Για «γενικότερη αδιαφορία και υποτιμητική αντιμετώπιση» από τους τοπικούς παράγοντες της Δυτικής Μακεδονίας στο ζήτημα των δομών για τους ψυχιατρικά ασθενείς, έκανε λόγο ο διευθυντής της Ψυχιατρικής Κλινικής του Μαμάτσειου Νοσοκομείου Κοζάνης, Γεώργιος Γκόγκος, σε συνέντευξη που παραχώρησε στο kozan.gr. Ο διευθυντής αναφέρθηκε στην παρούσα κατάσταση της Ψυχιατρικής Κλινικής, στην επάρκεια του προσωπικού, στις προοπτικές αποϊδρυματοποίησης των ασθενών αλλά και στα περιστατικά καθήλωσης των νοσηλευομένων.

Επιπλέον, όπως χαρακτηριστικά υπογράμμισε ο κ. Γκόγκος «υπάρχει αύξηση [των ανθρώπων που προσέρχονται στην ψυχιατρική κλινική] για εξέταση, λόγω της οικονομικής κατάστασης (…)καθώς «το άγχος μπορεί να πυροδοτήσει και βαρύτερες ψυχικές παθήσεις που είναι σε ύφεση, ακόμη και μια ψύχωση».

Ν.Χ.: κ. Γκόγκο ποια είναι η κατάσταση της Ψυχιατρικής Κλινικής σήμερα; Υπάρχει επαρκές ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό;

Γ.Γ. : Είναι σχετικά ικανοποιητικά, όχι όμως αυτό που θα έπρεπε να είναι . Η κατάσταση είναι καλύτερη σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια. Τώρα είμαστε τέσσερις [γιατροί] , που λόγω του φοβερού φόρτου εργασίας που αυξήθηκε κατά πολύ τα τελευταία χρόνια για διάφορους λόγους, κυρίαρχα για τους οικονομικούς , καθώς όλοι έρχονται σε εμάς για εξέταση, δεν πηγαίνουν σε ιδιώτες λόγω της οικονομικής επιβάρυνσης. Επίσης υπάρχει αύξηση λόγω της οικονομικής κατάστασης, διότι ο κόσμος παρουσιάζει εύκολα ψυχικά προβλήματα. Υπό κανονικές οικονομικές συνθήκες δεν θα απευθύνονταν σε μας για να ζητήσουν βοήθεια.

Ν.Χ.: Μιλάμε για άγχος , κατάθλιψη και ψυχικές διαταραχές αυτού του επιπέδου;

Γ.Γ.: Αυτού του επιπέδου αλλά το άγχος μπορεί να πυροδοτήσει και βαρύτερες ψυχικές παθήσεις που είναι σε ύφεση, ακόμη και μια ψύχωση δηλαδή. Όταν κάποιος αγχωθεί και του κάνουν δέκα τηλέφωνα από τράπεζες παραδείγματος χάριν, ο ψυχωσικός που υπό αγωγή θα ήταν σε ηρεμία μπορεί να «φουντώσει». Και βαρύτερες παθήσεις, αλλά και για παθήσεις που όπως είπα δεν υπήρχε περίπτωση άτομα να προσέλθουν σε εμάς, έρχονται.

Ν.Χ. : Πόσους ασθενείς δύναται να φιλοξενήσει η Ψυχιατρική Κλινική Κοζάνης;

Γ.Γ.:Η κλινική έχει μία δύναμη είκοσι ατόμων, και είναι γεμάτη σχεδόν πάντα.

Ν.Χ.: Ποιες είναι οι συνθήκες νοσηλείας των ασθενών; Αξιολογείτε πως χρήζουν κάποιας βελτίωσης;

Γ.Γ.: Βελτίωση οπωσδήποτε. Και εδώ θα μπορούσαν να γίνουν καλύτερα τα πράγματα, θεωρώ όμως ότι είναι ικανοποιητικές.

Ν.Χ.: Θεωρείτε ότι το σύστημα φροντίδας ασθενών με ψυχικές διαταραχές θα πρέπει να αλλάξει σε επίπεδο πολιτείας, ώστε να υπάρξει προοπτική αποϊδρυματοποίησης των ασθενών;

Γ.Γ.: Εάν υπήρχαν και άλλες δομές, φυσικά θα μπορούσαμε να λειτουργήσουμε καλύτερα, καθώς κάποιο άτομο που νοσηλεύεται εδώ και ξεπερνά την οξεία φάση –γιατί οι παθήσεις που διαχειριζόμαστε είναι μακρόχρονες και χρειάζονται μια συνεχή επίβλεψη- εάν λοιπόν υπήρχαν ξενώνες και άλλες δομές ώστε να μπορούσε να συνεχιστεί μία μακρόχρονη θεραπεία, θα ήταν πιο λειτουργική. Εάν φυσικά μέσα των δομών υπήρχε η δυνατότητα κάποιας ελάχιστης επαγγελματικής δραστηριότητας , δηλαδή κάποια ολιγόωρη εργασία για τα άτομα αυτά, σιγά σιγά θα μπορούσαν να τα βοηθήσουν να ξεπεράσουν και οριστικά προβλήματα.

