Μεγάλωσα σ’ ένα χωριό της Δυτικής Μακεδονίας τον Κλείτο, στο νομό Κοζάνης,επαρχία Εορδαίας. Το χωριό μου απλωνόταν στη μέση ενός μεγάλου οροπεδίου, εκεί που σήμερα καπνίζουν τα φουγάρα της ΔΕΗ και η περιοχή μοιάζει με κρανίου τόπο. Οι μνήμες του τόπου και των ανθρώπων είναι πολύ δυνατές και στάλαξαν στην ψυχή μου την ανάγκη να ψάξω τα χνάρια της πατρίδας των γιαγιάδων μου, να ακολουθήσω τα βήματα τους στην πορεία προς την Ελλάδα, μέσα από μια οδύσσεια χιλιάδων χιλιομέτρων, η οποία κατέληξε στη Συρία και μετά στον Λίβανο και από εκεί στην πατρίδα των ονείρων τους, την Ελλάδα.

Οι γιαγιάδες μου Μαρία και Σοφία υπήρξαν για μένα οι φορείς της μητρικής μου γλώσσας,της Ποντιακής,ήταν η ιστορία και ο πολιτισμός ενός περήφανου λαού.Οι αφηγήσεις τους έγιναν βίωμά μου από πολύ μικρή ηλικία. Δε μεγάλωσα με παραμύθια, αλλά με τα δάκρυα της γιαγιάς μου της Σοφίας. Κάθε φορά που μου έλεγε πώς έθαψε το τελευταίο της παιδί στο Χαλέπι, έκλαιγε:«Πούλιμ,εκείνο επέθανε,γιατί εκοιμέθαμε αφ’κά΄ ασό ιντζίρ και εκείνο το αφορισμένο, βαρύν ύπνον φέρ’»(εκείνο πέθανε, γιατί κοιμηθήκαμε κάτω από μια συκιά και αυτή φέρνει βαρύ ύπνο, θάνατο δηλαδή). Υπήρξε όμως από τους τυχερούς, έζησε, ήρθε στη νέα πατρίδα,παντρεύτηκε τον χήρο παππού μου,ο οποίος είχε ένα παιδί, έκανε ξανά παιδιά,ρίζωσε. Τα δάκρυα της γιαγιάς μου με στοίχειωσαν. Η άλλη μου γιαγιά,η Μαρία,χάνοντας τον άντρα της παντρεύτηκε τον παππού μου, χήρο με τρία παιδιά. Ακόμα με καίνε και τα δικά της δάκρυα, όταν έλεγε πως την ανάγκασαν να αποχωριστεί το παιδί της και ξαναπαντρεύτηκε τον παππού μου.

Οι δυο γιαγιάδες μου ήταν φίλες και κατάγονταν από το Αλτίνογλου Τσιφλίκ της Σεβάστειας. Μέσα από τις διηγήσεις τους αγάπησα αυτό το μέρος. Κάνοντας έρευνα για το χωριό τους, ένιωσα σαν να έζησα εκεί, λες και είχα μνήμες. Μύριζα τα αρώματα της γης και ένιωθα τον αέρα της Ανατολής. Ο άλλος παππούς καταγόταν από το ορεινό Επές, μια περιοχή με 18 Ποντιακά χωριά. Η Κοβ-Τεπέ ήταν το χωριό της καταγωγής του. Μελετώντας βρέθηκα εκεί στα άγια χώματα, τα παιδικά ακούσματα έγιναν πραγματικότητα και τα χαρακτηριστικά αυτών των ανθρώπων τα αναγνώρισα και σε μένα. Οι κάτοικοι των δυο αυτών χωριών Αλτίνογλου Τσιφλίκ και Κοβ-Τεπέ, είχαν κοινή καταγωγή. Στα μέσα του 19 αιώνα έγιναν πολλές μετακινήσεις. Οι πρόγονοί μου προέρχονταν όλοι από την Αργυρούπολη. Όταν έκλεισαν τα μεταλλεία,αναζήτησαν αλλού καλύτερες συνθήκες.Έτσι η κοινή τους καταγωγή, η εξορία προς τη Συρία και τα κοινά βάσανα,οδήγησαν τα βήματά τους στον ίδιο τόπο εγκατάστασης στη νέα τους πατρίδα. Το νέο τους χωριό,ο Κλείτος,έγινε ο τόπος που τους ένωσε για πάντα.Στο νέο χωριό εγκαταστάθηκαν και λίγες οικογένειες από διαφορετικά μέρη (Ιντζέσου,Χαμουρί,Ατάπαζαρ,Τεκνετζούκ,Τοκάτη).

Τα χρόνια της προσφυγιάς και ο αγώνας για επιβίωση ήταν αυτά με τα οποία πάλεψαν πολλά χρόνια.Τόπος φτωχός,χωρίς νερά,έδιωξε για μια ακόμα φορά αυτούς τους ανθρώπους από τον τόπο τους και έγιναν μετανάστες. Πέτρινα χρόνια,δύσκολα,αλλά πάντα τα κατάφερναν.Σπούδαζαν τα παιδιά τους,έστηναν νοικοκυριά,προόδευαν. Το έδαφος του άγονου χωριού όμως έκρυβε στα σπλάχνα του έναν σπά- νιο θησαυρό,τον λιγνίτη.Οι μετανάστες επέστρεψαν,η εργασία στην ΔΕΗ ανέβασε το βιοτικό τους επίπεδο, αλλά οι συνθήκες του περιβάλλοντος άλλαξαν ριζικά τη ζωή τους. Η καθημερινότητά τους για περισσότερες από τρεις δεκαετίες έγινε αβάσταχτη.Η μόλυνση του περιβάλλοντος οδήγησε στην αρρώστια και στο θάνατο. Πριν λίγα χρόνια το χωριό μετεγκαταστάθηκε λίγο έξω από την Κοζάνη, σε ένα πολύ όμορφο φυσικό περιβάλλον.Τις μνήμες όμως,την ιστορία,το παρελθόν τα κουβαλάμε όπου και αν πάμε. Αυτά καθορίζουν και το παρόν μας. Το βιβλίο μου είναι ένα ταξίδι στην ιστορία, στο παρελθόν,σε όσα πόνεσαν και πλήγωσαν τους ανθρώπους της πρώτης γενιάς και κατά ένα ανεξήγητο τρόπο πονάνε ακόμα και μας,σχεδόν 100 χρόνια μετά τον ξεριζωμό.

 

Εκδόσεις Κυριακίδης, από εβδομάδα στα βιβλιοπωλεία