Ήταν τέτοιους κιρός, μπουρεί κι λίγις μέρις αργότιρα. Μια βδουμάδα νουρίτιρα, είχαμι παέν΄ σ’ Παναΐα για να μαζώξουμι γλύκα. Του μέρους του ήξιρα καλά γιατί πάινα κι βουηθούσα τουν Καλιάκου* κι τουν Γιώργου, πρώτα ξαδέρφια τ΄ς μάνας μ΄ κι τ΄Θειά μ΄ τ΄Γίτσα*, που ήταν αδιρφή τ΄ς. Είχαν ικεί μπαχτσιέδις. Θκιμ΄ δλειά ήταν να κουβαλνώ μι του γουμάρ΄ τα ζαρζαβατ΄κα απού τ΄ς μπαχτσιέδις, στου Μισκιάθκου. Iκεί είχαν σαργκί* κι τα πλούσαν. Ου Καλιάκους ήταν ου υπέφθυνους για τ΄ς πουλήσεις. Έτσια γνώρζα καλά ΄ν πιριουχή τ΄ς Παναϊάς.

Λίγου παρακάτ΄ απ του καμπαναριό, κατά ΄ν ανατουλή, στουν κατήφουρου για τ΄ς Λούνις* σ΄ ιένα χουράφ΄είχιν δυό γλυκιές τρανές που για ν΄ανιβείς ήταν εύκουλου γιατί ήταν απ΄ τ΄κάτ μιρά απ΄τουν όχτου* κι μας βόλιβιν. Απ΄τι κεί μάζουξάμι τα γλύκα αυτήν τ΄βδουμάδα που σας είπα παραπάν. Αντάμα μ΄ ήταν κι ου Μάκης ου Μπούρους, γείτουνας στου Κιρμαργιό, κάνα δυό χρόνια μκρότιρους. Πήγα στου κατηχητικό μι γιουμάτις τ΄ς τζέπις, ακόμα κι στουν κόρφου είχα βάλ΄, τα μοίρασα κι γίνγκιν χαμός.

Ιτούτ΄ τ΄βδουμάδα είχαμι κανουνίσ΄ να παένουμι σ΄γκουμπλιτσιόστρατα, μας είχαν πεί ότ΄ ικεί στουν κατήφουρου για τ΄Γκόμπλιτσα*, παρακάτ απ΄ τα γκάζια, είχιν δυό τρανές γλυκιές κι έφκιαναν κι τρανύτιρα γλύκα.
Μόλις σκόλασα απ΄του σχουλειό, μι καρτιρούσιν ου Μάκης όξου απ΄του σπίτι τ΄, αυτός πάεινιν στου Α’ Δημουτικό κι σχουλνούσιν νουρίτιρα, πουλέμσα* στου σπίτ΄ τα βιβλία, είχαμι συνήθειο να τα κρατούμι στου ιένα χέρ΄, όχ ότι δεν είχαμι να πάρουμι τσιάντα*, αλλά όλ΄ αυτό έφκιαναν, δεν έπιρναν τσιάντις. Μόλις που πρόλαβα κι άρπαξα ιένα κουμάτ΄ψουμί κι λίγου τυρί κι τουν κουσιόν* για τα γλύκα. Φώναζιν, ξαναφώναζιν η μάνα μ΄, πού κιρός να κάτσ να τ΄ν ακούις! Μι πιρίμινιν κι του κατηχητικό αργότιρα.

