Χθες βράδυ βρέθηκα πάλι εκεί. Πίσω από το παράθυρο του δωματίου μου στο πατρικό μου σπίτι στην Κοζάνη, κυριακάτικο πρωινό της Μεγάλης Αποκριάς. Με τραβηγμένες στο πλάι τις κουρτίνες για να παρατηρώ προσεκτικά τα πάντα έξω, για να βλέπω όσο μπορούσα καλύτερα τις ετοιμασίες για το βράδυ.

Οργασμός και χαρούμενη αναταραχή στο σταυροδρόμι της οδού Αρμενούλη, μπροστά από το παλιό αρχοντικό Βούρκα-Κατσικά. Όλος σχεδόν ο παιδόκοσμος της γειτονιάς στο πόδι. Οι «φούντες» από τα πολύχρωμα «φυλλουρίδια» που τα επιδέξια παιδικά χέρια είχαν από μέρες περίτεχνα ετοιμάσει, έπαιρναν σιγά σιγά τη θέση τους στολίζοντας τους γύρω στύλους. Ο βωμός της ξερολιθιάς στημένος στη μέση του δρόμου, με το δαδί προσεκτικά στοιβαγμένο πάνω του, έτοιμος να ανάψει το βράδυ και να σκορπίσει τη μαγική του φλόγα ψηλά στ’ αστέρια, να φωτίσει τα πρόσωπα, να ζεστάνει τις καρδιές.

Κι όταν, γύρω στο μεσημέρι, οι ετοιμασίες τέλειωσαν κι όλοι έφυγαν για τα σπίτια τους για να ξεκουραστούν και να προετοιμαστούν για το βραδινό ξεφάντωμα, αυτός έμεινε εκεί. Δε θυμάμαι τώρα πια ποιος ήταν. Μπορεί να ’ταν ο Γιάννης, ο Λάκης, ο Τάκος ή ο Θεόφιλος, ίσως και κάποιο άλλο αγόρι της γειτονιάς και της παρέας. Έμεινε εκεί, μέσα στην παγωνιά του καταχείμωνου, με δακρυσμένα τα μάτια από το κρύο, τη μύτη κατακόκκινη και παγωμένα τα χέρια, ακοίμητος φρουρός, θεματοφύλακας της παράδοσης.

Κι εγώ πίσω απ’ τα τζάμια, μέσα στη θαλπωρή του ζεστού σπιτιού μου, έμεινα εκεί «συμμετέχοντας» στη φύλαξη του φανού της γειτονιάς μας, κάνοντας παρέα από μακριά στο μικρό αγόρι. Έμεινα εκεί ασάλευτη παρακολουθώντας τις κινήσεις του, το βλέμμα του που ανήσυχα παρατηρούσε πότε δεξιά και πότε αριστερά, προσέχοντας μήπως κάποιο παιδί από άλλη γειτονιά, άλλο φανό, έρθει και κάνει τη ζημιά. Μήπως θελήσει να χαλάσει τον βωμό, να αρπάξει «φούντες» απ’ τον όμορφο διάκοσμο που τα τρυφερά παιδικά χέρια είχαν μ’ αγάπη και φροντίδα ετοιμάσει. Φύλαγε τον φανό του, τον φανό μας.

Ζήτημα τιμής ο ανταγωνισμός. Πολύ πριν ο Δήμος της πόλης και οι φορείς θεσμοθετήσουν τα χρηματικά βραβεία, η κάθε γειτονιά ήθελε να ’ναι ο δικός της ο καλύτερος φανός και τα παιδιά κυρίως προσπαθούσαν γι’ αυτό μέρες πριν. Οι πλουμιστές σερπαντίνες, τα «φυλλουρίδια», ταλαιπωρημένες από το νυχτερινό ξεφάντωμα των γονιών στο «Υπόγειο» του Ταρτάρα, στο «Ερμιόνιο», στο «Ολύμπιο», περίμεναν υπομονετικά μέρες πριν, στοιβαγμένες στην άκρη των δωματίων τα επιδέξια παιδικά χέρια να τις μεταμορφώσουν σε πολύχρωμες «φούντες».

Βαθιά ριζωμένη στον τόπο μας η παράδοση, αυτή που πέρασε από γενιά σε γενιά το έθιμο του φανού μαζί με τόσα άλλα ήθη και έθιμά μας, που όλα μαζί αποτελούν τις ρίζες μας, εδραιώνουν και δίνουν τη συνέχεια στον λαϊκό πολιτισμό μας. Αυτές οι ιδέες και η πίστη έκαναν το μικρό αγόρι να αψηφήσει το κρύο και την παγωνιά, να μείνει όλη την ημέρα ακοίμητος φρουρός δίπλα στον βωμό της ξερολιθιάς, με την ίδια υπευθυνότητα που μεγαλώνοντας θα έδειχνε υπηρετώντας από άλλα μετερίζια την πατρίδα…

Τον ξαναείδα το βράδυ. Αναψοκοκκινισμένος από τις φλόγες του δαδιού, που σπίθιζαν ρίχνοντας άπλετο το μαγικό φως τους τριγύρω, με μισοκαπνισμένο το πρόσωπο από την κάπνα της φωτιάς, μα νομίζω, πιότερο ευτυχισμένος απ’ όλους που τα κατάφερε και φύλαξε αλώβητο τον φανό μας, χόρευε και τραγουδούσε γύρω από την αναμμένη φωτιά με πάθος κι άμετρη ικανοποίηση. Νομίζω πως δίκαια πίστευε στο βάθος της ψυχής του ότι τα βραδινό αυτό θαύμα όφειλε πολλά σ’ εκείνον και στην άγρυπνη παρουσία του εκεί. Ήταν ο Γιάννης, ο Λάκης, ο Τάκος, ο Θεόφιλος; Δε θυμάμαι. Μπορεί να ήταν ένας απ’ αυτούς. Μπορεί να ήταν κι όλοι…

Μιμή Παπαδέλη-Παπαναστασίου «Φανός», 23-2-2006