Η κιντρική είσουδους του σχουλείου είχιν μια τρανή σιδιρέινια πόρτα κι βρίσκουνταν νότια-νουτιοδυτικά ακριβώς απέναντι απ΄ τ΄φάτσα του σχολειού κι σι απόστασ΄. Ήταν μια κανουνική δίφυλ΄ πόρτα σπιτιού ουραία μι νταμπλάδις απού λαμαρίνα απ΄ τ΄μέσ’ κι κάτ κι απ΄τ΄μέσ΄κι ουπάν είχιν σχέδια μι σιδιρέινις λάμις. Μέχρι του ’50 μπουρεί να πεί καένας ήταν καλούτσικ΄ για μκρό σχουλειό, απ΄του ’50 κι δώθι όμους οι μαθητές αβγάτσαν κι γίνγκαν πουλλοί, στριμώχνουνταν για να προλάβν να βγούν, στου έμπα δεν βιάζουνταν ντίπ κανγκάνας, έμπιναν μι του πάσου τ΄ς λιές κι πάιναν σι κάτιργα. Ύστιρα απού κάναν χρόνου ΄ν έκλεισαν αυτήν ΄ν πόρτα κι έφκιασαν μιαν, τρανίτιαρ σι φάρδους, πάλι σιδιρέινια, αλλά λίγου χαμπηλώτιαρ κι ΄ν έβαλαν βουρειουδυτικά γιατί ικεί μπρουστά κι απ΄όξου απού τουν μαντρότοιχουν υπήρχιν τρανύτιρους ιλέφτιρους χώρους, απ΄τουν άλλουν που έβγινιν η παλιά, μέχρι να φτάϊσ΄σ΄ν οδό φον Κοζάνι, που πιρνούσαν κι αυτουκίνητα. Τώρα τα μι πείς πόσα αυτουκίνητα είχιν η Κόζιαν; έμ πώς δεν είχιν, είχιν πουλλά. Άλλου να μι πείς, πόσα απ΄αυτάια τα πιρνούσαν απ΄αυτόν τουν δρόμου; άσι που ήταν κι χουματόδρουμους , δεν υπήρχιν κι σουβαρός κίνδυνους, αλλά κι μείς πρόσιχάμι! Η κίνησ΄ η τρανή γίνουνταν απ΄του απάν του δρόμου, του δρόμου τ΄ς Νουμαρχίας, σημιρνή ουδός Δημοκρατίας, ιτότι βασιλέους Γεωργίου Α΄, αν δεν κάμου αλάθουν. Υπήρχιν μια ιψουμιτρική διαφουρά απού τ΄φόν Κοζάνι κι τ΄Δημουκρατίας, η διαφουρά μπορεί να έφτανιν κι τα πέντι μι εξ΄ μέτρα κι σι πλάτους καμιά εικουσαρά μέτρα, δεν υπήρχαν σπίτια κι έγλιπις ένα κουμάτ΄ απ΄τουν κήπου τ΄Τιρζή. Ήταν κι κατηφουρκή η πλιβρά αυτήν κι του χειμώνα μι τουν χιόν΄, έφκιανάμι γλίστρα. Απού του σχουλειό η θέα όλης τ΄ς πλαγιάς μέχρι τουν χαμπηλό τουν Αη Λιά ήταν καλή, αλλά κι απ΄ ΄ν μιρά, απού πάν απ΄τουν Αη Λιά, δεν του συζητούμι, ήταν πουλύ ουραία, ίγλιπις όλ΄ ΄ν Κόζιαν, του αιρουδρόμιου μέχρι τουν Ιντζέκαρα*, τα χουριά τ΄Τσιαρτσιαμπά*, τουν Μπούρνουν, κι του Γκιόζ τεπέ*. Στου βάθους ίγλιπις τ΄ν κάτ τ΄Μακιδουνία όπους τα Σέρβια κι του καταφύι κι όλα τα βνά, τα Χάσια, τα Καμβούνια, τα Πιέρια, ίγλιπις ακόμα κι τουν θρόνου τ΄Δία στουν Έλυμπου. Αυτοί όμους που έφκιαναν παραπάν χάζ΄ κι λίγου παραπάν του σχουλειό ήταν αυτοί που έκαμναν ζμπόvμπις* κι ίγλιπαν απού ψηλά τα «κουρόιδα» που έφκιαναν μάθημα!!