Ξικήντσαμι, πέρασάμι απ΄τουν γαλατά απού ΄ν κάτ μιρά απ΄ ΄ν αστυνουμία, δίπλα απού του γκαράζ΄ τ΄ νουμουμηχανικού κι δίπλα απ΄ τουν ανοιχτό τουν υπόνουμου. Έφτασάμι σι μνιάν διασταύρουσ΄ που ου ιένας δρόμους, τι δρόμους; ήταν στινός κι χουματόδρουμους, που πάεινιν για τουν πουμπό τ΄ραδιουφουνικού σταθμού (μάλλουν σημιρνή Πλάτουνους). Πήραμι τουν άλλουν τουν δρόμου αριστιρά, που πάεινιν στ΄Σπούρτα*(σημιρνή, στρατηγού Μακρυγιάνν΄). Προχώρσαμι αρκιτά κι έκουψάμι πάλι αριστιρά, πιρνώντας απού μπαχτσιέδις για να βγούμι σ΄ βαντσιώστρατα κι απού κεί σ΄γκουμπλιτσιώστρατα. Ικατό μέτρα διξιά όπους παένουμι για τ΄ Γκόμπλιτσα, απ΄΄ν ικκλησιά τ΄ς Πιντηκουστής που ιτότι δεν υπήρχιν, ήταν οι δυό γλυκιές. Απού του Αη Κουσταντίνου κι σιακάτ΄ όλ΄ η πιριουχή αυτήν ήταν γιουμάτ΄μπαχτσιέδις, δεν υπήρχιν κι ου σταθμός απ΄του τρένου, ούτι γραμμές κι ούτι απουθήκις. Οι παραπάν μπαχτσιέδις είχαν χαβούζις* γιουμάτις μι νιρό για να πλέν τα ζαρζαβατ΄κά προυτού τα παέν στου μισκιάθκου. Τα καλουκαίρια καμόσ΄ τουλμηροί μκροί έφκιαναν κι κάνα μπάνιου στα κλιφτά γιατί αλί κι τρισαλί, αν τ΄ς έπιρνιν μάτ΄ κάνας μπαχτσιαβάνους!!

Τα νιρά; κρύα, μπούζ΄*! Απού πού ν΄αρχινούσις, απού τουν πάτου τ΄ς οδού Γ. Τιόλ΄ κι απού τ΄ν Ουλύμπου, ικεί που ήταν οι απουθήκις καπνού κι του σπίτ΄ τ΄ς Αριτής τ΄Αλαφούζου κι απ΄ν΄άλλ΄ μιρά απ΄ ΄ν οδό Τζόνσουν, εκεί που ήταν του σπίτ΄ τ΄Πλάκα; Όλ΄ η πιριουχή απού κεί κι σιακάτ΄, γιουμάτου μπαχτσιέδις.
Τα νιρά απού τ΄ς χαβούζις πάειναν όλα στου λάκκου απ΄κατέβινιν απού τ΄Σκ΄ρκα, μάζουνιν όλα τα νιρά κι τ΄ς ακαθαρσιις απ΄του Κιρμαργιό, όσα κατέβιναν απού τουν άλλουν υπόνουμου που ξικινούσιν απ΄ του τρίγουνου, στ΄ βόλτα, ικεί μπρουστά απ΄του σπίτ΄ τ΄Γκατζόφλια κι λίγου παρακάτ προς του τρίγουνου που ήταν του φουτουγραφείου τ΄ Παναγιώτου. (ικεί που ήταν πριν κάνα χρόνου του Κόκκινου Μήλου, πριν σφαλισ΄) κι σ΄ γουνία του πιρίπτιρου τ’ Οικουνόμ΄.
Έμπιναν κι τα νιρά όσα κατέβιναν απ΄ ΄ν Νιάπουλ΄κι όλ΄ ΄ν πιριουχή του μισουκουμείου, που κι΄αυτό γίνγκιν αργότιρα. Μάζουνιν κι τα νιρά απ΄τ΄Τζαμάρα, τα Μπουντανάθκα κι όλα αντάμα κατηφόρζαν για τουν Ιντζέκαρα.

Για να μην παέν΄ όμους τόσου νιρό χαμένου, κάπχ΄ απ΄τουν Δήμου σκέφκαν να του ικμιταλιφτούν κι να του χρησιμουποιεί ου καθένας που είχιν χουράφια στ΄ς λούνις κι να τα πουτίζ΄.

