Χ. Τσιμηνάκη – Τσαδήρα: «Ήμουν μικρό κορίτσι, 11 ετών, μαθήτρια πέμπτης δημοτικού, με άριστες πάντα επιδόσεις και στο γυμνάσιο. Όταν μαθεύτηκε πλέον ότι ο ελληνικός στρατός επετέθη και πέρασε τα σύνορα, ένας με τον άλλον οι Κοζανίτες πήγαιναν κρυφά στα μαγαζιά κι έλεγαν: Οι τ’ς έμασαν σιαπάν τ’ς άλν’νους». Κι ύστερα «έφτασαν στ’ Μιλούνα, πέρασαν τ’ Μιλούνα, έφτασαν σ’ν Ελασσόνα, σέφκαν στα Σέρβια κ.ο.κ.».  Τα παιδιά τα δικά μας είχαν υποχρέωση να καταταγούν στον Τουρκικό στρατό, όταν έφταναν σε ηλικία 20 ετών. Γι’ αυτό πολλοί κατόρθωναν κι έβγαιναν από το Γκομπλίτσι με μουλάρια στη Λάρισα – ήξεραν τα μονοπάτια οι αγωγιάτες – κι από κει στον Πειραιά από που μετανάστευαν στην Αμερική.

Ένας από αυτούς που δεν μπόρεσε να αποφύγει την κατάταξη ήταν και ο αδερφός της μητέρας μου, ο Μπαρμπαγιώργης, που όταν υπεχώρησε ο τουρκικός στρατός στα Σέρβια, αποφάσισε να διαφύγει με δύο άλλους Κοζανίτες γείτονές του, γιατί φοβήθηκαν ότι θα τους σκοτώσουν οι Τούρκοι. Στο δρόμο της επιστροφής για την Κοζάνη, σε μία συμπλοκή με αγάδες στο Κουτσιούκματλί, τραυματίστηκε σοβαρά ο Αηδόνης  – ο ένας από τους τρεις – κι ενώ τον μετέφεραν καταματωμένο οι άλλοι στον ώμο τους, στο δρόμο ξεψύχησε. Έφτασαν σε οικτρή κατάσταση στην Κοζάνη, τον πήγαν και τον άφησαν στο σπίτι του. Ο θείος μου φτάνοντας νύχτα ξυπόλυτος στο σπίτι, έπεσε αναίσθητος από την κούραση στην πόρτα. Την άλλη μέρα τους είπε τα συμβάντα.
Όταν λοιπόν το απόγευμα της 11ης Οκτωβρίου είπαν «έρχονται – έρχονται» γιατί είχε φθάσει η είδηση ότι έρχεται ο στρατός και πολλοί Κοζανίτες βγήκαν έξω από την πόλη, φοβηθήκαμε μήπως είναι τουρκικός στρατός, αυτοί όμως είχαν οπισθοχωρήσει, είχαν διαλυθεί. Όταν μπήκε ο πρώτος καβαλάρης, ο οποίος λεγόταν Καρράς, αυτό που έγινε δεν μπορεί να περιγραφεί δεν μπορεί κανείς να το εξιστορήσει. Πανζουρλισμός, συγκίνηση απερίγραπτη, όλος ο κόσμος παραληρούσε. οι καμπάνες χτυπούσαν ασταμάτητα, ο Δεσπότης με όλους τους παπάδες και οι αρχές στο πόδι για την προϋπάντηση. Ο καβαλάρης ήταν πολύ συγκινημένος. Ο κόσμος τον κατέβασε κάτω, τον αγκάλιαζε, τον φιλούσε, πετούσαν τα φέσια τους και τα πατούσαν να τα ξεσχίσουν, αλλά αυτά δεν σχίζονταν. Είδαν ανθρώπους που ήταν χρόνια μαλωμένοι να αγκαλιάζονται και να φιλιούνται, το έκαναν λόγο αυτό, θυμάμαι. Την ίδια μέρα το απόγευμα έγινε επιτροπή γιατί ήρθε πολύς στρατός να τους τακτοποιήσουν σ’ όλα τα σχολεία και σε πολλά σπίτια. Παράγγειλαν να σφάξουν κότες και να τους κάνουν σούπα τραχανά, να τους δώσουν και κρασί να πιουν γιατί ήταν κουρασμένοι και κρυωμένοι. Την άλλη μέρα βγήκε τελάλης Στο παζάρι και φώναξε: Ακούστε μικροί-τρανοί, τώρα που ήρθε το ελληνικό θ’ αλλάξει η ώρα. Είχαμε μεσημέρι 6:00 Η ΏΡΑ και τα μεσάνυχτα πάλι 6:00.  