Ν.Χ.: Θεωρείτε ότι στη Δυτική Μακεδονία είμαστε «πίσω» σε αυτό το κομμάτι της αποϊδρυματοποίησης;

Γ.Γ.: Στη Δυτική Μακεδονία είναι σχεδόν ανύπαρκτες οι υπόλοιπες δομές εκτός από την Ψυχιατρική Κλινική, που θα έπρεπε να έχει ένα σκοπό και μόνο, δηλαδή να νοσηλεύει ασθενείς. Είμαστε και κέντρο ψυχικής υγείας , δηλαδή έρχονται εδώ άνθρωποι που ζητούν βοήθεια, αναγκαζόμαστε να κάνουμε ψυχοθεραπείες. Έχουμε πολύπλευρο ρόλο. Εδώ αναγκαζόμαστε να προσφέρουμε και παιδοψυχιατρικές υπηρεσίες, παρότι δεν έχουμε παιδοψυχιατρική, παρεμβαίνοντας βέβαια σε έναν ελάχιστο βαθμό, λόγω ανυπαρξίας των ειδικών.

Ν.Χ.: Είναι δεδομένο πως πρέπει να επιδεικνύεται σεβασμός προς την προσωπικότητα του ασθενούς, ωστόσο δεδομένων των συνθηκών που περιγράφετε, θεωρείτε ότι πρακτικές καθήλωσης είναι αναγκαίες να εφαρμόζονται σε ασθενείς με επιθετική ή αυτοκαταστροφική συμπεριφορά; Καθώς έχουν δει το φως της δημοσιότητας και εικόνες με ανθρώπους «δεμένους» σε καθημερινή βάση.

Γ.Γ.: Ο σεβασμός απέναντι στον ασθενή, εδώ στη δική μου κλινική είναι απόλυτος. Εάν κάποια φορά είναι αναγκαστικός κάποιος περιορισμός του ασθενούς, είναι κυρίαρχα για τον ίδιο τον ασθενή και σε δεύτερο βαθμό για το περιβάλλον, για εμάς δηλαδή. Δηλαδή μια σχετική καθήλωση, για να μην υποστεί ο ίδιος κάτι γιατί αυτό γίνεται όταν ο ασθενής είναι εκτός ελέγχου. Αυτό είναι αναγκαστικό και γίνεται παγκοσμίως, όχι μόνο εδώ. Η καθήλωση γίνεται για θεραπευτικούς λόγους, όχι για τιμωρητικούς. Όταν κάποιος ασθενής δεν δέχεται θεραπεία γιατί δεν αντιλαμβάνεται ότι είναι ασθενής, η θεραπεία γίνεται ακούσια, χωρίς τη θέλησή του, για να συνέλθει. Όταν αυτό γίνεται [η καθήλωση] στη δική μου κλινική δεν υπάρχει άτομο που να ξεπέρασε σε χρόνο τις 8-10 ώρες καθήλωσης. [Ο ασθενής] θα πάρει κάποια αγωγή, θα ηρεμήσει και μετά είναι διαφορετικός ο χειρισμός. Το ζήτημα είναι να μην γίνεται κατάχρηση.

Ν.Χ.: Πως είναι διαμορφωμένοι οι χώροι της Ψυχιατρικής Κλινικής;

Γ.Γ. Τα δωμάτια είναι όπως και του υπόλοιπου νοσοκομείου, αλλά υπάρχουν και κάποια δωμάτια που είναι ειδικά διαμορφωμένα για να μην υπάρχει επικινδυνότητα για τους ασθενείς και να είναι εκείνοι πιο ασφαλείς. Υπάρχουν δωμάτια στα οποία δεν υπάρχουν αιχμηρά αντικείμενα, δεν υπάρχουν καθρέφτες , εκεί όπου ο ασθενείς δεν έχει τον έλεγχο της πραγματικότητας. Εάν υπήρχε και κατάλληλο προσωπικό και σε αριθμό και σε ποιότητα, και με τον όρο ποιότητα εννοώ ότι στα ψυχιατρικά τμήματα θα έπρεπε να υπάρχουν κάποιοι νοσηλευτές συνήθως άντρες – γιατί θα χρειαστεί καμιά φορά να περιορίσουμε κάποιον ασθενή- κατάλληλα εκπαιδευμένοι οι οποίοι θα προφυλάξουν πιο εύκολα τον ασθενή, να τον περιορίσουν χωρίς πάλη, τα πράγματα θα ήταν σαφώς βελτιωμένα.

Ν.Χ.: Τα προβλήματα στο σύστημα φροντίδας των ψυχιατρικά ασθενών στη Δυτική Μακεδονία, έγκεινται στο ζήτημα των δομών φιλοξενίας μετά την κλινική;

Γ.Γ.: Υπάρχει έλλειψη δομών σε αυτό το κομμάτι. Κυρίαρχα στη Δυτική Μακεδονία υπήρξε μια γενικότερη αδιαφορία και υποτιμητική αντιμετώπιση. Αυτό οφείλεται κυρίως στους τοπικούς παράγοντες και στο κατά πόσον δίνουν σημασία στις συνεχείς οχλήσεις των ειδικών, για να παρέμβουν και να δημιουργηθούν αυτές οι δομές.

Νατάσα Χατζηγεωργίου