Την Παρασκευή η τιμή που πραγματοποιήθηκε η τελευταία συναλλαγή στο ενεργειακό χρηματιστήριο της Λειψίας ήταν 21,11 ευρώ ο τόνος ενώ τα προθεσμιακά συμβόλαια τριμήνου έκλεισαν στα 21 ευρώ ο τόνος.

Οι εξελίξεις στην αγορά των ρύπων αποτελούν το βασικότερο ερωτηματικό και το μεγαλύτερο ρίσκο αυτή τη στιγμή για τον ενεργειακό κλάδο και ήδη οι παίκτες όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό έχουν ήδη πάρει θέσεις ποντάροντας στην εξέλιξη των σεναρίων αλλά και στο πόσο γρήγορα το χρηματιστήριο των ρύπων θα επιτελέσει το βασικό στόχο του, δηλαδή να αποτελέσει το κύριο εργαλείο που θα δώσει ώθηση στην ενεργειακή μετάβαση.

Έχοντας λοιπόν αυξηθεί πάνω από 11 ευρώ μέσα στο έτος, η τιμή των δικαιωμάτων εκπομπής CO2 εξελίσσεται και σε μεγάλο στοίχημα των επενδυτών στην ενεργειακή αγορά, όπως δείχνουν και οι επενδυτικές αποφάσεις αλλά και οι τοποθετήσεις.

Για παράδειγμα έχουμε την απόφαση της Μυτιληναίος, αλλά και άλλων παικτών στην ευρωπαϊκή αγορά, όπως στη Μ. Βρετανία, να επενδύσουν σε νέες μονάδες αερίου, οι οποίες με ισχυρό χρηματιστήριο ρύπων αναδεικνύονται σε κυρίαρχες στην αγορά, λόγω των χαμηλότερων εκπομπών έναντι του άνθρακα και πολύ περισσότερο του λιγνίτη. Είναι χαρακτηριστικό ότι μόνο για τις υπό πώληση μονάδες της ΔΕΗ που εκπέμπουν κατά μέσο όρο 1,5 τόνο CO2 ανά μεγαβατώρα η αύξηση κατά 11 ευρώ των δικαιωμάτων εκπομπής μεταφράζεται σε αύξηση του μεταβλητού κόστους παραγωγής κατά 16,5 ευρώ η μεγαβατώρα. Επομένως ακόμη και καινούρια εργοστάσια λιγνίτη δύσκολα θα μπορούν να ανταγωνιστούν μονάδες φυσικού αερίου με βαθμό απόδοσης της τάξης του 60% και άνω. Τα εργοστάσια αυτά αναμένεται να παίξουν πρωταγωνιστικό ρόλο στην ενεργειακή μετάβαση, ιδιαίτερα εάν το περιβάλλον της αγοράς ρύπων συνεχίσει να κινείται ανοδικά και παραμείνει πάνω από το όριο των 20 ευρώ ο τόνος. Στην περιοχή δε των 22 έως 24 ευρώ ο τόνος, στο παιχνίδι του ανταγωνισμού των ανθρακικών μπαίνουν πιο δυνατά και τα εργοστάσια αερίου που μπήκαν στην αγορά τα προηγούμενα χρόνια (ανάλογα βεβαίως και με την εξέλιξη των τιμών στην αγορά αερίου).

Στον αντίποδα βεβαίως, υπάρχουν και εταιρείες όπως η EPH στη Γερμανία ή η Seven στην Τσεχία και την Ελλάδα, που ποντάρουν σε ένα διαφορετικό σενάριο, που θέλει την ενεργειακή μετάβαση να είναι πιο επίπονη και μακροχρόνια και επομένως θεωρούν ότι υπάρχει χρονικό παράθυρο και επενδυτική ευκαιρία στις μονάδες άνθρακα και λιγνίτη τουλάχιστον μέχρι το 2030. Τα επιχειρήματα όσων ποντάρουν στη μεταβλητότητα του χρηματιστηρίου των ρύπων στηρίζονται στο ότι πρόκειται για ένα καθαρά πολιτικό εργαλείο, που χρησιμοποιεί η Κομισιόν για την ενεργειακή μετάβαση. Εάν συντρέξουν πολιτικοί και οικονομικοί όροι, τότε θα μπορούσαν να αλλάξουν και τα δεδομένα γύρω από το χρηματιστήριο των ρύπων, λένε πηγές της αγοράς που εμφανίζονται επιφυλακτικές απέναντι στο πρόσφατο ράλι των τιμών. Οι ίδιες πηγές σημειώνουν ότι ένα μεγάλο μέρος των δικαιωμάτων διακρατείται από δικαιούχους (βιομηχανίες) που θεωρούν ότι δεν είναι τώρα η κατάλληλη εποχή να πουληθούν. Εάν υπάρξει επίπτωση του χρηματιστηρίου των ρύπων στην ανάπτυξη της ΕΕ, τότε θα ενταθούν και οι πιέσεις για χαλάρωση της πολιτικής των Βρυξελλών γύρω από τους ρύπους, εκτιμούν όσοι ποντάρουν σε αλλαγή του σημερινού σκηνικού της αγοράς.

Βεβαίως, ακόμη και όσοι τοποθετούνται bearish στο χρηματιστήριο των ρύπων, παραδέχονται ότι για το χρονικό ορίζοντα μετά το 2030, το μέλλον του άνθρακα είναι εξαιρετικά δυσοίωνο, ιδιαίτερα εάν προχωρήσουν οι λύσεις αποθήκευσης ενέργειας. Ωστόσο εκτιμούν ότι υπάρχει ένα χρονικό παράθυρο περίπου 10 ετών. Και εδώ ίσως βρίσκεται ένα από τα κλειδιά της εν εξελίξει αποεπένδυσης της ΔΕΗ…