Τώρα θα γίνει 12 το μεσημέρι και 12 τα μεσάνυχτα. Επειδή όμως λίγοι είχαν ωρολόγια σκέφτηκαν οι τρανοί «να χ’πουν» το μεσημέρι την τρανή καμπάνα τ’ Αη- Νικόλα, 12 φορές, ντάνγκ, ντάνγκ…, για ν ‘ ακούει «όλ’ η Κόζιαν». Τα μαγαζιά μόλις άκουγαν το ντάνγκ, κατέβαζαν τις γκλαβανές απ’ τα μαγαζιά «μπράσκα-μπρούσκα κι όλ’ πχιαλτόν στου σπίτ’ για φαί»!
Την Κυριακή ήρθε ο βασιλιάς, ο Γεώργιος. Τον θυμάμαι πολύ καλά, λεπτός ξανθός, με μεγάλο μουστάκι στριμμένο. Βγήκε και περπάτησε μόνος του ως επάνω στο διοικητήριο, – ήταν τουρκικό τότε -, είπαν όμως ότι δυο της συνοδείας του με πολιτικά, τον παρακολουθούσαν από μακριά. Χαιρετούσε παντού. Εγώ ήμουν στην πόρτα και στο γύρισμα. Η μητέρα είχε βασιλικό , τον ετοίμασε και μου λέει, πάρε να δώσεις τον βασιλιά. Πήγα κοντά του με τον βασιλικό στο χέρι. Με χάιδεψε στον ώμο.
– Το όνομά σου παιδί μου;
– Χιόνια.
– Όνομα και πράγμα Χιόνια, είπε ο βασιλέας. Τα θυμάμαι πολύ καλά τα λόγια του. Ήμουνα άσπρη στο πρόσωπο και ξανθιά.
Όταν έγινε η άτυχη οπισθοχώρηση του στρατού μας στο Ναλμπάνκιοϊ προ του Σόροβιτς, σε λίγες μέρες, αλλά για πολύ λίγο, οι Τούρκοι απ’ το Σινικλή και γύρω χωριά πήραν θάρρος και προσπάθησαν να μπουν και να λεηλατήσουν την Κοζάνη. Οι γέροντες και τα γυναικόπαιδα τράπηκαν προς τα Σέρβια υπό καταρρακτώδη βροχή, αλλά οι νέοι της Κοζάνης βγήκαν με τα όπλα στα υψώματα του χαμηλού Αηλιά,  να υπερασπίσουν την πόλη. Πολεμούσαν όρθιοι, μικρά παιδιά πολύ, δεν ήξεραν. τους έλεγαν πέστε κάτω και πυροβολείτε.
Τότε σκοτώθηκε ένας νέος, ο Γκλιόφας 30 ετών. Πολέμησε και ο άντρας μου, που ήταν 15 ετών τότε. Όλοι στα σπίτια είχαμε κρυμμένα όπλα, γκράδες, γιατί η Κοζάνη κινδύνεψε παλιότερα πολλές φορές από επιθέσεις και λεηλασίες, πρόσφερε όμως πολλά στον αγώνα της Μακεδονίας για την ελευθερία. Όλα αυτά τα διδασκόμασταν τότε στο σχολείο, θυμάμαι πάντα το συγχωρεμένο καθηγητή μας Μαλούτα, φλογερό πατριώτη, που ήταν μέλος της τοπικής επιτροπής του Μακεδονικού Αγώνα και συνεργάστηκε με τον Παύλο Μελά, ο οποίος ποτέ δεν περιοριζόταν στο τυπικό μάθημα, αλλά πάντα μας μιλούσε με ενθουσιασμό για την ιστορία της Κοζάνης και τους αγώνες του έθνους, μας εμψύχωνε, μας έκανε να νιώθουμε περήφανοι».

Περιοδικό Ελιμειακά, Τεύχος 20, Ιούνιος 1988 – Συντάκτης Στράτος Ηλιαδέλης

Για τη μεταφορά στο διαδίκτυο kozan.gr