Ουργάνουσαν καλά ΄ν υπηρισία στου δήμου γιατί είχιν κι τ΄ν ύδριφς. Άνξαν πουλλά χαντάκια μι διακλαδώσεις κι όποιος ήθιλιν να πουτίσ΄του χουράφι τ΄ δεν είχιν παρά να δηλώσ΄ στου Δήμου πόσις ώρις ήθιλιν να πουτίσ΄, πλέρουνιν κι οι υπάλληλ΄ που ήταν υπέφθυν΄ κι βρίσκουνταν ικεί στα χουράφια έπιρναν απ΄΄ν προυηγούμ΄μέρα τα χαρτιά κι ανάλουγα άνοιγαν του αυλάκ΄κατά του χουράφ΄ που ήθιλαν να πουτίσν. Στα χουράφια, ου κάθι νοικουκύρς έσπιρνιν ότ΄ήθιλιν, άλλους έβανιν καραμπουρτσιάκ΄*, άλλους γκαρμπουλάχανα, νιρουκρόμδα, σπανάκια κι στ΄ς άκρις μακιδουνίσ΄*, άνιθουν, δυόσμουν, οι παραπάν όμους, έσπιρναν ιντζέν* οι ρίζις τ΄ κρατούσαν έξ ιφτά χρόνια χουρίς να χράζιτι να τουν σπίρς κι έκουβις κι κάνα δυό χέρια του χρόνου.

Σι αυτήν ΄ν υπηρισία του Δήμου δεν θυμούμι αν ήταν ου Κυριάκους ου Ζούνης προυϊστάμινους ή κάνας άλλους. Μια μέρα παίρν΄ τηλέφουνου ου ιπιτιλάρχης απ΄του Β.Σ.Στρατού, ήταν ου Δημήτριους Παπανικουλόπουλους, αργότιρα υπουργός Iνόπλουν δυνάμιουν σ΄ν κυβέρνησ΄τ΄ς Ένουσης Κέντρου, του 1963-64. Τουν γιότ ΄ τουν είχα πρόσκουπουν σ΄ν ινουμουτία των Τίγρεων στ΄ δέφτιρ΄ουμάδα. Παίρν΄απ΄λιέτι τηλέφουνου, ου προυϊστάμινους ικείν΄τ΄ν ώρα έλλειπιν κι του σκιών΄ ένας τιχνίτ΄ς . Τουν ρουτάει ου ιπιτιλάρχης; γιατί το νερό που έρχεται στους στρατώνες είναι λιγοστό εδώ και δυό τρείς ημέρες; Στρατηγέ μ΄, αυτές τ΄ς μέρις έχουμι λειψανδρεία κι δεν μας φτάν΄. Καλά δεν μου λέγατε να σας στείλω μερικούς στρατιώτες να σας βοηθήσουμε; Προυσουπικό έχουμι μπόλ΄κου, νιρό δεν έχουμι! Κατάλαβιν κι ου ιπιτιλάρχης κι σφάλτσιν του τηλέφουνου.

Όταν έφτασάμι, ου κιρός ήταν λίγου μπουτζουμένους* κι είχιν κι πουλλά μαύρα σύννιφα, αλλά δεν πιρίμινάμι να βρέξ΄ . Βρήκαμι τ΄ς γλυκιές, μάζουξάμι μπόλ΄κα γλύκα κι άντι τσουπίς*. Αμ, πρόλαβάμι; δεν πρόλαβάμι! ήταν που ήταν βιράνγκους* κι ανάπουδους ου κιρός, αλλά δεν καρτιρούσαμι να ανοίξν κι τα ουράνια! Τσακών΄μια τρανή βρουχή μι αέραν κι σι λίγα λιπτά μας έφκιασιν μπλιόντα*, απ΄του κιφάλ΄μέχρι τα νύχια.

Του ΄47 μας ανάλαβαν οι Αμιρικάν΄ μι τουν ιμφύλιου, τώρα γίνγκαμι σουστά αμιρικανάκια.
Γιατί; γιατί αν μας τσακώσν τίπουτα βρουχές μι αέραν δεν χάνουμι τουν κιρό κι τ΄ς δίνουμι κι μείς ουνόματα, τ΄ς τυφώνις κι τ΄ς κυκλώνις, τώρα δεν τ΄ς είπαμι Ξινουφώντα; κι τουν άλλουν που τα έρχουνταν, Ζουρμπά; Ιδώια όμως, μας παραδέχουμι, δεν γίνγκαμι ιντιλώς αμιρικανάκια, να τ΄ς πούμι μι ξένα γυνικεία ουνόματα, τ΄ς είπαμι μι ιλληνικά.