Μέχρι του ΄50 πιρίπου, δεν υπήρξιν κανγκάνα πρόβλημα μι τ΄ς αίθουσις, ικτός όπους είπαμι, μι τ΄ς δυό στου ισόγειου που τ΄ς συννιφιασμένις μέρις κι του χειμώνα έπριπιν να ανάψ΄ του ηλικτρικό. Έλα όμως που του ΄50 κι δώθι ήρθαν ιένα σουρό μαθητές , γύρου στ΄ς ουγδόντα έφτασαν μπουρεί κι παραπάν ικείν΄τ΄χρουνιά, στ΄ θκή μας χρουνιά, καμιά πινηνταρά μαθητές. Άιντι τώρα να χουρέσν όλ΄ αυτοί τσ΄τάξεις τ΄ς μκρές!!

Του πρόβλημα λύθκιν μι του άνοιγμα του αντρέ σ΄ν αίθουσα δίπλα απού του γραφείου κι έβαλαν ικεί ΄ν πρώτ΄ τάξ΄, έτσια όμως λιγόστιψαν οι αίθουσις, γίνγκαν τέσσιαρς. Αλλά, καθηγητές ήταν αυτοί , αν δεν ίβρισκαν τ΄ λύσ΄ποιός τα ΄ν ίβρισκιν ιμείς οι μαθητές; Ιμείς ή καμόσ΄ απού μας, όσου πιρνούσιν απ΄του χέρι μας διιφκόλινάμι ΄ν κατάστασ΄, είχαμι βρεί άλλ λύσ΄, τ΄ς πρώτις ώρις μι τ΄δρουσιά, τουν κουσιόν στουν χαμπηλό του Αη Λιά.

Οι καθηγητές βρήκαν άλλ΄λύσ΄ , οι δυό τάξεις δεν τα έκαμναν τ΄ς πρώτις ώρις μάθημα , τα ξικινούσαν απ΄τρίτ΄ώρα, άλλις τα είχαν κινό, άλλις τα έφκιαναν γυμναστική, άλλις τα έφκιαναν μάθημα λιγότιρις ώρις. Η λύσ΄βρέθκιν πάντους. Αυτοί όμους που έφκιασαν του πρόγραμμα ήταν γιρά τσιακάλια, που να βάλτς σι τουρόν* αίθουσις, μαθητές κι ουράριο!!

