Καθώς φαίνεται να πλησιάζει η ημερομηνία κύρωσης της συνθήκης των Πρεσπών από την ελληνική Βουλή, εντείνεται η αντιπαράθεση μεταξύ του κυβερνώντος κόμματος και του άλλου της αξιωματικής αντιπολίτευσης με ανταλλαγή σκληρών εκατέρωθεν εκφράσεων, οι οποίες ασφαλώς έχουν και άλλο στόχο πέρα από τον εμφανή, το να εμφανιστεί δηλαδή η κάθε παράταξη ως προασπιστής των εθνικών μας δικαίων. Ο συγκαλυμμένος στόχος είναι η πόλωση του εκλογικού σώματος εν όψει των εθνικών εκλογών, η ένταση δηλαδή του διχαστικού κλίματος. Στα πλαίσια αυτά οργανώνονται ομιλίες από κυβερνητικά στελέχη και πανεπιστημιακούς, προκειμένου να καμφθεί η αντίρρηση της μεγάλης πλειοψηφίας του ελληνικού λαού στα συμφωνηθέντα. Ακόμη και ο πρωθυπουργός ήλθε και μίλησε στη Θεσσαλονίκη, προκειμένου να πείσει για τα οφέλη της χώρας μας από τη συμφωνία.

Με βάση το διαμορφούμενο κλίμα ο λαός, το ζαλισμένο κοπάδι, εξωθείται να συμπαραταχθεί με έναν από τους δύο «μονομάχους» λησμονώντας κάποια βασικά στοιχεία, τα οποία φανερώνουν περίτρανα ότι δεν τους χωρίζουν τόσο μεγάλες διαφορές, όσες οι ίδιοι εμφανίζουν παθιασμένοι από εξουσία και αδιαφορώντας για την πατρίδα και τον λαό. Κατ’ αρχήν ο ΣΥΡΙΖΑ ανήλθε στην εξουσία χάρη στην άθλια πολιτική που άσκησαν οι κυβερνήσεις κατά τη μεταπολίτευση. Κύριος τροφοδότης του υπήρξε η εκλογική βάση του ΠΑΣΟΚ. Αν ασκούσαν στοιχειωδώς εθνική πολιτική οι προασκήσαντες την εξουσία, θα παρέμεινε καθηλωμένος στο 3%. Το σύστημα αποφάσισε την αλλαγή (πρώτη φορά) αντί της εναλλαγής, επειδή ο λαός είχε πλέον αγανακτήσει από την οικονομική κυρίως πορεία της χώρας. Με την κίνηση αυτή επέτυχε δύο σημαντικούς στόχους: Ο λαός θα λησμονήσει σύντομα τα συμβάντα των περασμένων δεκαετιών και θα γίνουν νόμοι του κράτους όλες οι εκκρεμείς υποθέσεις, που παρέμειναν εκκρεμείς ακριβώς λόγω του υπολογισμού του πολιτικού κόστους από τους προασκήσαντες την εξουσία. Τόσο οι προηγούμενες όσο και η σημερινή κυβέρνηση είναι υποχείρια του διεθνούς συστήματος νομής εξουσίας. Κοινά χαρακτηριστικά η πίστη στις «ευρωπαϊκές αξίες» και η απόλυτη υποταγή στα κελεύσματα του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πόσο γρήγορα λησμονήθηκαν τα εγκώμια Αμερικανών αξιωματούχων προς την κυβέρνησή μας κατά την πρόσφατη διεθνή έκθεση στη Θεσσαλονίκη!

