Αναρωτιέμαι τι θα έπρεπε να πει κανείς σε μία τέτοια περίσταση… Δεν μου έχει ξανατύχει, άλλωστε. Θέλω να ευχαριστήσω από καρδιάς όλους όσοι είστε απόψε εδώ.  Η παρουσία σας μου δίνει μεγάλη χαρά, με τιμά και με συγκινεί. Θέλω να πω ένα «ευχαριστώ» στους συντελεστές της εκδήλωσης. Στους διοργανωτές, τους ομιλητές, τους ανθρώπους που συμμετέχουν στην παρουσίαση του βιβλίου∙ την Κατερίνα Μαρκοπούλου, τον Αντώνη Κάλφα, την Δέσποινα Ιωαννίδου, τον Μάκη Σεβίλογλου, την Ελένη Δημοπούλου, τον Δημήτρη Γαύρο. Η συμμετοχή τους με τιμά πολύ και με κάνει χαρούμενη. Να ευχαριστήσω τους εξαιρετικούς ομιλητές, για όλα τα υπέροχα -και ‘υπερβολικά’- που είπαν… Ο καθένας με άγγιξε για εντελώς διαφορετικό λόγο. Ο τρόπος που πλησίασαν κι ανέδειξαν το βιβλίο, ο τρόπος με τον οποίο προσέγγισαν έμμεσα κι εμένα την ίδια, μου προκάλεσε έντονα συναισθήματα.

    Ένα ζεστό «ευχαριστώ», επίσης, στην Χριστίνα Καραντώνη που επιμελήθηκε το εξώφυλλο και όχι μόνο, στο Λαογραφικό Μουσείο Κοζάνης για τη φιλοξενία, στον Δημήτρη Στραβού, που συμβάλλει καθοριστικά σε κάθε μου προσπάθεια, στον Χρήστο Λαμπριανίδη για τις φωτογραφίες του βίντεο, στον Τόλη Τσιρούδη για την πολύτιμη βοήθειά του σε πολλά επίπεδα, στην Κατερίνα Κούκου για την συνδρομή  της.

   Ας περάσουμε, όμως, στο βιβλίο… Η αφορμή για να σκεφτώ να εκδώσω ένα βιβλίο, ήταν ένα τηλεφώνημα που δέχτηκα κάποιο πρωί, πριν λίγους μήνες, από τον Π.Β. Πάσχο, ποιητή κι εξέχοντα άνθρωπο των γραμμάτων,  συγχωριανό μου, που ζει στην Αθήνα, ο οποίος είχε διαβάσει κάποιο κείμενό μου, και μου είπε: «Δήμητρα, είναι πολύ καλό. Το ξέρεις ότι 10 τέτοια κείμενα, μπορούν να κάνουν ένα ωραίο βιβλίο;» Κι έτσι, άρχισα να το σκέφτομαι. Ύστερα, ο Κώστας Ριζάκης, ποιητής και πρώην εκδότης λογοτεχνικού περιοδικού, από τη Λαμία, επιμελητής στον εκδοτικό οίκο Γαβριηλίδη –ο οποίος έκανε τελικά και την επιμέλεια του βιβλίου μου-, διάβασε κι εκείνος κάτι δικό μου στην «Παρέμβαση», κι έτσι ξεκίνησε πιο συστηματικά η κουβέντα για την πιθανότητα έκδοσης ενός βιβλίου.

     Στη συνέχεια, αποφάσισα να συγκεντρώσω αρκετές από τις σκέψεις μου, κάποιες παλιότερες και κάποιες καινούριες, -γιατί το βιβλίο περιλαμβάνει δημοσιευμένα και αδημοσίευτα κείμενα- και να τους δώσω μία μορφή. Ώστε να μην είναι διάσπαρτες καταγεγραμμένες σκέψεις, αλλά να αποκτήσουν μια υπόσταση, που θα περιγράφει τη λογοτεχνική μου πλευρά, και θα μου δώσει κι εμένα την αφορμή να δω συγκεντρωτικά τη δουλειά μου και να πάω παραπέρα.

    Τρία είναι τα μέρη αυτού του βιβλίου. Είναι ένα λογοτεχνικό τρίπτυχο. Πρώτον: Κείμενα, με κοινωνικούς και εσωτερικούς προβληματισμούς. Δεύτερον: Ποιήματα και στίχοι που μελοποιήθηκαν. Τρίτον: Παρουσιάσεις.

