Ζωηρά μένει στη μνήμη μου η ιστορία την οποία διηγήθηκε στην τάξη μας ο ανεπανάληπτος και αλησμόνητος καθηγητής μας, ο παπάς, ο Παπασιώπης και αναφέρεται σ’ έναν Κοζανίτη ο οποίος γεννήθηκε περί το 1815 και πέθανε λίγο πριν την απελευθέρωση της Κοζάνης. Το όνομά του ήταν Κυρατσούς. Αγαπητός απ’ όλους, τίμιος και αγνός και προπαντός θερμότατος πατριώτης, ο Κυρατασούς, ζούσε με το ακοίμητο βάσανο του σκλάβου που ζει υπό ζυγόν ξένου βάρβαρου. Όμως ήλπιζε. Ήλπιζε ότι θα ζήσει και θα προλάβει να δει την απελευθέρωση της Κοζάνης. Κι η ελπίδα του αυτή έγινε πίστη, όταν τα σύνορά μας, αργότερα, έφτασαν στη Μελούνα της Θεσσαλίας.

Τώρα πλέον ο Κυρατσούς περνούσε και ώρες χαράς. Ήταν οι μυστικές νυχτερινές συγκεντρώσεις, εκ περιτροπής στα διάφορα σπίτια, όπου πάντοτε αυτός παρών, άκουγε τα νέα που έφταναν από τη Λάρισα σχετικά με τις προετοιμασίες του Ελληνικού Στρατού, που πάντοτε ήταν νέα ενθαρρυντικά και αισιόδοξα.

Όμως τα χρόνια περνούσαν, τα μαλλιά του άσπρισαν κι ο Κυρατσους έγινε γερό-Κυρατσούς, που εβασανίζετο από τις ανησυχίες του. Γι’ αυτό όταν συναντούσε κανέναν της παρέας, πάντοτε ρωτούσε με κάποια προφύλαξη και κάπως συνωμοτικά.

– Γιατί ρα δε φαν’καν ακόμα οι άλλ; Τι του κλώθ’ν τόσου;

Πέρασαν όμως κι’ άλλα χρόνια κι ακόμα «οι άλλ’ δε φαν’καν»!

– Φοβούμι, έλεγε τώρα ο γέρο-Κυρατσούς. Φοβούμι να μην πιθάνου κι δεν προφτάσου να ιδώ τ’ς άλνους να σεβαίν’ σ’ην Κόζιαν. Θέλου ρα να ζήσου, να βγω μια μέρα στου τζιαντέ κι να καμαρώσου έναν τσιουλιά μας. Να τουν ιδώ μι τ’ν άσπρ’ν κρατσανέλλα φουστανέλλα, μι τα τσαρούχια μι τ’ς φούντις, μι τ’ς μπουντουβέζις κι μι του φέσ’ μι τ’ φούντα, στραβουβαλμένου στου κιφάλ’ τ’ μπουντουβέζις κι μι του φέσ’ μι ‘ φούντα, στραβουβαλμένου στου κιφάλ’τ’. Έναν τέτοιουν αρά να ιδώ κι τ’ν άλλ τ’ν ώρα ας πιθάνου!

Όμως η μοίρα του, δεν έγραφε να ζήσει και να προφτάσει να δει «τ’ς άλνους να σεβαίν’ σ’ην Κόζιαν».

Κάποιο πρωί ακούστηκε στην αγορά ότι ο γέρο-Κυρατσούς βρίσκεται στα τελευταία του. Εσπευσμένα πέντε – έξη από τους φίλους του, με τους οποίους τα λέγανε στις μυστικές συγκεντρώσεις, σπεύσανε να τον επισκεφθούν.

 Οι οικείοι του τους οδήγησαν στο δωμάτιό του. Εκεί ο παππούς ξαπλωμένος στο γιατάκι του, στο μεντέρι, δίπλα στο τζάκι, ούτε καν ήταν σε θέση ν’ αντιληφθεί την παρουσία τους. Κι’ εκείνοι, με συγκίνηση και αμηχανία τον κοιτούσαν όρθιοι. Κάποια στιγμή στο βάθος του δωματίου έκαναν έναν κύκλο και κάτι ψιθύρισαν μεταξύ τους. Στη συνέχεια κάποιος απ’ αυτούς ξεκόπηκε κι έκανε μερικά βήματα προς το γιατάκι του παππού. Εκεί γονάτισε κι έφερε το στόμα του πολύ κοντά στο αυτί του. Έκανεμ τις παλάμες του ένα χωνί γύρω από το στόμα τ’ αυτί και φώναξε:

–  Παππουουου!… Ήρθαν οι άλλ!!!!

Φαίνεται πως ο παππούς άκουσε. Ένα χαμόγελο γράφτηκε στα χείλη του. Γύρισε ελαφρά το κεφάλι του, κοίταξε προς τους φίλους του και τους είδε. Έκανε μια προσπάθεια να τους μιλήσει και τα κατάφερε.

– Φέριμέτι έναν να ιδώ, κατόρθωσε να πει και να τους παρακαλέσει.

Στη συνέχεια γύρισε το βλέμμα του στο ψηλότερο μέρος του απέναντι τοίχου, κι’ εκεί έμεινε να κοιτάζει με το χαμόγελο πάντα ζωγραφισμένο στα χείλη του. Σίγουρα εκεί ψηλά που κοιτούσε «έβλεπε» τα φανταράκια και τα ευζωνάκια να μπαίνουν στην Κοζάνη.

Κι έτσι όπως ήταν με το χαμόγελο, με τα μάτια που κι’ αυτά γελούσαν, με ολόχαρο το πρόσωπό του, πανευτυχής, ο γερό-Κοζανίτης, ο παππούς ο Κυρατσούς, ξεψύχησε.

ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ ΒΑΝΤΗΣ – Θεσσαλονίκη 1988

Από το περιοδικό «Ελιμειακά», τεύχος 20, Ιούνιος 1988, που εκδίδει ο Σύλλογος Κοζανιτών Θεσσαλονίκης – Για τη μεταφορά στο διαδίκτυο kozan.gr