Η κυβέρνηση μέσω κάποιων στελεχών της και μερίδας του τύπου κατασυκοφαντεί το σύνολο των αντιτιθεμένων στη συμφωνία, δηλαδή το 70% περίπου του λαού, ως εθνικιστών ακόμη και φασιστών! Δεν αρκείται όμως σ’ αυτή τη λασπολογία, αλλά επιστρατεύει και το ψεύδος, για να αποκομίσει θετικές εντυπώσεις από κάποιους, που ίσως να μην έχουν αποκρυσταλλώσει άποψη επί του θέματος. Ενώ εμμένουν με πάθος στον τονισμό ότι ο όρος Μακεδονία είναι γεωγραφικός και μόνο, ενώ αποδέχονται ότι τα όρια του χώρου αυτού μεταβλήθηκαν στο διάβα της ιστορίας, στη συνέχεια τα καθορίζουν στο ιστορικό γίγνεσθαι του 20ου αιώνα κατά τρόπο σαφέστατο! Δεν αρκούνται όμως σ’ αυτό και μόνο. Ανασύρουν τη συνθήκη του Βουκουρεστίου (1913) και ισχυρίζονται ότι οι συμβληθέντες αναγνώρισαν ότι η Μακεδονία δεν είναι μία. Αλλά μελετητές της συνθήκης κατήγγειλαν ότι ουδέν περί Μακεδονίας έχει αναγραφεί στην εν λόγω συνθήκη. Ως εκ τούτου δεν έχουν αναγραφεί και τα ποσοστά της εν λόγω γεωγραφικής έκτασης, που απελευθέρωσε η κάθε χώρα. Και όμως τονίζεται κατά κόρο ότι η Ελλάδα έλαβε τη μερίδα του λέοντος της ιστορικής γεωγραφικής Μακεδονίας. Όταν χρησιμοποιείται ό όρος «ιστορική γεωγραφική Μακεδονία» τί άραγε υπονοείται; Η Μακεδονία του 360 π.Χ., του 340 π.Χ., του 330 π.Χ., της περιόδου της ρωμαικής κατάκτησης ή της βυζαντινής περιόδου; Η τελευταία περιφρονήθηκε στο έπακρο, καθώς ποσώς μας ενδιαφέρει, αν κάποιοι Σλάβοι ισχυρίζονται ότι οι Θεσσαλονικείς φωτιστές τους, Κύριλλος και Μεθόδιος, ήταν δικοί τους! Βάσει ποιάς συνθήκης ορίστηκαν τα εν πολλοίς αβέβαια σύνορα του γεωγραφικού όρου, ο οποίος όμως είναι διαχρονικά άρρηκτα συνδεδεμένος με την ελληνική ιστορία και τον ελληνικό πολιτισμό; Γιατί γίνεται αποδεκτή και από Έλληνες η σκόπιμη μεγέθυνση του Τίτο, ενώ από την άλλη οι ίδιοι ωρύονται κατά της χρήσης του γεωγραφικού όρου Βόρεια Ήπειρος, τον οποίο θέλουν να αφανίσουν, σμικρύνοντας την Ήπειρο, και να επιβάλουν τον όρο Νότια Αλβανία, επειδή οι ισχυροί τρείς φορές απομάκρυναν από εκεί τον ελευθερωτή ελληνικό στρατό; Οφείλει η Κυβέρνηση να απολογηθεί για το ψεύδος ή να καταγγείλει ως ψευδολόγους αυτούς που ισχυρίζονται ότι είναι ανυπόστατα τα λεχθέντα περί της συνθήκης του Βουκουρεστίου. Αγνοούν ότι μεταξύ των συμβαλλομένων στη συνθήκη δεν υπήρχαν Μακεδόνες όχι επειδή τους κατέκτησαν οι ιμπεριαλιστές της Βαλκανικής (άποψη του Τίτο), αλλά επειδή ουδείς έως τότε είχε δηλώσει κατά απογραφή ή σε δημοσιογράφο ή σε διπλωμάτη ότι ανήκε σ’ αυτή την εθνότητα. Η κυβέρνηση αναγνώρισε, ερήμην του ελληνικού λαού, τον οποίο έκρινε ανώριμο, μακεδονική εθνότητα και μακεδονική γλώσσα. Αν κάποτε αλλάξουν οι γεωστρατηγικές συνθήκες, η προς κύρωση συμφωνία θα αποτελεί όνειδος της παρακμιακής σήμερα χώρας μας.