Διιφθηντής ήταν ου ιμπουριουλόγους Κωνσταντίνους Καραπάνους, καθηγητές ήταν πάρα πολλοί αλλά ιγώ τα γράψου αφνούς που είχαμι ιμείς κι όχ΄όλνους, τα αρχινίσου μι τουν μαθηματικό τουν Φόρη τουν Τιτέλ΄, τ΄ς φιλόλουγ΄ Βασίλ΄Φόρη, κι Λιουνίδα Παπασιώπ΄, τουν γυμναστή Γιώργο Γκούμα, τ΄γυμνάστρια Φρουσίτα Νεστουρίδη, τουν ιμπουριουλόγου Στέφανου Γαστιράτου, αυτήν τ΄σιούκλα ΄ν καραγατσίσια τ΄φιλόλουγου μι τ΄ς πουλλές ναυτικές γνώσεις τ΄ν Ευμορφιάδου, να φανταστείτι ούτι του μκρό όνουμά τ΄ς, δεν αδουκιούμι, τ΄φυσικό Μαρίκα Τριψιάνη , τ΄Χημικό Χρυσούλα Χατζηστεφανίδη, τουν Αγγλικών Νίκο Παπακώστα, αυτός ήρθιν σ΄ν τιλιφταία τάξ΄, ήταν καλός γιατί ήταν κι δάσκαλους πρώτα, σι σχουλείου σην Κόζιαν΄ κι ύστιρα γίνγκιν καθηγητής, αν θυμούμι καμόσις Ιγγλέζκις λέξεις απού αυτόν τ΄ς έμαθα. Δεν έρχουνταν μπάριμ* απού ΄ν πρώτ΄ ΄ν τάξ΄ μην τυχόν κι μάθινα κι καμιά λέξ΄παραπάν! Γιατί για φρουντιστήριο ούδι λόγους, μας έφτανιν του σχουλειό, τα κλείνουμάσταν κι σι άλλις αίθουσις; Ιδώ θυμήθκα τουν Βασιλάκ΄τουν Φόρη, ύστιρα απού χρόνια, είχαμι τιλειώσ΄ του σχουλείου, μας παρακαλούσιν να παένουμι σ΄βιβλιουθήκ΄ για να μας κάμ΄ μαθήματα γιρμανικών, είχιν γυρίσ΄ απ΄τ΄Γιρμανία που είχιν ικπιδιφτεί στα γιρμανικά κι του ινστιτούτου Γκαίτι άνξιν παράρτημα σην Κόζιαν΄. Μας έπιασιν του φιλότιμου κι για να μην τουν κακουκαρδήσουμι πήγαμι κι γράφκαμι μι άλλα πιδιά κι κουρίτσια. Ιγώ έκατσα δυό- τρείς μήνις κι απού δώ πάν κι οι άλλ΄. Θυμούμι ακόμα του άιζινμπάντ* κι του στράιχουλτσιάχτιλ*. Μας ίλιγιν, ιμείς οι κουζιανιώτις μπουρούμι εύκουλα να μάθουμι γιρμανικά γιατί έχουμι κι μείς πουλλά σύμφουνα, αλλά κι βαριά προυφουρά. Πάρτι παράδειγμα του ιγώ στα γιρμανικά. Αυτοί του λέν ιχ(ι) παχύ, ισείς πήτι νύχ΄, αλλά του ν(ου) να μην ακούγιτι πουλύ κι το ΄μαθέτι. Κι τέλους, είχαμι κι τουν θιουλόγου Κωνσταντίνου Κοιλανίτ΄. Πέρασαν πάρα πολλοί, αλλά που να τ΄ς γράψς όλνους, ιτότις δεν γράφς κείμινου, αλλά σιλίδις γιουμάτις μι στατιστ΄κά στοιχεία!!

Τώρα τα μι πεί κι καένας, κι μι του δίκιου τ΄, καλά ρά, τόσ΄ καθηγητές κι καμόσ΄, γκισέμνια*, Πιλέδις, Μαραντόνις, Κρόιφ, Μέσι κι Ρουνάλντου, η φιλόλουγους σ΄έφτιξιν; Αυτό κατάλαβις αρά; τα υπόλοιπα γράμματα ποιος αρά μας τα ΄μαθιν; αυτοί μας τα ΄μαθαν. Αλλά τα πρέπ΄να ξέρς όμως ότι ου καβγάς δεν γίνιτι μι ιέναν, μι δυό γίνιτι, κι του φταίξιμου σι ποιόν τα του ρίξ΄αρά στουν ιαφτό σ΄; στουν άλλουν τα του ρίξ΄, ε αυτό έκαμα κι γώ. Όλου οι άλλ΄ μας φταίγν!
Ιένα δεν μ΄άρισιν όμους, είπις βέβια ότι είνι γκισέμνια αλλά τι του ήθιλις να τ΄ς συνγκρίντς μι τ΄ς πουδουσφιριστάς αρά, τι σχέσ΄ έχν όλ΄ αυτοί οι άνθρουπ΄ μι αφνούς. Τα του διχτώ μούνγκι ότι είνι πρώτ΄, απού κεί κι πέρα όμους χάους τρανό. μην κοιτάς που μας τα ισιουπέδουσαν όλα κι μας έφτασαν σι σημείου να βάνουμι στου ίδιου καζάν΄ τ΄ς πνεβματικοί άνθρωπ΄ μι αφνούς που κλουτσούν τ΄μπάλα!

