Δεν το ΄γραψα ιδώ κι καμιά βδουμάδα για να μην ριζιλιφτώ, όπους λιέει κι στου τραγούδ΄ου Παπάζουγλους*, αλλά αυτός του λιέει για μια κουπέλα να φκιάσ΄ πως τουν αγαπάει, για να μην ριζιλιφτεί. Ιγώ δεν ιέχου τέτχια προυβλήματα!!

Γυρνούσα απ΄του φουτουτυπείου μι φουτουτυπίεις στα χέρια κι προυσπάθ΄σα να πιράσου απέναντι απ΄τουν κιντρικό δρόμου κι να παένου σην καφιτέρια που μη καρτιρούσιν η γυναίκα μ΄ να πιούμι καφέν αντάμα. Έφτασα κουντά στου πιζουδρόμιου κι σαν χαζουχαρούμινους σήκουσα του διξί του πουδάρ΄να πατήσου στου κράσπιδου κι στου πιζουδρόμιου. Αμ δεν!

Σήκουσα του πουδάρ΄έβαλα κι όλ΄τ΄δύναμ΄για να πατήσου αλλά βρέθκα ξάπλα ουπάν στου πιζουδρόμιου, φαρδύς πλατύς. Αλλού πήγαν οι φουτουτυπίεις άλλου τα γιαλιά κι άλλου η τσιάντα που είχα κριμασμέν΄στουν ώμου. Πχιάλσαν καμόσ΄να μη σκιώσν, άλλους έτριξιν να μαζώξ΄τα χαρτιά που τα πήριν ου αέρας κι όλ΄ίλιγαν αν χτύπσα πουθινά. Ιφτιχώς μούνγκι στου στήθους διξιά, γιατί έπισιν όλου του βάρους εκεί. Τι είχιν γίν΄; απλά αντί να κάμου ιένα βήμα ακόμα κι να σ΄κώσου του πουδάρ΄ιγώ του σήκουσα ιένα βήμα πριν.

Να πώς μπουρεί να σκουτουθεί καένας στου ίσιουμα απ΄λέν, να τσακίσ΄κάνα χέρ΄, κάνα πουδάρ΄κι να πχιαλάει κι να μι προυφταίν΄. Μι λιέει ιένας, σι μάτιασαν! τι μι μάτιασαν αρά; άμα ιγώ δεν προυσέχου, του μάτ΄ μι φταίει; Κοιτούσα μέσα σην καφιτέρια να δώ που κάθουνταν η γυναίκα μ΄, του μάτ΄μ΄εφτιξιν!! Τέλους πάντος, » τέλους καλό, όλα καλά » απ΄λιέει κι ου τίτλους του θιατρικού έργου τ΄Σαίξπηρ.

Όλα αυτάια όμους μι θύμσαν μια ιστουρία σην Κόζιαν, ιδώ κι κάνα-δυό χρόνια.
Δεν μπουρώ να καταλάβου, όλα τα στραβά κι τ΄ ανάπουδα σι μένα τα πέσν;
Δεν ξέρου αν κι ισείς έχτι τέτχις πιριπέτειις. Ας μι γράψ΄καένας να δώ τι γίνιτι!
Του κουκαλάκ΄τς νυχτιρίδας απ΄΄ν ανάπουδ΄ιέχου; Δεν ξέρου τι να πώ κι τι να μουλουΐσου!
Πάεινα στουν Πίττα ν΄αγουράσου γκανταΐφ να του φκιάσ΄η γυναίκα μ΄ φουλιές, να ΄χουμι να κιρνούμι καέναν που τα έρχουνταν σπίτ΄, ιδώ π΄τα λιέμι μ΄άρέζ΄κι μένα, αλά ταχατιά να το ΄χουμι για κέρασμα κι λίγου-λίγου στα μουλουχτά, ν΄αδιάζ΄του ταψί.

Ικεί γύρου απ΄τ΄ Καρατζέτζ΄τα σχουλειά, απού ΄ν πίσου τ΄μιρά, μι φαίνιτι Φαρμάκ΄ τ΄λιέν τ΄ουδό, μόλις έριξα του πουδάρ΄στου δρόμου να πιράσου απέναντι, κι γλέπου να έρχιτι μια κούρσα πατ΄μέν΄ απού σιακάτ΄απού τ΄φον Κουζάν΄, τ΄σκουτουμού κι έστριψιν μι τ΄φόρα που είχιν διξιά τ΄γουνία, ίσια που πρόλαβα κι τράβηξα του πουδάρι μ΄ στου πιζουδρόμιου, αλλιώς τα μι πατούσιν!

Ου ουδηγός, ουδηγούσιν μι του ιένα χέρ΄στου τιμόν΄, στου άλλου είχιν του κινητό κι στου στόμα-δεν τήρσα κι καλά-μι φάνγκιν τσιγάρου ή ουδουντουγλιφίδα!! Σαν τουν Σβί Σέρφ**, τουν θυμάστι αρά τουν προυπουνητή του μπάσκιτ; Τι στου πιγνίδ΄, τι σι συνέντιφξ΄, όλου μια ουδουντουγλιφίδα είχιν στου στόμα τ΄, δεν ξέρου αν ΄ν είχιν κι στουν ύπνου τ΄!
Ανοίγου τα χέρια μ΄κι φουνάζου, Έλιους αρά, έλιους!!
Σταματάει ου άρχουντας, χουρίς να κατιβεί κι μι φκιάν΄κι ΄ν παρατήρησ΄.
-Τι φουνάιζ΄αρά;
Είνι να μι φουνάζου αρά, τα ουρλιάξου, όχι τα φουνάξου! πώς του παίιζ αρά; ξιχρέουτους κι δεν σι νοιάζ΄, ιδώ κυκλουφουράει κόσμους αρά κι σι μι του κινητό στου χέρ΄ ουδηγώντας κι να στρίβς κιόλαντς πατ΄μένους;
-Βιάζουμι αρά!
Γιατί ιμείς δεν βιάζουμέστι!! του βούλουσιν κι έφυγιν!
Τι είπις, αν είπιν συγνώμ΄; Ίσι μι τα καλάς αρά; Συγνώμ΄ καρτιράς απ΄τα μπλάρια ρα;
Δεν μπουρώ να πώ, σην Κόζιαν΄ οι παραπάν΄ουδηγοί σταματούν όταν γλέπν να πιρνάει καένας απέναντι στουν δρόμου, αλλά είνι κι καμόσ΄ ιφτιχώς ουλίγ΄, άξιστ΄να τς πείς, αγροίκ΄ να τς πείς, χαϊβάνια να τς πείς, ότ΄ κι να τς πείς μέσα τα πέισ΄! δεν καταλαβαίν΄ ντίπ καντίπουτας. Αυτοί είνι που χαλνούν ΄ν εικόνα τ΄ς πόλης.

*Κάνε πως μ΄αγαπάς. τραγούδι σε στίχους του Μανώλη Ρασούλη
Μουσική: Νίκου Ξυδάκη. Τραγούδι: Νίκος Παπαζόγλου συνοδεύει
η Σοφία Διαμαντή. Από το δίσκο «ΔΗΘΕΝ» 1979
** Σβί Σέρφ. Ισραηλινός προπονητής Μπάσκετ

Μήκας Ελίμειος
22 Οκτ., 2018