τη ρημαγμένη από τους πολέμους Μόρφη, (είχε πυρποληθεί από τις κατοχικές δυνάμεις τον Ιούλιο του 1944) ξεκίνησε ο Μιχάλης Δανιήλ, ο «μαέστρος», για να κατακτήσει την Αμερική. Kαι σ’ αυτήν επιστρέφει, σχεδόν κάθε Αύγουστο, για να προσφέρει ως αντίδωρο στον τόπο του, το Βόιο, αυτά που απλόχερα του πρόσφερε η μουσική και η ζωή του.
Οι συγχωριανοί του και οι κάτοικοι από τα γύρω χωριά συγκεντρώνονται εκεί κοντά στο πανηγύρι της Παναγιάς στο πλακόστρωτο προαύλιο της εκκλησίας για να ακούσουν, να χορέψουν και να τραγουδήσουν με τον άνθρωπο που στα 89 του χρόνια ζει και «μιλάει» με νότες.
Το 1948, στους ταραγμένους καιρούς του Εμφυλίου, μαζί με άλλους τρεις φίλους του, είχε δημιουργήσει την πρώτη ορχήστρα στην περιοχή του Βοΐου. Λίγα χρόνια πριν -έφηβος ακόμα- ο Μιχάλης είχε κατατρομάξει τη μάνα του με το μουσικό του πάθος. Τη μέρα που οι Γερμανοί έμπαιναν στην Μόρφη έκανε πρόβα με τους φίλους του δίπλα σε μια στέρνα λίγο έξω από το χωριό. Αλαφιασμένη η μάνα του κι ενώ οι κάτοικοι αμπαρώνονταν στα σπίτια τους έτρεξε και τον βρήκε να παίζει ατάραχος βιολί. «Βρε παιδί μου θα μας σκοτώσουν -του φώναξε- …και συ εκεί; Το βιολί σου;».
Η ορχήστρα των νέων της Μόρφης έγινε γνωστή και ο Εμπορικός Σύλλογος Τσοτυλίου (κεφαλοχώρι του Βοΐου) τους κάλεσε να παίξουν σε εκδήλωσή τους.
«Κατέβηκα στο Τσοτύλι σε δάσκαλο βιολιού. Και μετά έφυγα για τη Θεσσαλονίκη. Έμεινα άλλα τρία χρόνια εκεί σε ωδείο και έκανα και φωνητική…», λέει.
Στη Μόρφη γύρισε για να παντρευτεί τον παιδικό του έρωτα, την Ελένη. Μαζί της αποφάσισε το 1956 να διασχίσει τον Ατλαντικό για τη χώρα των ευκαιριών και να φτάσει στην καλλιτεχνική της μητρόπολη. Τη Νέα Υόρκη. Με το βιολί στη βαλίτσα.
«Για 8 χρόνια, από το 1956 έως το 1963, έπαιζα σε νάιτ κλαμπ της Νέας Υόρκης. Όταν ξεκίνησα στο διπλανό μαγαζί εμφανίζονταν ο Μανόλης Χιώτης και η Μαίρη Λίντα. Μετά από 7 χρόνια έφτιαξα τη δική μου ορχήστρα, «Michael Daniel and his Orchestra» λέει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ. Και από εκεί άρχισαν όλα…
Με την ορχήστρα του διέτρεξε σχεδόν όλες τις πολιτείες. Κι όχι μία φορά. Για τις ανάγκες της έμαθε να παίζει και μπουζούκι και ακορντεόν. «Διπλοπενιές και τραγούδι για περισσότερο από μισό αιώνα σε όλη την Αμερική… Και στην Ευρώπη. Μια φορά στη Λοζάνη σε έναν γάμο της οικογένειας Λιβανού» -με ειδική πρόσκληση. Έπαιξε δίπλα σε γνωστά ονόματα της εποχής. Με τον Γιώργο Ζαμπέτα. Κι ήταν ο τελευταίος από τους μουσικούς που έπαιξαν παρέα με τον Νίκο Γούναρη. Με τον Χάρι Μπελαφόντε και τη Νανά Μούσχουρη και ένα βράδυ με τον Σάμι Ντέιβις τζούνιορ στο Plaza! Θυμάται επίσης τον Μιχάλη Βιολάρη και πολλούς Έλληνες ερμηνευτές, που έφταναν στην Αμερική και τραγουδούσαν για τους Έλληνες μετανάστες. Την Κλειώ Δενάρδου και τον Γιώργο Χατζηνάσιο. Και τους παραδοσιακούς. Τον Πέτρολούκα Χαλκιά και τον Φίλιππα Ρούντα. Σε μια εποχή που τα αμερικανικά συγκροτήματα και οι μπάντες ξεφύτρωναν σαν τα μανιτάρια παντού «κι άλλαζαν την μουσική του κόσμου» ο Μιχάλης Δανιήλ, ο Μichael Daniel Orchestra είχε 16 μουσικά όργανα και μουσικούς για να περιοδεύει την Αμερική.