Η αξιωματική αντιπολίτευση τήρησε στάση αναμονής πριν από τα μεγαλειώδη συλλαλητήρια, τα οποία σαφώς δεν ήλεγχε. Ούτε βέβαια οργανώθηκαν αυτά από οπαδούς του ολοκληρωτισμού, αν και αναμφίβολα συμμετείχαν πρόσωπα που κινούνται σ’ αυτόν τον χώρο, από ακραία αγανάκτηση κατά του «δημοκρατικού τόξου» χωρίς να ασπάζονται και την ιδεολογία του. Δεν τους δικαιολογούμε, απλά ερμηνεύουμε τα συμβαίνοντα σ’ ολόκληρη την Ευρώπη. Ίσως κάποιοι, που εμφανίζονται με κουκούλες και χαιρετούν ναζιστικά να είναι εγκάθετοι. Παρέχουν ισχυρά όπλα στην κυβέρνηση. Γράψαμε και σε άλλα άρθρα ότι τμήμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης (πόσο μεγάλο δεν είμαι σε θέση να εκτιμήσω) εμφορείται από τη διεθνιστική ιδεολογία της νέας τάξης πραγμάτων, όπως και τμήμα άλλων κομματικών σχηματισμών. Η καταγγελία από μέρους της κυβέρνησης για εθνοκαπηλεία δεν είναι παντελώς αβάσιμη. Πρόσωπα της οικογένειας του προέδρου του κόμματος της μείζονος αντιπολίτευσης έχουν τοποθετηθεί ξεκάθαρα υπέρ συμβιβαστικής λύσης επί του χρονίζοντος θέματος. Γερμανική εφημερίδα έγραψε ότι και ο ίδιος ο πρόεδρος την έχει αποδεχθεί ενώπιον του ευρωπαϊκού λαϊκού κόμματος. Βέβαια ακολούθησε διάψευση, πλην αξία θα είχε να διαψεύσει το ίδιο το ευρωπαϊκό κόμμα τα γραφέντα. Γιατί δεν καταγγέλθηκε ακόμη η αναφορά στη συνθήκη του Βουκουρεστίου; Και η κοινοβουλευτική εκπρόσωπος της μείζονος αντιπολίτευσης δήλωσε ότι ο κάθε βουλευτής της παράταξης θα είναι υπόλογος στη συνείδησή του. Καθώς πολύς ο λόγος για τον εκτιμούμενο αριθμό θετικών υπέρ της συμφωνίας ψήφων στη Βουλή παρατηρούμε: Ο Ζάεφ χρειαζόταν 8 και τους βρήκε. Εδώ ίσως να χρειαστούν λιγότεροι ή και διόλου, αν εξασφαλιστούν από άλλους σχηματισμούς ακόμη και από τους ανεκδιήγητους συγκυβερνώντες! Γιατί να αυτοκτονήσει η αξιωματική αντιπολίτευση, αφού 151 ψήφοι αρκούν για την εκποίηση του όρου Μακεδονία; Βέβαια είναι αδιανόητο να καταγγείλει αυτή το ΝΑΤΟ και τον αμερικανικό παράγοντα για την απαράδεκτη πίεση σε «ανεξάρτητη» χώρα, «φίλη» και «σύμμαχο». Κατά βάθος οφείλει να ευγνωμονεί την κυβέρνηση, καθώς την απάλλαξε από πλήθος προβλημάτων και καθαρμένη θα επανέλθει στην εξουσία, για να επαναληφθεί ένας ακόμη κύκλος του ίδιου πολιτικού θεατρικού έργου με άλλους θιάσους!

Πατριώτες, σε όποιον χώρο έχετε επιλέξει να τοποθετηθείτε, δεν είμαστε άμοιροι ευθύνης ως λαός για τα συμβάντα και συμβαίνοντα. Έχουμε φυγαδεύσει τα ιδανικά μας προς άγνωστη κατεύθυνση. Έχουμε καταστεί άκρως καταναλωτικοί και εγωπαθείς. Για την πατρίδα δεν νοιαζόμαστε πολύ. Γι’ αυτό μας βρήκαν τα τόσα δεινά. Ας αναλογισθεί ο καθένας και την προσωπική του ευθύνη.

«ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ»

Υπάρχουν διάφορες αναφορές σε διάφορα έντυπα ότι στη συνθήκη του Βουκουρεστίου η «γεωγραφική περιοχή της Μακεδονίας» διαμοιράστηκε ως εξής: Το 51% του εδάφους της πήρε η Ελλάδα, το 39% η Σερβία (σημερινή ΠΓΔΜ), το 9,5% πήρε η Βουλγαρία κι ένα 0,5% του εδάφους πέρασε στην Αλβανία. Ανέτρεξα στο επίσημο κείμενο της συνθήκης και πουθενά δεν αναφέρεται η Μακεδονία ως γεωγραφικός όρος, ούτε τα πιο πάνω ποσοστά. Αν τελικά είναι έτσι, μάλλον πρόκειται για επιχείρηση εξαπάτησης των Ελλήνων, για να «καταπιούν» πιο εύκολα τη… λύση που θα τους σερβίρουν.

Οσον αφορά τη Μακεδονία ως γεωγραφικό όρο, αυτή δεν εκτεινόταν πέραν της γραμμής που διαγράφουν τα όρη Βαρνούς – Βόρας – Τζένα – Κερκίνη, στην κορυφογραμμή των οποίων εκτείνεται η συνοριακή γραμμή της Ελλάδας με τα Σκόπια και τη Βουλγαρία.
Πότε λοιπόν άρχισε η «φιλολογία» για μακεδονικό έθνος και μακεδονική γλώσσα;

Στα τέλη της δεύτερης δεκαετίας του 20ού αιώνα, μετά την επικράτηση των Μπολσεβίκων στη Ρωσία, άρχισε να δημιουργείται η ιδέα της δημιουργίας μακεδονικής εθνότητας και γλώσσας, για να εξυπηρετηθούν γεωπολιτικά συμφέροντα και ισορροπίες της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Καλεντερίδης