Τώρα ιμείς πώς τα έπριπιν να πούμι αυτό του ντουρλάπ΄* που μας τσάκουσιν, Γιανγκούλα;
Δεν είχιν κι κάνα μέρους ικεί κουντά να σιβούμι μέσα, καμιά απουθήκ΄ κάνα κιόσκ΄*, οι μπαχτσιέδις ήταν παρακάτ.
Μας είχαν ουρμινέψ΄* να μην παένουμι όταν βρέχ΄ απ΄ απχάτ απού κάνα δέντρου,ούδι κουντά σι σκλιά γιατί αυτά τα δυό τραβούν τ΄ς κιραβνοί. Σκλί δεν είχαμι, αλλά μούνγκι σι δέντρου μπουρούσαμι να παένουμι, αλλά που να παέντς, ακουτούσις*; να πέσ΄ κι κάνας κιραβνός κι να ΄χουμι κι΄άλλα ντράβαλα*!
Γίνκαμι μουσκίδ΄απ ΄ν κουρφή μέχρι τουν πάτου. Χύθκαν κι τα γλύκα κι δεν μας έφτανιν αυτό, τα παπούτσια μας ακουλνούσαν στ΄ς λάσπις, αλλά αυτές δεν ήταν απ΄τ΄ς κανουνικές λάσπις, ήταν ιένα άσπρου χώμα που μι τ΄βρουχή γίνκιν λάσπ΄κι ακουλνούσιν. Ήταν πηλός.

Μι τα πουλλά κι γιουμάτ΄ άσπρις λάσπις μέχρι τα μάτια απ΄λιέν΄ κι μουσκίδ΄, έφτασάμι στα σπίτια μας. Του τι γίνγκιν στου σπίτ΄ που να του πιριγράψω, έπισιν τέτοιου μπιρντάχ* που ακόμα κι σήμιρα του θυμούμι. Στου σπίτ΄ τ΄Μάκη φαντάζουμι τι τα γίνγκιν! Μπουρεί να τα φόρτουσαν κι σι μένα σαν τρανύτιρους που ήμαν.
Για κατηχητικό ούδι λόγους, είχιν πιράσ΄κι η ώρα γιατί ΄ν είχαμι φάει μι τουν κιρό κι έτσια μι αυτήν την ιφκιρεία ξέκουψα μιαν κι καλή, δεν ξαναπάτσα! Ουδέν κακόν αμιγές καλού.

Άιντι ρά, τα λιέμι

Λέξεις μι *
Καλιάκους=Κυριάκος
Γίτσα=Πελαγία
Σαργκί=χώρος που αποτελείτο από συνήθως ξύλινους πάγκους και αποτελούσε πρόχειρο κατάστημα. Σε πολλές περιπτώσεις περιφραγμένο με χάρμπορ και μακαβάδες και σκεπασμένο με λαμαρίνες. Όπως ήταν το Μισκιάθκο που αποτελούνταν από πολλά τέτοια καταστήματα, συγκεντρωμένα σε ενιαίο χώρο.
Λούνις=τοποθεσία νότια της Κοζάνης
Όχτος=σύνορο δύο χωραφιών, πολλές φορές ανισόπεδων
Γκόμπλιτσα=χωριό Κρόκος
Πουλέμσα=Πέταξα, έριξα
Κουσιός=τρέξιμο
Τσιάντα =σχολική σάκκα
Σπούρτα=Χωριό Καρυδίτσα
Χαβούζα=στέρνα, δεξαμενή
Μπούζ΄=πολύ κρύο, παγωμένο
Καραμπουρτσιάκ’=πρασινάδα, τροφή για τα ζώα
Μακιδουνίσ΄=μαϊντανός
Ιντζές=τριφύλλι
Μπουτζουμένους= με κατεβασμένα τα μούτρα, εδώ μτφ συννεφιασμένος
Τσουπίς=προς τα πίσω, όπισθεν
Βιράνγκους= άχρηστος, ανάποδος, άτιμος
Μπλιόντα=μούσκεμα, από το κεφάλι έως τα πόδια
Ντουρλάπ΄=αέρας δυνατός ανακατεμένος με σκόνη ή χιόνι, θύελλα
Κιοσκ΄=ανοιχτός σκεπασμένος χώρος
Ουρμινέψ΄=μας είχαν συμβουλεύσει
Ακουτούσις=τολμούσες
Ντράβαλα=φασαρίες
Μπιρντάχ΄=γερό ξύλο (έφαγα γερό ξύλο)

Μήκας Ελίμειος
30 Σεπτεμβρίου 2018