     Οι παρουσιάσεις είναι προσεγγίσεις στο έργο λογοτεχνών και καλλιτεχνών, όχι με την έννοια της αυστηρής τυπικής κριτικής –εφόσον δεν είμαι κριτικός-, αλλά με έναν λογοτεχνικό, ίσως αισθαντικό, ευρύτερο τρόπο.

     Τα ποιήματα είναι ένα «κομμάτι» της λογοτεχνίας, που με γοητεύει πολύ… Και, βέβαια, είναι ιδιαίτερη η σχέση μου με τη στιχουργική –γι’ αυτό και το βιβλίο περιέχει αρκετούς στίχους μελοποιημένους. Ξεκίνησα με τη στιχουργική. Η σχέση μου με τη μουσική, γενικότερα, είναι πολύ στενή. Νιώθω πολύ οικεία μαζί της, την ξέρω και με ξέρει εδώ και χρόνια, με διάφορους ρόλους και με διάφορους τρόπους.

      Όσο για τα κείμενα, η αφορμή για να αρχίσω να γράφω συστηματικά στον πεζό λόγο, ήταν η ενασχόλησή μου με τη δημοσιογραφία πριν από εφτά χρόνια. Στην αρχή έγραφα επειδή έπρεπε, κι έπειτα επειδή το ήθελα, επιλέγοντας τα θέματα και δίνοντας στα κείμενα λογοτεχνικό χρώμα.

    Οι «Θυρίδες» είναι για μένα κάποιοι μικροί χώροι, σκοτεινοί, σαν κουτάκια -κάπως έτσι τις έχω στο μυαλό μου-, όπου στριμώχνονται οι σκέψεις, οι φόβοι, οι προβληματισμοί… Μαζεύονται εκεί, και στριμώχνονται συνεχώς, ώσπου δεν χωράνε πια, και κάποια μέρα αποφασίζουν ότι θέλουν να βγουν έξω, θέλουν να ειπωθούν. Όσο για τα «Υστερόγραφα» -τα 25 υστερόγραφα, που αντιστοιχούν στα 25 κείμενα του βιβλίου-, νομίζω πως στις λίγες λέξεις τους, κλείνουν όλη την ουσία.

     Τώρα, προκύπτει ένα εύλογο ερώτημα: Γιατί να θελήσει να εκδώσει κάποιος ένα βιβλίο; Το να αποφασίσεις να εκδώσεις ένα βιβλίο, να εκφράσεις, δηλαδή, τις σκέψεις σου δημοσίως, να εκτεθείς στην κρίση των άλλων –γιατί κάποιοι μπορεί να αγκαλιάσουν αυτό που κάνεις, και κάποιοι όχι (κι είναι φυσιολογικό αυτό)- είναι μια παράξενη αίσθηση, μια περίεργη υπόθεση. Από τη μία είναι δύσκολο. Από την άλλη είναι αναπόφευκτο, αν έχεις ήδη μπει σε αυτόν το δρόμο. Γιατί, η αλήθεια είναι πως, όταν δημιουργείς κάτι –σε όλους τους τομείς, στη λογοτεχνία και στην τέχνη γενικότερα – θέλεις για κάποιο περίεργο λόγο να το βγάλεις από μέσα σου.  Θέλεις να το μοιραστείς με τους άλλους. Νιώθεις πως έτσι μόνο υπάρχει. Αν το μοιραστείς. Αυτό λέει, άλλωστε, κι ένας άτυπος παγκόσμιος κανόνας της γραφής, πως «ό, τι δεν εκδίδεται σε βιβλίο, είναι σαν να μη υπάρχει». Το ίδιο ισχύει για όλα τα είδη δημιουργίας. Κι ευτυχώς είναι έτσι, λέω εγώ… Γιατί αυτό μας δίνει τη δυνατότητα να δούμε πολλά. Να κρίνουμε, να επικρίνουμε, να συγκρίνουμε, να διακρίνουμε το καλό. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, να εξελιχθούμε. Γιατί, αν δεν υπήρχε αυτή η εσωτερική ανάγκη έκφρασης, πολλά πράγματα μπορεί να μην τα βλέπαμε ποτέ. Ή να μην τα ομολογούσαμε. Ή να μην τα τολμούσαμε ποτέ.

(Από την παρουσίαση του βιβλίου «Κλεισμένα σε θυρίδες, 25 υστερόγραφα εποχής», στις 5/2/2017, στο Λαογραφικό Μουσείο)