«Είχα μουσικούς μόνο από το …Union (λέει ο μαέστρος). Ποτέ από αλλού. Νεοϋορκέζοι κι επαγγελματίες. Ο Ελληνοαμερικανός από την Ύδρα που έπαιζε τρομπέτα και κλαρίνο στην ορχήστρα ήταν 48 χρόνια μαζί μου. Είναι τώρα 91. Ο μπασίστας 30. Και ο Κουβανός που έπαιζε κιθάρα για το rock and roll 25 χρόνια… Παίζαμε παντού. Δεκάξι και 18 ώρες …Όπου μάς καλούσαν. Η ορχήστρα ήταν ελληνοαμερικανική και σπανιόλικη. Κυρίως, όμως, οι Ελληνοαμερικανοί και περισσότερο οι Έλληνες Εβραίοι από τα Γιάννενα και τη Θεσσαλονίκη. Η ορχήστρα προτιμούσε τα ελαφρολαϊκά, αλλά έπαιξε και λαϊκά και ρεμπέτικα. Για 7 χρόνια εμφανιζόταν live κάθε Σάββατο σε τηλεοπτική εκπομπή στο Νιου Τζέρσεϊ».

Ο Μάικλ Ντάνιελ από τη Μόρφη Βοΐου Κοζάνης έβγαλε τρεις δίσκους με διασκευές ελληνικών τραγουδιών της εποχής του. Έγραψε και κυκλοφόρησε σε «45άρι» μόνο ένα τραγούδι. Για τη γυναίκα της ζωής του. Την Ελένη.
«Από τότε που έφυγα για την Νέα Υόρκη -λέει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ- έχω έρθει 55 φορές στη Μόρφη. Στην αρχή, μερικές χρονιές δεν μπόρεσα να ‘ρθω…». Η ορχήστρα του σίγησε πριν από λίγα χρόνια. Ο ίδιος παρ’ ότι, όπως λέει, έχασε το 70% της φωνής του, εξακολουθεί να τραγουδάει, καθώς η αγάπη του γι’ αυτό είναι μεγαλύτερη από την αδυναμία του. Η κόρη του Αφροδίτη ήταν αυτή που κόλλησε το …μικρόβιο της οικογένειας. Όταν η ορχήστρα του πατέρας της σίγησε και ο τελευταίος της μουσικός συνταξιοδοτήθηκε, δημιούργησε τη δική της έντεχνη ορχήστρα διατηρώντας το καλλιτεχνικό πνεύμα της μικρής Μόρφης στη Ν. Υόρκη. Κι όχι μόνον αυτή. Η εγγονή του μαέστρου, Ρένα, παρότι εργάζεται ως γιατρός σε νοσοκομείο του Νιού Τζέρσεϊ τραγουδάει παλιά και σύγχρονα ελληνικά τραγούδια και συνοδεύει συχνά τον παππού στις επιστροφές του στην Ελλάδα και τη Μόρφη.
«Η μουσική ό,τι της ζήτησα μου το δωσε. Μ’ αυτήν έζησα εδώ και στην Αμερική. Δεν έκανα ποτέ κάτι άλλο. Όταν έφυγα, ο πατέρας μου (είχε μεταναστεύσει κι αυτός πριν από το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο για 20 χρόνια στον Καναδά) μου είχε πει: Εκεί που θα πας στην Αμερική θα πορευτείς με ειλικρίνεια. Αυτό έκανα».
Την τελευταία φορά, πριν από λίγες ημέρες, ο ανιψιός του Χρήστος Φωτόπουλος (κιθάρα), ο Ηλίας Πίγκας με το μπουζούκι του και η Πανωραία (τραγούδι) από τη Θεσσαλονίκη ανταποκρίθηκαν πάλι στο κάλεσμα και στην πρόσκληση των νέων της Μόρφης και του τοπικού Συλλόγου. Ο μαέστρος μ’ ένα αρμόνιο ήταν μαζί τους, καλωσορίζοντας στη δασωμένη πλαγιά του Βοΐου (τον χειμώνα 40 κάτοικοι) έναν-έναν τους μετανάστες που επιστρέφουν κάθε καλοκαίρι στα πετρόχτιστα χωριά τους κι όλους τους επισκέπτες.
Στη συνάντηση αυτή «Εξαίσιες μουσικές-Με τις δικές μας φωνές», στην πλατεία της Μόρφης, το πρόγραμμα άνοιξε κι έκλεισε και φέτος ο 89χρονος μαέστρος παρέα με την εγγονή του. Ερμηνεύοντας πλάι πλάι αγαπημένα ελληνικά τραγούδια έδειξαν ότι υπάρχει στη ζωή των Ελλήνων μεταναστών «κάτι που δεν χάνεται. Κάτι που το κρατά σφιχτά η ζωή στα δύο της χέρια».

Πηγή: ΑΠΕ – ΜΠΕ – Θανάσης Τσίγγανας