Η Ιμπουρική ήταν σχουλειό μικτό, δεν κατάλαβα γιατί οι μαθητές μι τ΄ς μαθήτριις στα διαλείμματα να είντς χουριστά! Υπήρχιν καμιά διαταγή απού του υπουργείου; να ήταν απόφασ΄ απ΄τουν Θιουλόγου, γιατί δεν μι άριζιν κι η φάτσα τ΄. Όλου για κατηχητικά μας μιλούσιν κι μας ανάγκαζιν να παένουμι στ΄ΧΕΝ, ικεί απέναντι απ΄τουν Αη Νικόλα. Δεν φτάν΄όμους αυτό είχιν κι τ΄ν ακουλουθία τ΄ που τουν έδουναν αναφουρά ποιοι πήγαν στου κατηχητικό κι ποιοί δεν πήγαν. Στ’ς ικδρουμές όλου απού κοντά μας είχιν, να μην κάνουμι παρέα μι τα κουρίτσια. Πήγαμι σν αρχή καμόσις φουρές κι απού κι κι πέρα μην τους ίιδιτι. Όχ΄ τα άφηνάμι τα γλύκα* για του κατηχητικό!! Μια φουρά όμους απ΄ τ΄ς λίγις που πήγαμι μας βγήκιν κι σι καλό. Ιμείς του νού μας, όπους είπα, τουν είχαμι στα γλύκα, τουν είχαμι όμους κι στ΄ς πρόσκουπ΄, αλλά αντρέπουμάσταν να πάμι κι δεν ήξιράμι πώς γίνιτι κι γράφουντι. Ιφτιχώς απού ικεί πιρνούσιν ου Γούτσιους τ΄Βάμπα*, ιμείς τουν πείραζάμι κι τουν ίλιγάμι να μιλήσ΄ μι τ΄βασίλτσα στου τηλέφουνου κι τουν έδουνάμι χαρτάκια μι του όνουμά μας για να μας γράψ΄ στ΄ς πρόσκουπ΄. Ου Γούτσιους τα έδουνιν τα χαρτάκια, αλλά έπριπιν να παένουμι ιμείς για να γραφτούμι. Του ότ΄ τα έδουνιν του κατάλαβάμι όταν είμασταν στ΄ς πρόσκουπ΄ κι ίγλιπάμι να μας φέρν΄ χαρτιά μι ουνόματα.

Ιφτιχώς για μας, απέρασιν ιένας ψηλός λιγνός κι μας είπιν που να παένουμι να γραφτούμι, ήταν ο πιριφιρειακός έφουρους των προυσκόπουν. Άιντι ρα τα λιέμι.
Λέξις μι του *
Ιντζέκαρας= ποταμός Αλιάκμονας
Τσιαρτσιαμπάς=χωριά νότια της Κοζάνης
Γκιόζ τεπέ= λόφος μάτι, είναι το βουνό που δεσπόζει στην ευρύτερη περιοχή του Καρατζιλάρ, Ισκιουπλέρ, Ινισλί, Σοφουλάρ. (Δρέπανο, Κοιλάδα, Οινόη, Καπνοχώρι).
όρος Σκοπός, 1232 υψ.
Ζμπόνμπις=σκασιαρχεία, κοπάνες
Τουρός= χνάρι
Μπάριμ=τουλάχιστον
Άιζενμπάν=σιδηρόδρομος (Εisenbahn)
Στράιχολτσιάχτιλ=σπιρτόκουτο (Streichholzschachtel)
Γκισιέμνια=αυτή η λέξη χρησιμοποιείται συνήθως για τα ζώα, τα κριάρια που οδηγούν το κοπάδι ή τα πουλιά, τα περιστέρια που οδηγούν τα υπόλοιπα να κατεβούν στο κουμάσ΄ (περιστερώνα). Στο κείμενο χρησιμοποιήθηκε με την έννοια : του πρώτου, του οδηγού, του μπροστάρη.
Γλύκα=ο καρπός της Γλυκιάς. Δέντρο που βγάζει μικρούς στρογγυλούς καρπούς που μοιάζουν με το μαύρο πιπέρι, αλλά ελάχιστα μεγαλύτερους. Δεν γνωρίζω πως ονομάζεται το δέντρο αυτό, στη Γεωπονία. Εδώ στο Αγρίνι το δέντρο το λένε Μηλοκοκιά και τον καρπό μηλόκοκο ή μηλοκόκια.
Σημ. Τα κουκούτσια τα μαζεύαμε και μέσω ενός καλαμιού γύρω στους είκοσι πέντε πόντους τα φυσούσαμε και κάναμε πόλεμο με άλλα παιδιά.
Γούτσιους τ΄Βάμπα=Γιώργος Βάμπας

Μήκας Ελίμειος
27 Σεπτεμβρίου 2018